Χθες είδα, για άλλη μια φορά, μπροστά μου στο φανάρι, δύο οδηγούς να περνούν με κόκκινο. Στο τσακ. Γιατί, προφανώς, είναι μαγκιά να μην περιμένεις το φανάρι. Ανάβει πράσινο και περιμένω λίγο...
Χθες είδα, για άλλη μια φορά, μπροστά μου στο φανάρι, δύο οδηγούς να περνούν με κόκκινο.
Στο τσακ.
Γιατί, προφανώς, είναι μαγκιά να μην περιμένεις το φανάρι.
Ανάβει πράσινο και περιμένω λίγο, διπλοτσεκάρω λες και δε φτάνει το φανάρι, γιατι όλο και κάποιος απο την άλλη θα περάσει με κόκκινο. Κάμερες; Ούτε για αστείο.
Κάθε μέρα βλέπω προσπεράσεις εκεί όπου απαγορεύονται.
Ταχύτητες πολύ πάνω από το όριο.
Ανθρώπους που οδηγούν σαν να είναι μόνοι τους στον κόσμο.
Σαν να μην υπάρχει απέναντι άλλο αυτοκίνητο, άλλο σώμα, άλλη ζωή.
Και γύρω μας δρόμοι σκαμμένοι.
Λακκούβες παντού.
Πεζοδρόμια που μοιάζουν να έχουν σαράντα χρόνια να φτιαχτούν.
Τρύπες, σπασίματα, αγριόχορτα που ξεφυτρώνουν μέσα από το τσιμέντο.
Κόσμος σκοντάφτει, πέφτει, χτυπάει.
Υπεύθυνος κανείς.
Σκουπίδια παντού.
Στους δρόμους, στα πάρκα.
Γύρω παντού κάδοι κι ο αλλος πετάει κάτω τα σκουπίδια.
Στην εθνική οδό ανοίγουν τα παράθυρα και πετάνε ο,τι μπορεις να φανταστείς.
Οι πινακίδες είναι όλες κρυμμένες πίσω από χόρτα.
Επαρχιακοί δρόμοι πνιγμένοι στη βλάστηση.
Ξερά χόρτα μέχρι την άκρη του δρόμου.
Στον απλό πολίτη μπαίνει πρόστιμο για το ακαθάριστο οικόπεδο.
Και καλά κάνει.
Αλλά με τους δήμους; Με τις περιφέρειες; Με όσους πληρώνονται για να προλαβαίνουν το κακό πριν γίνει τραγωδία; Τι γίνεται; Τις προάλλες, στη Χαλκιδική, πέρασα από σημεία που η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη.
Ξερά χόρτα, δέντρα δεξιά κι αριστερά, κλαδιά που ενώνονταν ψηλά και σχημάτιζαν μια πράσινη καμάρα.
Υπέροχο θέαμα.
Και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα δεν ήταν η ομορφιά.
Ήταν η φωτιά.
Πόσο γρήγορα θα περνούσε από τη μία πλευρά στην άλλη.
Πόσο λίγο θα χρειαζόταν.
Ένα τσιγάρο.
Μια σπίθα.
Μια αμέλεια.
Και μετά πάλι θα λέγαμε «κρίμα», «τραγωδία», «δεν το πιστεύουμε». Μόνο που το πιστεύουμε.
Το περιμένουμε πια.
Κι αυτό είναι το πιο τρομακτικό.
Ζούμε σε μια πανέμορφη χώρα και, αντί να τη χαιρόμαστε, φοβόμαστε τι θα συμβεί.
Φοβόμαστε τον δρόμο.
Φοβόμαστε τη φωτιά.
Φοβόμαστε την αδιαφορία.
Φοβόμαστε τον άνθρωπο δίπλα μας, γιατί δεν ξέρουμε αν νοιάζεται για τίποτα πέρα από τη δική του βιασύνη.
Κάποιοι δεν κάνουν τη δουλειά τους.
Κάποιοι δεν ελέγχονται ποτέ.
Κάποιοι δεν λογοδοτούν ποτέ.
Και πλέον ο κόσμος σταμάτησε να ελπίζει.
Σταμάτησε να περιμένει ότι κάτι θα αλλάξει.
Και άρχισε κι αυτός να ζει με τον ίδιο τρόπο.
Χωρίς φροντίδα.
Χωρίς ευθύνη.
Χωρίς αύριο.
Σαν να είμαστε μόνοι μας εδώ.
Σαν να μπορούμε να τα διαλύσουμε όλα.
Σαν να μην προκειται να περάσει κανείς άλλος από τους δρόμους μας.
Σαν να μη μεγαλώνουν παιδιά σε αυτές τις πόλεις.
Σαν να μην πρόκειται να υπάρξει κανείς μετά από εμάς.
Και το χειρότερο; Δεν είμαστε απλώς θυμωμένοι.
Είμαστε μόνοι, θυμωμένοι και απελπισμένοι.
Και αυτό, για μια κοινωνία, είναι πολύ πιο επικίνδυνο από μια λακκούβα. Τα βλέπετε κι εσείς ή υπερβάλλω; Έχουμε μέλλον αν συνεχίσουμε έτσι; 😐
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους