[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ Ο Κωνσταντής εδούλευκεν, στου Μάρκου τα χωράφκια Τζιαι πρωταρκάτης ήτανε, στο θέρος στα σιτάρκα Ο Μάρκος ήταν προύχοντας, μέσα εις το χωρκόν του Κληρονομιά τα κτήματα, που τζύρη τον δικόν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ Ο Κωνσταντής εδούλευκεν, στου Μάρκου τα χωράφκια Τζιαι πρωταρκάτης ήτανε, στο θέρος στα σιτάρκα Ο Μάρκος ήταν προύχοντας, μέσα εις το χωρκόν του Κληρονομιά τα κτήματα, που τζύρη τον δικόν του Ο τζύρης του του άφηκεν, καλήν περιουσία Τζιαι δούλεψεν τζι’ ο ίδιος, τζι’ έκαμεν αλλό λλία Η μάνα του η Δεσποινού, ήταν το πρόβλημά του Με τις αρρώστιες, γηραθκεία, τζιαι ήβρεν τον μπελά του Μα πρώτα τον εκούρασεν, με τζείνη την άνιαν Τζιαι τ’άλλα τα προβλήματα, που είσσιεν στην υγειάν Για τούτο την μετάφερεν, εις το γεροκομείο Αφού πρωτά επέρασεν, που το νοσοκομείο Επέρασεν λλίος τζιαιρός, πόλληνεν η ανία Επήαινεν για να την δει, μόνο εις την αργία Πάντα επροφασήζετουν, πνιμένος στις δουλειές του Τελειώνουσιν τα θέρη του, τζι’ αρκέφκουν οι ελιές του Πολλές φορές η μάνα του, δεν τον αναγνωρίζει Η άνια προχώρισεν, τζιαι πίσω δεν γυρίζει Κάποτε στις αναλαμπές, του επαραπονιέταν Πως δεν επήεν να την δει, τζιαι τζείνη επελέταν Ο Μάρκος εν που βρέθηκεν, στην δύσκολη την θέση Τις νύχτες εν που σκέφτετουν, να’βρει μιαν λύση μέση Κάποια στιγμήν επέρασεν, κάτι που το μυαλόν του Μια λύση που ενόμισεν, ήταν για το καλόν του Εφώναξεν του Κωνσταντή, κάτι να του προτείνει Μιαν πρότασην σκέφτηκεν, κάτι μπορεί να γίνει -Εφώναξα σου Κωνσταντή, κάτι να σου προτείνω -Δεκάλιρο την εφταμάν, εγιώ θα σου το δίνω -Έχω την μάνα ξέρεις το, εις το γεροκομείο -Με τες δουλειές που έχω γιω, εν δύσκολο να φύω -Θέλω που σεν κάτι απλό, στην θέση μου να πάεις -Τζιαι κάθε μέρα αν μπορείς, πκερώνω σε να πάεις -Η μάνα μου εν άρρωστη, τζι’ ενν θα σε καταλάβει -Ο γιος της πε της είσαι σου, εν τζιαι να καταλάβει -Εν να νομίζει είμαι γιω, τζι’ ενν θα παραπονιέται -Πως ενν πάω για να την δω, να μεν στενοχωρκέται -Είσαι φτωχός ρε Κωνσταντή, χρειάζεσαι ριάλια -Οι πούτζιες σου εν όφκερες, τζιαι είσαι μαύρα χάλια -Την ευκαιρία θκιώ σου την, να φκάλεις τζιαι ππαράες -Νομίζω θα μακαριστεί, σε κάποιες εφτομάες -Ήντα λαλείς ρε Κωνσταντή, ισχύει η συμφωνία; Τζι’ ο Κωνσταντής εσκέφτηκεν, πως εν κοροϊδία Μα που την άλλη σκέφτηκεν, πως θέλει τους ππαράες Καλλύττερα να ζήσουσιν, για αρκετές φτομάες Εζύασεν τα πράματα, τζι’ εδέχτηκεν στο τέλος Μες την απάτη πό’στεισαν, τζιαι τούτος γίνην μέλος -Εν να την έβρεις ζήτα την , δωμάτιον κοστρία -Η νοσοκόμα πον τζειαμέ, εν η τζυρά Μαρία Τζι’ ο Κωνσταντής ελάμνησεν, το δείλις για να πάει Την Δεσποινούν επέτυχεν, έτοιμην για να φάει -Γεια σου μανά της φώναξε, σήμερα ήντα κάμνεις -Θωρώ δαμέ πως άρκεψες, πάλε σμηλί να κάμνεις Η Δεσποινού εγύρισεν, τζ’ είδεν τον κάτω πάνω Τζ’ ύστερα χαμογέλασεν, ποσκόλιο γιω το κάνω -Κάτσε τον γιον μου, είπεν του, πε μου κανένα νέο -Δαμέσα δεν έχω γνωστούς, μαζί τους να τα λέω -Όπως τα ξέρεις α μανά, δουλειές που το ξηφώτι -Έπηα αλλόναν μισταρκόν, τον χωρκανόν τον Φώτη -Για νάχω ώρα να’ρκουμε, να σε θωρώ περίτου -Εν να σκολάνω γλήορα, στις τέσσερεις περίπου -Έτσι εν νά’ρκουμε δαμέ, να κάμνουμε παρέα -Νομίζω εν καλλύττερα, με τούτην την ιδέα -Μάρκο μου βάλλω σου ευτζιές, πό’καμες τούντη σκέψη -Τζιαι ο θεός που πανωθκιόν, υγείαν να σου πέψει Ο Κωνσταντής κοτζίνησεν, απού την αντροπήν του Που περιπαίζουν μιαν γριάν, βάρος μες την ψυσσιήν του Αφού εκουβεντιάσασιν, επέρασεν η ώρα -Αύριον πάλε α μανά, τζι’ εν να σου φέρω δώρα -Καλό σου βράδυ γιόκκα μου, μα δώρα μεν μου φέρεις -Πο ούλλα έχω δαχαμέ, όπως τζιαι σούνι ξέρεις Τζιαι έφυεν ο Κωνσταντής, τζιαι μες τον νουν του σκέψεις Αν νεν καλά που έκαμεν, με τούντες επισκέψεις Την νύχταν δεν τζοιμήθηκεν, απού τις ενοχές του Εσκέφτετουν συνέχεια, με τες αναστολές του Μα που την άλλην είδεν την, πως ήταν φτυχησμένη Όταν την είδεν στην αρκήν, ήταν πολλά ππεσμένη Αφού της κάμνει το καλόν , εγιώ εν να πηαίνω Αφού τον πήρε για τον γιό, δεν τον νομίζει ξένο Την νύχτα δεν τζοιμήθηκεν, που τες πολλές τες σκέψεις -Άραγε κάμνουν της καλόν, τούτες οι επισκέψεις; -Τζι’ αν καταλάβει δεν είμαι, ο γιος της που πηαίνει; -Πως την κοροϊδεύκουμε, τζιαι είμαστε θκυο ξένοι; Μα η καρκιά του λάλεν του, εν κρίμαν η γεναίκα Αφού χαρά της έδωκεν, θα πάω άλλο δέκα Γύριση μέρα ο Κωνσταντής, πάλε κοντά της πήεν Τζ’ η Δεσποινού εχάρηκεν, που τον εξαναείδεν -Καλώς τον γιο μου, είπεν του, σσιαίρομαι που σε είδα Μες την καρκιάν του Κωνσταντή, τα λόγια της λεπίδα Εκάτσαν κουβεντιάζασιν, περίπου δύο ώρες -Μεν σε κρατώ τον γιόκκα μου, κρατώ σε τόσες ώρες -Να πας να πνάσεις έσσω σου, γιατ’ είσαι κουρασμένος -Να φάεις τζιόλας γιόκκα μου, γιατ΄είσαι πεινασμένος -Έλα να σε φιλήσω γιούι μου, να σε εφκαριστήσω -Που έρκεσαι να με θωρείς, να σε ποσσιαιρετίσω Ο Κωνσταντής σαν έφευκεν, του φώναξεν μια νέα Ήταν η διευθύντρια, που την λαλούσαν Ρέα -Βλέπω σε έρχεσαι συχνά, επίσκεψη δαμέσα -Η Δεσποινού εν μάνα σου, τζιαι έχουμεν την μέσα; Τζι’ ο Κωνσταντής δεν έξερεν, τι να της απαντήσει Τζιαι να της πει τι γίνετε, κάλλιον να σιωπήσει Επήαν στο γραφείον της, τζι’ ούλλα εξήγησέν τα Τζ’ η Ρέα το κατάλαβεν, τζι’ ούλλα εννόησέν τα Μια εφτομάδα πέρασεν, τζι’ ο Μάρκος κάλεσεν τον Να τον ρωτήσει κάτι τι, γι’ αυτό τζιαι φώναξέν τον -Έμαθα πάεις τακτικά, εις την κοτζιάκαρή μου -Να μεν πηαίνεις τακτικά, εις την κοτζιάκαρή μου -Άμπα τζιαι καταλάβει το, τζιαι έβρω τον πελάν μου -Αφού’βρα την ησυχία μου, τζιαι πάλι την χαρά μου -Τζιαι που την άλλην δεν διώ, ππαράες παραπάνω -Μάστρε μου δεν σου ζήτησα, ππαράες παραπάνω -Πηαίνω γιατί βλέπω την, πως σσιαίρετε που πάω -Τζι’ όϊ γιατί λοάρκασα, ριάλια να σου φάω -Εντάξει τότε Κωνσταντή, ισχύει η συμφωνία -Τζιαι ώσπου να μακαριστεί, τελειώνει ιστορία Θκυο μήνες επεράσασιν, τζι’ ο Κωνσταντής πηαίνει Στην Δεσποινούν επίσκεψη, δεν την νομίζει ξένη Τζιαι τζείνη εθεώραν τον, σαν άδρωπο δικόν της Τζιαι πιο πολλά εκτίμαν τον, πο ούλλους στο χωρκόν της Τζιαι μεταξύ τους κτίστηκε, εκτίμηση μεγάλη Ελάλεν του τζιαι λάλεν της, τα μυστικά τους πάλι Μα ήρτεν μέρα άσσημη, ήρτεν μαντάτο μαύρο Τζι’ ο Κωνστατής εσκέφτετουν, παρέαν πιον που να’βρω Έναν πρωϊ την Δεσποινού, ήβραν την πεθαμένη Έφυεν για τους ουρανούς, στον καναπέ γερμένη Αχάπαρος ο Κωνσταντής, πήεν για καλημέρα Τζιαι το μαντάτον έμαθεν, τζείνη την μαύρη μέρα Άμα την πόρταν ξέβηκεν, εφύρτην του κλαμάτου Στον Μάρκον εμετάφερεν, του θλιβερού μαντάτου Ο γιος δεν εκπλάγηκεν, σαν να το εκαρτέραν Ούτ’ ένα δάκρυ έππεσεν, μαντάτον που του φέραν Ήταν γριά ξεστόμισεν, τζιαι έφαν τα ψουμιά της -Αν ζιούσεν κόμα πιο πολλά, θα ήταν για ζημιά της Ο Κωνσταντής τον άκουεν, με ανοικτό το στόμα -Ν’ακούσω δεν περίμενα, που το δικό σου στόμα -Τούτα τα λόγια που λαλείς, για την δική σου μάνα -Έννεν μια ξένην πό’ χασες, εν τη δική σου μάνα -Αντρέπουμε για λόου σου, για τούντα λόγια πού’ πες -Θα κάμω πως δεν τ’άκουσα, τούτα τα λόγια πού’ πες Γύριση μέρα έγινε, της Δεσποινούς κηδεία Τζιαι συναχτήκαν χωρκανοί, τζειμέ στην εκκλησία Κάποια στιγμήν ο Μάρκος της, του Κωνσταντή κοντεύκει Πως θέλει κάτι να του πει, με νόημα του νέφκει -Άκου να δεις ρε Κωνσταντή, εις το θαφκιόν δεν πάω -Μέσα στο κοιμητήριο, έτσι πυράν να φάω -Τζι’αν πάω μες τον πύρουλλο, ήνταν πον να κερτίσω; -Αν μπω στο κοιμητήριο, εν να αρωθυμήσω -Πήαιν’ εσού εκ μέρους μου, το ίδιο μας κάνει Τζι’ ο Κωνσταντής εσκέφτηκεν, τούτος θα μας πελλάνει -Σκέφτου ρε Μάρκο λογικά, την μάνα σου θα θάψεις -Την τελευταία σου φορά, στον τάφο της θα κλάψεις -Τούτα εν για κοτζιάκαρες, να την μορολοϊσουν -Τζ’ ύστερα έσσω τους να παν, να μεν καθυστερήσουν Ο Μάρκος τούτα είπεν του, τζιαι λάμνησεν να πάει Τζιαι σύξηλους στην εκκλησιά, ούλλους του παρατάει Τρεις μέρες επεράσασιν, τα μαύρα έφκαλέν τα Τρεις μέρες εν που άντεξεν, τζ’ ύστερα πέταξέν τα Του Κωνσταντή μηνύσαν του, να πα γεροκομείο Τζιαι θέλει τον υπεύθυνη, τωρά εις το γραφείο Επήεν τζιαι ο Κωνσταντής, γεμάτος απορία Γιατί τον θέλουν άραγε, γιατί τόση η βία; Η Ρέα η υπεύθυνη, άνοιξε το συρτάρι Τζ’ έφκαλεν ένα φάκελλο, που μέσα στο συρτάρι -Ο φάκελλος τούτος Κωνσταντή, είναι για σένα μόνο -Η Δεσποινού μου έλεγε, τζι’ έγραφα με τον πόνο -Τζ’ είπεν μου ποθανόντα της, εσέν να σου τον δώσω -Εμέναν εμπιστεύτηκεν, τον φάκελλον να χώσω Τζι’ ο Κωνταντής τον άνοιξε, τζι’ άρκεψε να δκιαβάζει Τζι’ απού τες πρώτες τες γραμμές, τα κλάματα τα βάζει -Που την αρκήν το έξερα, πως δεν ήσουν ο γιός μου -Αμέσως το κατάλαβα, που στάθηκες ομπρός μου -Έτσι το έπαιξα τζιαι γιω, πως δεν καταλαβαίνω -Να δω τον χαρακτήρα σου, σε ποιαν γνωμή να γέρνω -Με τον τζιαιρόν κατάλαβα, την τιμιότητά σου -Εφάνηκεν που έρκεσουν, που την σεμνότητά σου -Κατάλαβα δεν το’καμνες, μόνο για τους ππαράες -Γιατ’ έρκεσουν μέρες πολλές, περίτου εφτομάες -Τζιαι οι κουβέντες πού’χαμεν, νούσιμες ήταν πάντα -Ώρες πολλές καθούμαστε, αππέξω στην βεράντα -Τζι’ αρέσκα μου κουβέντες σου, που έκαμνες μητά μου -Τζιαι ως αργά εμείνησκες, παρέα μου κοντά μου -Ο γιος μου δεν επάτησεν, που τον τζιαιρόν που ήρτες -Στός σπίτι του εν πό’κατσε, ρωμάνησε με σύρτες -Ούτε πως είμαι μάνα του, νάρτει καμμιάν ημέραν -Ούτε τον έγνοιξε ποττέ, δαμέσα που με φέραν -Τούντη αχαριστία του , ώρα να την πκαιρώσει -Που την περιουσία μου, θα πάρει ότι δώσει -Με λλία λόγια τίποτε, γιατί δεν του αξίζει -Να μάθει ότι η ζωή, είναι τροχός γυρίζει -Οριστική απόφαση, τα κτήματα που έχω -Κτήματα τζιαι μετρητά, τζι’ ότι εγιώ κατέχω -Με μάρτυρες τζ’υπογραφές, σε σένα τα βουλλώνω Γιτ’ είσαι άξιον παιδί, σε σεν τα παραδώνω -Γιατί σε μένα φέρτηκες, περίτου που τον γιό μου -Μια χάρη μόνο σου ζητώ, κάμνε μνημόσυνό μου -Όταν το γράμμα θα κρατείς, δεν θάμαι πια κοντά σας - Εν νάμαι εις τους ουρανούς, ψηλά τζιαι μακρυά σας Το γράμμα το εδκιάβαζεν, με μάδκια βουρκωμένα Εσήκωσεν τα μάδκια του, κότζινα τζιαι κλαμένα Ποττέ του δεν επίστευκεν, πως θα εξελισσόταν Ούτε ποττέ εσκέφτηκεν, ούτε το φανταζόταν Ο Μάρκος σαν το έμαθε, εγίνηκε θηρίο Τόσο πολλά συκκήρτισεν, τον πήραν με φορείο Θκυο μέρες εν που έκαμε, μες το νοσοκομείο Πρώτη δουλειά σαν έφκηκεν, βρεθήκασιν τζ’ οι δύο -Της μάνας μου της γέλασες, τζ’ έπηας περιουσία -Τα λογικά της δεν είσσιεν, τζ’ ήβρες την ευκαιρία -Ποττέ μου δεν εσκέφτηκα, Μάρκο να της γελάσω -Ούτε τα μάλια ζήτησα, εγιώ για να της πιάσω -Μόνη της το θέλησεν, τζιαι έσσιει τζιαι μαρτύρους -Εγιώ ιδέαν δεν είχα, ρώτα τζιαι τους μαρτύρους -Τούτα εγιώ ενν τα μασώ, τζι’ εν να σε καταγγείλω -Πως την επαραπλάνησες, τζιαι μάσσιεσουν με ζήλο Να μεν σας τα πολλυλοώ, επήασιν σε δίκη Τζι’ ο Μάρκος εν που πίστευκεν, πως εν να κάμει νίκη Κατάγγειλεν τον Κωνσταντή, πως γέλασε της μάνας Πως τάχα της εγέλασεν, με πονηρκά της μάνας Ερώτησεν ο δικαστής, αν έσσιει αποδείξεις -Τζιαι τες κατηγορίες σου, εσού να τες στηρίξεις Ερώτησεν τον Κωνσταντή, τι έσσιει ν’ απαντήσει Του έκαμεν τες ίδιες, με Μάρκου ερωτήσεις Τζι’ ο Κωνσταντής εν πό’ φκαλεν, της Δεσποινούς το γράμμα Τζιαι πήρεν τζιαι τους μάρτυρες, που έγραψαν το γράμμα Τζιαι μαρτυρίσαν τζιαι οι θκυο, Ρέα τζιαι νοσοκόμα Πως υπογράψαν τζιαι οι θκυο, σαν μάρτυρες ακόμα -Η Δεσποινού το ζήτησεν, μόνη με θέλησή της -Τζιαι είπεν μας σαν μάρτυρες, με πλήρη νόησή της Ο δικαστής δικαίωσε, τον Κωνσταντήν αμέσως Τζι’ ο Μάρκος εθυμώθηκεν, τζιαι έφυεν αμέσως Η καλοσύνη τζ’ η αδρωπιά, στον άδρωπο μεινήσκει Κάποια στιγμή η αμοιβή, έρκεται τζιαι τον βρίσκει Ιούνιος 2026 Ανδρέας Κτωρίδης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences