Το σκυλάκι στη Γαστούνη, τα ισόβια που δεν κρατούν μια ζωή και το κράτος που συλλαμβάνει χωρίς να τιμωρεί. του Μιχάλη Χαιρετάκη Ένα πρόστιμο 50.000 ευρώ για τον θάνατο ενός αδέσποτου σκύλου ξεσήκωσε...
Το σκυλάκι στη Γαστούνη, τα ισόβια που δεν κρατούν μια ζωή και το κράτος που συλλαμβάνει χωρίς να τιμωρεί. του Μιχάλη Χαιρετάκη Ένα πρόστιμο 50.000 ευρώ για τον θάνατο ενός αδέσποτου σκύλου ξεσήκωσε το ερώτημα αν προστατεύουμε τα ζώα περισσότερο από τους ανθρώπους.
Είναι λάθος ερώτημα.
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι ο νόμος για το ζώο είναι αυστηρός.
Είναι ότι, όταν πρόκειται για ανθρώπινη ασφάλεια, οι αυστηρές ποινές γράφονται στα χαρτιά και λιώνουν στην πράξη.
Εντάξει, τους έπιασαν.
Πού θα τους βάλουν; Το 2017 είχα γράψει ένα άρθρο με έναν τίτλο που τότε ακουγόταν υπερβολικός: «Εντάξει και τους έπιασαν.
Αλήθεια πού θα τους βάλουν;». Δεν ήταν υπερβολή.
Ήταν αριθμητική.
Τότε, με βάση στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί για τη δράση της αστυνομίας, σε βίντεο της έλεγε ότι μόνο στη διετία 2015 και 2016 είχαν γίνει πάνω από τετρακόσιες δεκατέσσερις χιλιάδες συλλήψεις για σοβαρές υποθέσεις, δηλαδή κατά μέσο όρο αρκετές εκατοντάδες την ημέρα.
Την ίδια στιγμή, η συνολική χωρητικότητα των φυλακών της χώρας δεν ξεπερνούσε τις δέκα χιλιάδες θέσεις, ενώ οι κρατούμενοι ήταν ήδη σχεδόν τόσοι.
Με απλά λόγια, ακόμη κι αν άδειαζες όλες τις φυλακές της Ελλάδας ένα πρωί, με τέτοιο ρυθμό συλλήψεων θα τις ξαναγέμιζες μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου.
Είναι αποτυχημένο κράτος δελτίων τύπου.
Συλλαμβάνουμε, ανακοινώνουμε, φωτογραφίζουμε, πανηγυρίζουμε.
Και μετά αρχίζει η πραγματική Ελλάδα: η δικάσιμος, η αναβολή, οι περιοριστικοί όροι, η αναστολή, η μετατροπή, η συγχώνευση, οι ευεργετικές διατάξεις, η αποσυμφόρηση.
Ο πολίτης βλέπει τη σύλληψη στην τηλεόραση και νομίζει ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη.
Στην πραγματικότητα, πολλές φορές μόλις ξεκίνησε ένας μαραθώνιος στο τέλος του οποίου κανείς δεν θυμάται ούτε το θύμα ούτε το έγκλημα.
Εννέα χρόνια μετά, το ερώτημα δεν πάλιωσε.
Επέστρεψε χειρότερο.
Η εικόνα στη Γαστούνη και το λάθος ερώτημα Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθε η υπόθεση της Γαστούνης.
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, το βράδυ της 18ης Ιουνίου 2026 ένα αυτοκίνητο πέρασε πάνω από έναν ηλικιωμένο αδέσποτο σκύλο, τη «Σίσσυ», ένα μικρόσωμο ζώο που ζούσε για χρόνια στην περιοχή με τη φροντίδα των κατοίκων.
Το περιστατικό καταγράφηκε από κάμερα, το βίντεο κυκλοφόρησε και ακολούθησε έντονη κατακραυγή.
Στις 26 Ιουνίου 2026 βεβαιώθηκε διοικητικό πρόστιμο 50.000 ευρώ στην 60χρονη οδηγό, η οποία, σύμφωνα με τους συνηγόρους της, υποστηρίζει ότι δεν είχε πρόθεση να βλάψει το ζώο και προαναγγέλλει προσφυγή.
Η δικογραφία διαβιβάστηκε στον εισαγγελέα, καθώς η υπόθεση εξετάζεται σε βαθμό κακουργήματος.
Και αμέσως ακούστηκε το γνωστό ελληνικό σχόλιο: «Για ένα ζώο 50.000 ευρώ; Και για τους ανθρώπους τι γίνεται;» Λάθος ερώτηση.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η ποινή για τη θανάτωση ενός ανυπεράσπιστου ζώου είναι βαριά.
Σε μια κανονική πολιτεία, η αυστηρότητα απέναντι στη βία θα ήταν το ελάχιστο δείγμα πολιτισμού, όχι η εξαίρεση που μας ξαφνιάζει.
Η βία απέναντι στο αδύναμο πλάσμα, είτε είναι ζώο είτε άνθρωπος, είναι δείκτης κοινωνικής σήψης.
Μια κοινωνία που γελάει με το βασανισμένο ζώο, αύριο θα κάνει πως δεν είδε και τον βασανισμένο άνθρωπο.
Ο νόμος για τα ζώα συντροφιάς, ο 4830 του 2021, είναι πράγματι αυστηρός, και σωστά.
Η θανάτωση ή ο βασανισμός ζώου συντροφιάς αντιμετωπίζεται πλέον ως κακούργημα, με ποινή κάθειρξης που μπορεί να φτάσει τα δέκα έτη και χρηματική ποινή έως 50.000 ευρώ, ενώ προβλέπεται και διοικητικό πρόστιμο από 30.000 έως 50.000 ευρώ ανά ζώο και ανά περιστατικό.
Αυτό δεν είναι υπερβολή.
Είναι καθυστερημένη σοβαρότητα.
Το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι άλλο: γιατί μας φαίνεται «πολύ» το πρόστιμο για ένα ζώο, αλλά μας φαίνεται «φυσιολογικό» να ακούμε «ισόβια» και να ξέρουμε όλοι, με ένα κυνικό χαμόγελο, ότι τα ισόβια δεν κρατούν μια ζωή; Τα ισόβια που δεν είναι ισόβια Ας μιλήσουμε με τον νόμο στο χέρι, όχι με εντυπώσεις. Ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει τη δυνατότητα υπό όρο απόλυσης ακόμη και για όσους έχουν καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη.
Με βάση το άρθρο 105 του Κώδικα, ο κατάδικος σε ισόβια μπορεί να απολυθεί υπό όρο εφόσον έχει εκτίσει τουλάχιστον δεκαεννέα έτη.
Αν έχει περάσει το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του, το όριο αυτό κατεβαίνει στα δεκαπέντε.
Όταν συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο νόμος ορίζει ότι σε κάθε περίπτωση ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει είκοσι πέντε έτη, ακόμη και αν πρόκειται για περισσότερες ισόβιες καθείρξεις.
Διαβάστε το ξανά. «Ισόβια» σημαίνει, στην καλύτερη περίπτωση, δεκαεννέα χρόνια πραγματικής κράτησης.
Και αν κάποιος έχει σκοτώσει περισσότερους από έναν ανθρώπους και του επιβλήθηκαν δύο, τρεις, πέντε ισόβιες, ο νόμος βάζει ένα ταβάνι: είκοσι πέντε χρόνια.
Όχι πέντε φορές το ισόβιο.
Είκοσι πέντε χρόνια.
Ο πολίτης ακούει «ισόβια» και καταλαβαίνει «μέχρι τέλους». Το κράτος εννοεί «μέχρι να συμπληρωθεί ο χρόνος που προβλέπει ο μηχανισμός της υπό όρο απόλυσης». Δεν λέω ότι η υπό όρο απόλυση είναι από μόνη της κακό πράγμα.
Σε ένα σύγχρονο σωφρονιστικό σύστημα έχει λόγο ύπαρξης, γιατί δίνει κίνητρο καλής διαγωγής και ανοίγει δρόμο επανένταξης.
Το πρόβλημα είναι η απόσταση ανάμεσα στη λέξη και την πραγματικότητα.
Όταν μια κοινωνία ονομάζει «ισόβια» κάτι που τελειώνει στα δεκαεννέα ή στα είκοσι πέντε χρόνια ή και πολύ λιγότερα από δεκαεννέα, χωρίς να το εξηγεί καθαρά, καλλιεργεί η ίδια τη δυσπιστία της απέναντι στη Δικαιοσύνη.
Και μετά απορεί γιατί ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τα δικαστήρια.
Παραδείγματα: τι λέει η ποινή και τι εκτίεται στην πράξη Για να μην μένουμε στα γενικά, ας δούμε πώς μεταφράζεται η θεωρία σε χρόνια κράτησης. Φυλάκιση.
Όποιος καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης μπορεί κατά κανόνα να ζητήσει υπό όρο απόλυση όταν έχει εκτίσει τα δύο πέμπτα της ποινής.
Δηλαδή σε μια πενταετή φυλάκιση, ο πυρήνας της πραγματικής κράτησης μπορεί να είναι σημαντικά μικρότερος από όσο ακούγεται στην απόφαση.
Και επειδή πλέον ποινές φυλάκισης έως τρία έτη μετατρέπονται σε χρήμα ή σε κοινωφελή εργασία, για ένα μεγάλο τμήμα των καταδικών η φυλακή δεν είναι καν το σενάριο.
Πρόσκαιρη κάθειρξη.
Στα κακουργήματα με πρόσκαιρη κάθειρξη, που φτάνει έως τα είκοσι έτη, η υπό όρο απόλυση κατά κανόνα ανοίγει στα τρία πέμπτα της ποινής.
Σε μια δεκαετή κάθειρξη, αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα της αποφυλάκισης τίθεται πολύ νωρίτερα από τη συμπλήρωση της ποινής. Ισόβια.
Όπως είδαμε, δεκαεννέα έτη για μία ισόβια, είκοσι πέντε για περισσότερες σωρευτικές.
Σε αυτά προστίθενται και οι ευεργετικοί υπολογισμοί ημερών, για την εργασία ή για την ηλικία, που μπορούν να μετρήσουν κάθε ημέρα κράτησης σαν περισσότερες.
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι απλώς ότι τα ισόβια δεν σημαίνουν πάντα φυλακή μέχρι το τέλος της ζωής.
Είναι ότι στην ελληνική πραγματικότητα υπήρξαν υποθέσεις όπου ο πολίτης άκουσε «ισόβια» και στο τέλος είδε επτά χρόνια πραγματικής φυλακής.
Η υπόθεση της Φιλοθέης είναι από τις πιο χαρακτηριστικές.
Ο δράστης σκότωσε τη σύζυγό του, την έθαψε και την τσιμέντωσε σε πάρκο.
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, πρωτόδικα καταδικάστηκε σε ισόβια. Στο Εφετείο όμως τα ισόβια «έσπασαν» με ελαφρυντικό, η ποινή έγινε 20 χρόνια κάθειρξη και τελικά αποφυλακίστηκε το 2015, έχοντας μείνει στη φυλακή περίπου επτά χρόνια.
Και δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου η απόσταση ανάμεσα στην ποινή που ακούει ο πολίτης και στην ποινή που τελικά βιώνει ο δράστης προκαλεί κοινωνική οργή.
Σε άλλη υπόθεση, 39χρονος είχε καταδικαστεί το 2008 σε ισόβια κάθειρξη για ναρκωτικά και, σύμφωνα με ρεπορτάζ του in.gr, αποφυλακίστηκε το 2015, δηλαδή σε περίπου επτά χρόνια, ενώ στη συνέχεια φέρεται να απασχόλησε επανειλημμένα τις αρχές. ¨Ομως υπάρχει και το άλλο σκέλος: οι έκτακτες ρυθμίσεις αποσυμφόρησης, που κατά καιρούς κατέβασαν τα όρια ακόμη πιο χαμηλά.
Ο νόμος 4322 του 2015, γνωστός στη δημόσια συζήτηση ως νόμος Παρασκευόπουλου, επέτρεψε σε κρατουμένους με ποινές έως τρία χρόνια να αποφυλακίζονται αφού είχαν εκτίσει το ένα δέκατο της ποινής τους, και σε άλλους με ποινές έως πέντε χρόνια αφού είχαν εκτίσει το ένα πέμπτο.
Σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής που έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο, στη διάρκεια ισχύος του, από το 2015 ως το 2019, οι αποφυλακίσεις με βάση τις ρυθμίσεις αυτές ξεπέρασαν τις δεκαεπτά χιλιάδες, με ρυθμό περίπου τετρακόσιες με τετρακόσιες πενήντα τον μήνα.
Δεκαεπτά χιλιάδες αποφυλακίσεις σε τέσσερα χρόνια, στο όνομα της αποσυμφόρησης.
Και μαζί τους, σύμφωνα με δημοσιεύματα, και δράστες που βρέθηκαν ξανά στον δρόμο και ξαναχτύπησαν.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Δεν είναι το ποσοστό από μόνο του.
Είναι ότι, κάθε φορά που οι φυλακές γέμιζαν, η λύση δεν ήταν να γίνει πιο γρήγορη και πιο σοβαρή η Δικαιοσύνη, αλλά να αλλάξουν οι κανόνες της εξόδου.
Μια διακομματική συνήθεια, όχι μια κακή στιγμή Η ιστορία δεν ξεκίνησε ούτε με έναν υπουργό ούτε με ένα κόμμα.
Ήδη γύρω στο 2009 και 2010, στην περίοδο που υπουργός Δικαιοσύνης ήταν ο Χάρης Καστανίδης, η συζήτηση για την αποσυμφόρηση των φυλακών ήταν στο τραπέζι, με τα σωφρονιστικά καταστήματα ασφυκτικά γεμάτα.
Ο νόμος 3904 του 2010 κινήθηκε στη λογική του εξορθολογισμού της ποινικής δικαιοσύνης και, μεταξύ άλλων, διεύρυνε τις περιπτώσεις όπου η έφεση ανέστελλε την εκτέλεση της ποινής.
Ακολούθησε ο νόμος 4043 του 2012 του Μιλτιάδη Παπαϊωάννου, που προέβλεψε υπό όρο απολύσεις κρατουμένων με μικρά ποσοστά έκτισης.
Ήρθε ο νόμος 4322 του 2015, ο νόμος Παρασκευόπουλου.
Και το 2017, στην περίοδο που υπουργός Δικαιοσύνης ήταν ο Σταύρος Κοντονής, ο νόμος 4489 του 2017 περιείχε επίσης διατάξεις για έκτακτα μέτρα αποσυμφόρησης των καταστημάτων κράτησης και παρέτεινε στην πράξη το προηγούμενο καθεστώς.
Διαφορετικά κόμματα, διαφορετικοί υπουργοί, διαφορετικές δεκαετίες.
Ίδιο μοτίβο.
Όταν οι φυλακές γεμίζουν, το κράτος δεν χτίζει εγκαίρως νέες ανθρώπινες και ασφαλείς δομές, δεν επιταχύνει ουσιαστικά τις δίκες, δεν ξεχωρίζει τον επικίνδυνο από τον περιστασιακό.
Καταφεύγει ξανά και ξανά στο ίδιο κόλπο: αλλάζει τους κανόνες της εξόδου. 2026: η ίδια ταινία, με βραχιολάκι Αν κάποιος νομίζει ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν, αρκεί να κοιτάξει το σήμερα.
Σύμφωνα με τη διεθνή βάση δεδομένων World Prison Brief, στα τέλη Ιανουαρίου 2025 η Ελλάδα είχε περισσότερους από έντεκα χιλιάδες πεντακόσιους κρατουμένους για επίσημη χωρητικότητα κάτω από έντεκα χιλιάδες θέσεις, με τους προσωρινά κρατουμένους να αποτελούν περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου.
Έναν χρόνο αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου 2026, στοιχεία που δημοσιεύτηκαν διεθνώς ανέβαζαν τον αριθμό των κρατουμένων στους περίπου δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσιους, δηλαδή υπερπληθυσμό της τάξης του είκοσι πέντε τοις εκατό.
Και ποια είναι η απάντηση του κράτους; Η ίδια όπως πάντα, με νέο περιτύλιγμα.
Στις αρχές του 2026 ανακοινώθηκε σχέδιο για τη σταδιακή αποφυλάκιση περίπου δύο χιλιάδων πεντακοσίων κρατουμένων με ηλεκτρονική επιτήρηση, δηλαδή με το λεγόμενο βραχιολάκι, ανάμεσά τους πολλοί προσωρινά κρατούμενοι και καταδικασμένοι για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας.
Το προηγούμενο πιλοτικό σχήμα παρακολουθούσε ταυτόχρονα μόλις δέκα με είκοσι ανθρώπους και είχε καταγράψει παραβιάσεις.
Το νέο, με προϋπολογισμό αρκετών εκατομμυρίων για δύο χρόνια, υπόσχεται να παρακολουθεί στην πρώτη φάση μερικές εκατοντάδες άτομα ταυτόχρονα.
Δηλαδή, αντί το κράτος να λύσει το πρόβλημα, το άφησε να μεγαλώσει και μετά το ονόμασε «διαχείριση». Αυτό είναι το αποτυχημένο κράτος στην πιο καθαρή του μορφή.
Ένα κράτος που μπορεί να σε συλλάβει, αλλά δεν μπορεί να σε δικάσει γρήγορα.
Που μπορεί να σε καταδικάσει, αλλά δεν μπορεί πάντα να εκτελέσει ουσιαστικά την ποινή.
Που ψηφίζει αυστηρούς νόμους και μετά ανακαλύπτει ότι οι φυλακές δεν χωρούν.
Και που, αντί να φτιάξει επιτέλους κράτος, φτιάχνει εξαιρέσεις.
Ο βιαστής, ο κλέφτης και η εξάρθρωση που κρατάει ένα βράδυ Όλα αυτά δεν είναι θεωρία.
Είναι η καθημερινότητα που βλέπει ο πολίτης στις ειδήσεις, χωρίς πάντα να καταλαβαίνει τι ακριβώς συνέβη πίσω από τον τίτλο.
Ο κλέφτης.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ, στην Πάτρα μια γυναίκα συνελήφθη έχοντας διαπράξει δεκατρείς κλοπές μέσα σε σύντομο διάστημα και, παρά τις διαδοχικές συλλήψεις, αφέθηκε επανειλημμένα ελεύθερη πριν ληφθούν αυστηρότερα μέτρα.
Δεν είναι μεμονωμένη ιστορία, είναι ο κανόνας στη μικρή και μεσαία εγκληματικότητα.
Ο δράστης είναι γνωστός στις αρχές, η σύλληψη επαναλαμβάνεται, και όμως η πόρτα ξαναανοίγει, γιατί η επανάληψη μιας πλημμεληματικής πράξης δεν οδηγεί από μόνη της σε κράτηση.
Ο βιαστής.
Εδώ η εικόνα γίνεται εξωφρενική.
Όπως εξηγούν νομικοί, με το ισχύον πλαίσιο κάποιος που έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για βιασμό και τώρα διώκεται για ένα διαφορετικό κακούργημα, ας πούμε για κλοπές, δεν θεωρείται κατ' ανάγκη επικίνδυνος για την τέλεση νέων εγκλημάτων, επειδή η προηγούμενη καταδίκη του δεν αφορά ομοειδή πράξη.
Και στην εποχή των έκτακτων μέτρων αποσυμφόρησης, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ανάμεσα στους χιλιάδες που βγήκαν νωρίτερα από τη φυλακή υπήρξαν και καταδικασμένοι για βαριά εγκλήματα, βιασμούς και ανθρωποκτονίες, με ορισμένους από αυτούς να ξαναχτυπούν.
Η εξάρθρωση.
Και μετά έρχεται το αγαπημένο νούμερο του κράτους, η ανακοίνωση ότι εξαρθρώθηκε σπείρα.
Σε υπόθεση αρχαιοκαπηλίας το καλοκαίρι του 2025, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, και οι τριάντα εννέα συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, ακόμη και οι δύο φερόμενοι αρχηγοί, με εγγύηση πενήντα χιλιάδων ευρώ ο καθένας.
Σε μεγάλη υπόθεση παράνομων επιδοτήσεων την άνοιξη του 2026, άπαντες οι κατηγορούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι υπό όρους και με εγγύηση από πέντε έως δέκα χιλιάδες ευρώ, για φερόμενη ζημία εκατομμυρίων στο Δημόσιο.
Σε κύκλωμα λαθρεμπορίου τσιγάρων τον Φεβρουάριο του 2026, από τους είκοσι έξι συλληφθέντες προφυλακίστηκαν μόλις δύο, ενώ άλλοι εννέα αφέθηκαν ελεύθεροι με όρους.
Το κράτος ανακοινώνει «εξαρθρώσαμε σπείρα». Λίγες ημέρες αργότερα, οι περισσότεροι κατηγορούμενοι περπατούν ξανά στον δρόμο, με μια υπογραφή σε ένα αστυνομικό τμήμα.
Προσοχή όμως, γιατί εδώ δεν κατηγορούμε τους δικαστές.
Ο ανακριτής και ο εισαγγελέας εφαρμόζουν τον νόμο, και ο νόμος, όπως θα δούμε αμέσως, έχει στήσει ένα πλαίσιο τόσο στενό ώστε η κράτηση να είναι η εξαίρεση και η ελευθερία υπό όρους ο κανόνας.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι σέβονται το τεκμήριο αθωότητας, που είναι ιερό.
Το πρόβλημα είναι ότι μια Πολιτεία η οποία αφήνει τις δίκες να αργούν χρόνια μετατρέπει αυτό το τεκμήριο σε διαρκές καθεστώς ατιμωρησίας, αφού η οριστική κρίση έρχεται όταν το κακό έχει ήδη γίνει.
Και η προφυλάκιση; Φέρε πρώτα τελεσίδικη ιστορία αποτυχίας Το πιο τραγελαφικό κρύβεται εκεί που λίγοι κοιτάζουν: στην ίδια την προσωρινή κράτηση, πριν καν φτάσει η υπόθεση σε δίκη.
Η προσωρινή κράτηση είναι το βαρύτερο μέτρο που μπορεί να επιβληθεί σε έναν κατηγορούμενο και, σωστά, ο νόμος την αντιμετωπίζει ως έσχατη λύση, εφόσον δεν αρκούν οι περιοριστικοί όροι ή το βραχιολάκι.
Το ζήτημα είναι πόσο στενά έχει οριστεί το πλαίσιο.
Κατά τα άρθρα 282 και 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει νέα εγκλήματα, ο νόμος ζητά αυτό να προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του, και μάλιστα για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις.
Ας σταθούμε στη λέξη.
Όχι ενδείξεις.
Όχι καταγγελίες.
Όχι «τον ξέρει η γειτονιά». Αμετάκλητες καταδίκες, δηλαδή καταδίκες που έχουν περάσει όλα τα δικαστικά στάδια και δεν αμφισβητούνται πια.
Και όχι για οποιοδήποτε αδίκημα, αλλά για παρόμοιο.
Όπως εξηγούν και νομικοί, κάποιος που έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για ένα είδος εγκλήματος και τώρα διώκεται για ένα τελείως διαφορετικό δεν θεωρείται, με βάση αυτό το κριτήριο, επικίνδυνος για την τέλεση νέων εγκλημάτων.
Μόνο στα βαρύτερα κακουργήματα, αυτά που απειλούνται με ισόβια ή με κάθειρξη που φτάνει τα είκοσι έτη, μπορεί η κρίση να στηριχθεί και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ίδιας της πράξης.
Και ακόμη κι εκεί, ο νόμος διευκρινίζει ότι μόνη η βαρύτητα δεν αρκεί.
Με απλά λόγια, το κράτος δεν λέει στον πολίτη «θα σε προστατεύσω». Του λέει «φέρε μου πρώτα τελεσίδικη ιστορία αποτυχίας». Και όταν τελικά αυτή η ιστορία υπάρχει, συνήθως είναι ήδη αργά.
Αυτή είναι η παράνοια του αποτυχημένου κράτους.
Για να πιστέψει ότι κάποιος μπορεί να ξανακάνει κακό, ζητά να έχει ήδη προλάβει η Δικαιοσύνη να τον καταδικάσει αμετάκλητα για παρόμοια πράγματα.
Σε μια χώρα όμως όπου οι δίκες σέρνονται για χρόνια από βαθμό σε βαθμό και όπου η φυλακή είναι μονίμως γεμάτη, η αμετάκλητη καταδίκη πολλές φορές έρχεται όταν το θύμα έχει ήδη πληρώσει τον λογαριασμό της κρατικής αδράνειας.
Γιατί πολλές κακοποιήσεις ή δολοφονίες θα είχαν αποφευχθεί αν ο δράστης είχε συλληφθεί και τιμωρηθεί σε προηγούμενη απόπειρα.
Και αυτό είναι το πλέον εξοργιστικό.
Η αυστηρότητα χωρίς υποδομές είναι θέατρο Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αδικία.
Δεν είναι ότι το ζώο προστατεύεται υπερβολικά.
Είναι ότι ο άνθρωπος συχνά δεν προστατεύεται αρκετά.
Δεν είναι ότι τα πρόστιμα για τα ζώα είναι πολλά.
Είναι ότι οι ποινές για τους ανθρώπους πολλές φορές μοιάζουν λίγες στην πράξη, όχι στα χαρτιά.
Γιατί στα χαρτιά το κράτος είναι πάντα αυστηρό.
Στα χαρτιά όλα δουλεύουν.
Υπάρχουν άρθρα, παράγραφοι, επιβαρυντικές περιστάσεις, αυστηροποιήσεις, εξαγγελίες.
Στην πραγματική ζωή όμως ο πολίτης βλέπει άλλα.
Βλέπει δράστες να συλλαμβάνονται και να επιστρέφουν.
Βλέπει δίκες να αναβάλλονται.
Βλέπει ποινές να μετατρέπονται.
Βλέπει φυλακές να ασφυκτιούν.
Βλέπει θύματα να μένουν μόνα.
Βλέπει την Πολιτεία να λειτουργεί όχι ως εγγυητής δικαιοσύνης, αλλά ως διαχειριστής συμφόρησης.
Μια σοβαρή χώρα δεν θα έλεγε «ας μειώσουμε την ποινή για το ζώο, αφού για τους ανθρώπους ούτως ή άλλως δεν εφαρμόζουμε τις ποινές». Θα έλεγε το αντίθετο.
Αφού μπορούμε να δείξουμε αυστηρότητα όταν σκοτώνεται ένα ανυπεράσπιστο ζώο, γιατί δεν μπορούμε να δείξουμε την ίδια σοβαρότητα όταν καταστρέφεται μια ανθρώπινη ζωή; Η απάντηση είναι δυσάρεστη.
Γιατί η αυστηρότητα χωρίς υποδομές είναι θέατρο.
Και το ελληνικό κράτος λατρεύει το θέατρο.
Ψηφίζει αυστηρούς νόμους για να ησυχάσει την κοινή γνώμη.
Βγάζει δελτία τύπου για συλλήψεις.
Ανακοινώνει μηδενική ανοχή.
Και μετά, πίσω από τη σκηνή, αρχίζει το πραγματικό έργο: αναστολές, αποσυμφορήσεις, καθυστερήσεις, ελλείψεις, υπερπληθυσμός, υποστελέχωση, δικογραφίες που σέρνονται, φυλακές που δεν χωρούν.
Το αποτέλεσμα είναι μια Δημοκρατία που φαίνεται σκληρή στην κάμερα και αδύναμη στην εφαρμογή.
Αν θέλουμε πραγματικά Δικαιοσύνη, δεν πρέπει να ζητήσουμε λιγότερη προστασία για τα ζώα.
Πρέπει να ζητήσουμε περισσότερη προστασία για όλους.
Πραγματικές ποινές.
Γρήγορες δίκες.
Ανθρώπινες αλλά επαρκείς φυλακές.
Σωφρονισμό όπου γίνεται, απομόνωση όπου χρειάζεται.
Διαφάνεια για το ποιος αποφυλακίζεται, πότε και γιατί.
Και κυρίως, σεβασμό στο θύμα, όχι μόνο μέριμνα για τον δράστη, για τη στατιστική και για τη χωρητικότητα των φυλακών.
Γιατί το ερώτημα του 2017 παραμένει αμείλικτο: Εντάξει, τους έπιασαν.
Πού θα τους βάλουν; Και το ερώτημα του 2026 είναι ακόμη χειρότερο: Εντάξει, τους έπιασαν.
Θα τιμωρηθούν ποτέ πραγματικά; Η οργή του κόσμου δεν πρέπει να στραφεί εναντίον της προστασίας των ζώων.
Πρέπει να στραφεί εναντίον της κοροϊδίας.
Εναντίον του κράτους που πουλάει αυστηρότητα στα πρωτοσέλιδα και εφαρμόζει αδυναμία στα υπόγεια.
Εναντίον μιας πολιτικής τάξης που εδώ και χρόνια βαφτίζει την αποτυχία αποσυμφόρηση και την ατιμωρησία εξορθολογισμό.
Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από το αν τιμωρεί αυτόν που πάτησε ένα σκυλί.
Κρίνεται από το αν έχει το θάρρος να παραδεχτεί ότι, εδώ και χρόνια, πατάει η ίδια πάνω στην έννοια της Δικαιοσύνης.
Σημείωση τεκμηρίωσης Τα στοιχεία για τις ποινές κακοποίησης ζώων αντλούνται από τον ν. 4830/2021.
Τα όρια υπό όρο απόλυσης για την ισόβια κάθειρξη βασίζονται στο άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει.
Οι προϋποθέσεις προσωρινής κράτησης βασίζονται στα άρθρα 282 και 286 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Τα στοιχεία υπερπληθυσμού προέρχονται από τη βάση World Prison Brief και από διεθνή δημοσιεύματα του Ιανουαρίου 2026.
Οι αναφορές στις ρυθμίσεις αποσυμφόρησης αφορούν τους νόμους 3904/2010, 4043/2012, 4322/2015 και 4489/2017, με τα αριθμητικά στοιχεία αποφυλακίσεων όπως έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο με πηγή τη Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής.
Η υπόθεση της Γαστούνης αποδίδεται όπως παρουσιάστηκε στα ρεπορτάζ της 18ης έως 26ης Ιουνίου 2026. Όλες οι αναφορές σε εκκρεμείς υποθέσεις γίνονται με την επιφύλαξη του τεκμηρίου αθωότητας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους