Διάβασα με ενδιαφέρον την απόφαση της πανελλαδικής ολομέλειας του τομέα εργαζομένων της ΜΕΤΑΒΑΣΗς (σύνδεσμος στο 1ο σχόλιο). Είναι σε πολύ καλή κατεύθυνση. Ωστόσο έχω 3 παρατηρήσεις, 2 θεωρητικές και...
Διάβασα με ενδιαφέρον την απόφαση της πανελλαδικής ολομέλειας του τομέα εργαζομένων της ΜΕΤΑΒΑΣΗς (σύνδεσμος στο 1ο σχόλιο). Είναι σε πολύ καλή κατεύθυνση.
Ωστόσο έχω 3 παρατηρήσεις, 2 θεωρητικές και 1 πρακτική. -- Καταρχήν, υπάρχει η ίδια θεωρητική σύγχυση που παρατήρησα και στις θέσεις της πανελαδικής συνδικάσκεψης της ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗς σε προηγούμενο ποστ.
Συγχέεται η έννοια της απόλυτης υπεραξίας με αυτήν της υπερεκμετάλλευσης της εργασίας: " - Το τμήμα της χειρωνακτικής εργασίας που κυρίως κάνουν “απλή” εργασία ή συμπληρώνουν την εργασία των μηχανών.
Σε αυτά κυρίως αποσπάται απόλυτη υπεραξία μέσω της μείωσης του μισθού και της εντατικοποίησης της εργασίας, λόγω της σκληρά καταπιεζόμενης θέσης του στην παραγωγή, των μικρότερων προοπτικών κοινωνικής ανέλιξης και ενσωμάτωσης, έχει βαθύτερο ταξικό ένστικτο.
Βασικός πυλώνας της παραπάνω πολιτικής είναι η ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, μέσω της διεύρυνσης του ωραρίου, της εντατικοποίησης της εργασίας, του φραγμού στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, την καθήλωση των μισθών σε αντιδιαστολή με την αύξηση των κερδών.
Καθοριστική πλευρά για την εμπέδωση της παραπάνω πολιτικής είναι η περιστολή των συνδικαλιστικών ελευθεριών και η εμπέδωση ενός αυταρχικού πλαισίου διώξεων της συνδικαλιστικής δράσης. " Η υπερεκμετάλλευση της εργασίας με τη στενή έννοια αφορά τη μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης, δηλ. τη μείωση των μισθών.
Με την πιο ευρεία έννοια αφορά οποιαδήποτε χειροτέρευση της σχέσης μεταξύ της φθοράς της εργασιακής δύναμης μέσω της προσφοράς εργασίας και της αναπαραγωγής της μέσω του μισθού, δηλ. περιλαμβάνει και την αύξηση της έντασης της εργασίας και του χρόνου εργασίας.
Οπότε σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την απόλυτη υπεραξία η οποία αφορά μόνο την αύξηση του χρόνου εργασίας.
Το σημαντικό εδώ πέρα είναι ότι η υπερεκμετάλλευση της εργασίας συνεπάγεται λογικά ότι η εργασιακή δύναμη δεν αναπαράγεται πλήρως με βάση το ιστορικό και ηθικό στοιχείο μιας προηγούμενης ιστορικής περιόδου.
Εξ' ου και συνηθίζεται κυρίως σε εποχές κρίσης και πολέμου.
Αντίθετα, εάν εξακολουθεί να υπάρει μια συνεχής τάση υπερεκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, όπως συμβαίνει λίγο πολύ καθ' όλη την περίοδο του λεγόμενου "νεοφιλελευθερισμού" κι ειδικότερα στη χώρα μας μετά την κρίση του 2008, τότε αποχτά μια διάσταση δομικής/διαρθρωτικής καπιταλιστικής κρίσης και θέτει γενικότερα θέμα αναπαραγωγής της κοινωνίας (που εκδηλώνεται στη χώρας μας π.χ. μέσω της μείωσης του πληθυσμού). Επιπλέον, αν συνιστά δομικό στοιχείο της εθνικής οικονομίας μας λέει πολλά για τη θέση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας ως εξαρτημένη στον ιμπεριαλισμό.
Οπότε, έχει στρατηγικές συνέπειες για το κομμουνιστικό κίνημα και αντίστοιχες συνέπεις για την τακτική του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Π.χ. σχετίζεται με τη δυνατότητα επίτευξης σημαντικών νικών στο παρόν, με την πτώση της συμμετοχής στο εργ. κίνημα, με την πολιτικοποίηση των διεκδικήσεων σε μια κατεύθυνση εθνικής ανεξαρτησίας, με τις συμμαχίες με άλλα λαϊκά στρώματα κ.ο.κ. -- Το δεύτερο ζήτημα αφορά τη θέση ότι τα ειδικευμένα μισθωτά στρώματα παράγουν περισσότερη υπεραξία: "Το τμήμα της εργατικής τάξης με πανεπιστημιακή εκπαίδευση που ασκεί κυρίως ή εν μέρει διανοητική εργασία στο αντικείμενο αυτής και έχει σημαντική μόρφωση και κατάρτιση.
Εκφράζει το κατώτερο κοινωνικά και ταξικά μέρος της επιστημονικά συγκροτημένης εργασίας (που δεν ανήκει προφανώς όλη στην εργατική τάξη), έχει πλατύτερους κοινωνικούς ορίζοντες, παράγει υψηλά ποσοστά υπεραξίας.
Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να αμείβεται καλύτερα από το μέσο όρο και να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες ανέλιξης στον κοινωνικό καταμερισμό, σε ενδιάμεσες ή ακόμα και διευθυντικές θέσεις. " Η θέση αυτή, στη γενικότητά της είναι λάθος.
Χρειάζονται οι παρακάτω διευκρινίσεις: α. Καταρχήν, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι (υπερ)αξία παράγει πάντα ο συλλογικός εργάτης μιας επιχείρησης και όχι κάθε ατομικός εργάτης από μόνος του.
Οπότε, αυτό που μετράει είναι το συνολικό επίπεδο ειδίκευσης του συλλογικού εργάτη μιας επιχείρησης που δραστηριοποιείται σε συγκεκριμένο κλάδο της παραγωγής, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους ατομικούς εργάτες που τον συναποτελούν και την ειδίκευσή τους.
Επομένως, το σχόλιο αυτό αφορά περισσότερο τους κλάδους της παραγωγής παρά την ειδίκευση των ατομικών εργαζομένων. β. Δεύτερον, στην ίδια λογική, πρέπει να αφαιρεθούν όλοι οι κλάδοι της μη παραγωγικής εργασίας, πολλοί από τους οποίους είναι εντάσεως εργασίας (έχουν χαμηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου) και απασχολούν ιδιαίτερα ειδικευμένη εργασία (π.χ. τράπεζες, ασφάλειες, δικηγόροι, φορείς του δημοσίου κ.α.). Ωστόσο δεν παράγουν καθόλου (υπερ)αξία! :) γ. Τρίτον, πρέπει να εξαιρούνται όσοι δεν ανήκουν στην ε.τ. (με την έννοια ότι δεν παράγουν υπεραξία) λόγω του διευθυντικού ρόλου στην παραγωγή ή/και του ιδιαίτερα υψηλού μισθού τους.
Αυτοί δεν αποτελούν μέρος του συλλογικού εργάτη της επιχείρησης και δεν συμμετέχουν στην παραγωγή της (υπερ)αξίας άμεσα με την εργασία τους. δ. Οι παραγωγικοί κλάδοι που απασχολούν κυρίως ειδικευμένη εργασία γενικά μπορεί να έχουν και υψηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου ή να κατέχουν και μονοπωλιακή θέση στην αγορά.
Οπότε μπορεί οι επιχειρήσεις τους να καρπώνονται υψηλά κέρδη ανά εργαζόμενο.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι εργαζόμενοι αυτοί παράγουν και αντίστοιχα υψηλή υπεραξία ανά εργαζόμενο διότι τα κέρδη προκύπτουν μετά από την αναδιανομή της υπεραξίας από κλάδους χαμηλότερης οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου ή μη μονοπωλιακούς κλάδους.
Μετά από όλες αυτές τις παρατηρήσεις, μόνο τότε μπορεί να ειπωθεί ότι γενικά μιλώντας, μια ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ επιχείρηση της οποίας ο συλλογικός εργάτης - αφού εξαιρεθούν μισθωτοί που δεν αποτελούν μέρους του κατά το σημείο (γ) παραπάνω - έχει υψηλότερα επίπεδα ειδίκευσης από τον μέσο όρο, τότε πιθανότατα όντως παράγει και υψηλότερη υπεραξία.
Ωστόσο, ακόμη και τότε πρέπει να διερευνηθούν οι άλλες πλευρές της παραγωγής υπεραξίας, όπως η ένταση της εργασίας, ο χρόνος εργασίας και τέλος, κατά πόσο οι μισθοί αντιστοιχούν στην πραγματική αξία της εργασιακής δύναμης, ή, αντίθετα, είναι υπερεκτιμημένοι.
Μπορεί, δηλ., ένας περισσότερο ανειδίκευτος συλλογικός εργάτης, αν εργάζεται πιο εντατικά, περισσότερες ώρες, και αμοίβεται κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης να παράγει τελικά περισσότερη υπεραξία! Και πάλι, τα παραπάνω δεν είναι συζήτηση για το φύλο των αγγέλων.
Έχει να κάνει με το να κατανοήσουμε καλύτερα τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα διάφορα στρώματα της ε.τ., ή και γενικότερα στα στρώματα της μισθωτής εργασίας, κάτι απαραίτητο για να σφυρηλατηθεί η ενότητα μεταξύ τους, η οποία, όλο και περισσότερο, λαμβάνει χαρακτηριστικά κοινωνικής συμμαχίας... :) -- Τέλος, στο πρακτικό ζήτημα, η επιμονή στο θέμα της οριζόντιας διάσπασης του κινήματος -δήθεν- λόγω ζητημάτων ενδοκινηματικής βίας, από ένα γεγονός μεταξύ της ΑΡΑΣ και αναρχικών ομάδων που λειτουργούν συστηματικά ΕΚΤΟΣ του οργανωμένου κινήματος, δείχνει ότι υπάρχει μια διάσταση μεταξύ λόγων και έργων.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους