Πόσο έτοιμοι είμαστε πραγματικά για τον πόλεμο του μέλλοντος; Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πρόσφατο άρθρο του Paul Scharre στο Foreign Affairs, με τίτλο Losing the War of the Future. Θεωρώ ότι...
Πόσο έτοιμοι είμαστε πραγματικά για τον πόλεμο του μέλλοντος; Διάβασα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πρόσφατο άρθρο του Paul Scharre στο Foreign Affairs, με τίτλο Losing the War of the Future.
Θεωρώ ότι αξίζει την προσοχή όσων ασχολούνται με την άμυνα, την ασφάλεια και τη στρατηγική.
Το άρθρο δεν επικεντρώνεται απλώς στην τεχνητή νοημοσύνη, στα drones ή στα νέα οπλικά συστήματα.
Το βασικό του επιχείρημα είναι πολύ βαθύτερο.
Υποστηρίζει ότι το στρατηγικό πλεονέκτημα του μέλλοντος δεν θα ανήκει απαραίτητα σε εκείνον που διαθέτει την πιο προηγμένη τεχνολογία, αλλά σε εκείνον που μπορεί να μαθαίνει γρηγορότερα, να προσαρμόζεται ταχύτερα και να μετασχηματίζει αποτελεσματικότερα τους θεσμούς, τις δομές και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να αλλάζει το hardware.
Πρέπει να αλλάζει και το operating system.
Είναι ακριβώς αυτή η διάσταση που επιχειρώ να αναδείξω μέσα από τις δημόσιες παρεμβάσεις μου τους τελευταίους μήνες.
Στο ελληνικό πλαίσιο, θεωρώ ότι οι προβληματισμοί που αναδεικνύει ο Scharre μεταφράζονται στην ανάγκη για: • Strategic Design με Whole-of-Government προσέγγιση. • Συγχρονισμό και ενορχήστρωση όλων των εργαλείων εθνικής ισχύος μέσω θεσμοθετημένων και διαρκών διαδικασιών, ευθυγραμμισμένων με σύγχρονα πρότυπα στρατηγικής διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της περαιτέρω θεσμικής ενίσχυσης των δυνατοτήτων STRATCOM σε κυβερνητικό επίπεδο. • Ανάπτυξη στρατηγικής κουλτούρας που να ενσωματώνει τα διδάγματα του Political Warfare και του Irregular Warfare στον εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό. • Προσαρμοστική λήψη αποφάσεων, με έμφαση στην πρωτοβουλία, την οργανωσιακή μάθηση και την ευελιξία. • Μετάβαση από τις δραστηριότητες και τις αντιδράσεις στα επιδιωκόμενα στρατηγικά αποτελέσματα, με συνεχή αξιολόγηση (assessment) ώστε η στρατηγική να προσαρμόζεται δυναμικά στις εξελίξεις και οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται εκεί όπου παράγεται το μεγαλύτερο στρατηγικό αποτέλεσμα.
Οι έννοιες αυτές δεν αποτελούν θεωρητικές ή ακαδημαϊκές πολυτέλειες.
Συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, πρακτικές προϋποθέσεις ώστε ένα κράτος να μπορεί να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία, οι μορφές ανταγωνισμού και οι προκλήσεις ασφαλείας εξελίσσονται με πρωτοφανή ταχύτητα.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το πόσα νέα οπλικά συστήματα θα αποκτήσουμε.
Αφορά το κατά πόσο οι θεσμοί και οι οργανισμοί μας μπορούν να μαθαίνουν, να συνεργάζονται, να καινοτομούν και να προσαρμόζονται ταχύτερα από τους ανταγωνιστές μας.
Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό στρατηγικό διακύβευμα των επόμενων δεκαετιών.
Η τεχνολογία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση.
Η οργανωσιακή προσαρμοστικότητα, όμως, είναι εκείνη που τη μετατρέπει σε πραγματική στρατηγική ισχύ.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι το άρθρο του Paul Scharre αξίζει να διαβαστεί.
Όχι μόνο επειδή αναλύει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά επειδή θέτει ερωτήματα που αφορούν εξίσου την Ελλάδα και κάθε χώρα που επιδιώκει να διατηρήσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο και ιδιαίτερα πολύπλοκο στρατηγικό περιβάλλον.
Το σημαντικότερο ίσως μήνυμα του άρθρου είναι ότι η στρατηγική υπεροχή δεν θα καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από τους πόρους που διαθέτει ένα κράτος, αλλά από την ταχύτητα με την οποία μπορεί να τους αναδιοργανώνει, να τους συγχρονίζει και να τους προσαρμόζει στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του ανταγωνισμού.
Η οργανωσιακή προσαρμοστικότητα, όμως, προϋποθέτει και κάτι ακόμη: την ικανότητα άντλησης διδαγμάτων από κάθε σύγχρονη σύγκρουση.
Κάθε πόλεμος αποτελεί ένα διαφορετικό case study και φωτίζει διαφορετικές διαστάσεις του σύγχρονου ανταγωνισμού.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη, την ευρεία χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων και τον τρόπο με τον οποίο αυτά μετασχηματίζουν ουσιαστικά τη διεξαγωγή του συμβατικού πολέμου.
Οι πρόσφατες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, από την άλλη, υπενθυμίζουν ότι ακόμη και η συντριπτική τεχνολογική υπεροχή δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει τα επιδιωκόμενα στρατηγικά και πολιτικά αποτελέσματα.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι να αντιμετωπίζουμε καμία από αυτές τις περιπτώσεις ως πρότυπο προς αντιγραφή.
Το στρατηγικό περιβάλλον της Ελλάδας είναι διαφορετικό, με τις δικές του γεωπολιτικές, επιχειρησιακές και πολιτικές ιδιαιτερότητες.
Η μεγαλύτερη παγίδα θα ήταν το mirror imaging: να θεωρήσουμε είτε ότι θα πολεμήσουμε όπως στην Ουκρανία είτε ότι θα αντιμετωπίσουμε προκλήσεις όμοιες με εκείνες της Μέσης Ανατολής.
Η αξία κάθε case study δεν βρίσκεται στην αντιγραφή του, αλλά στην ικανότητα να απομονώνουμε τα χρήσιμα διδάγματα, να τα συνθέτουμε και να τα προσαρμόζουμε στο δικό μας στρατηγικό περιβάλλον.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για την εθνική άμυνα επιβάλλεται πλέον να επεκταθεί — και μάλιστα ταχύτερα απ’ όσο ίσως φανταζόμαστε — στην ποιότητα της στρατηγικής σκέψης, στην ταχύτητα της οργανωσιακής μάθησης και στην ικανότητα του κράτους να συγχρονίζει και να ενορχηστρώνει όλα τα μέσα της εθνικής ισχύος προς έναν κοινό στρατηγικό σκοπό.
Εκεί, κατά τη γνώμη μου, θα κριθεί η αποτελεσματικότητα της αποτροπής στον 21ο αιώνα: στη στρατηγική συνοχή, στη θεσμική προσαρμοστικότητα και στην ικανότητα του κράτους να λειτουργεί ως ενιαίο στρατηγικό σύστημα.
Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Αλεξάκης Επίτιμος Διοικητής Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων (Hellenic JSOC) Διατελέσας Ειδικός Σύμβουλος του Διοικητή Allied Joint Force Command Naples σε θέματα Special Operations & Irregular Threats M.A. in Strategic Security Studies — National Defense University (NDU–CISA), Washington DC
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους