Πόσο παράδοξο είναι να υποτιμά κανείς τη μοναδική ζωή για την οποία υπάρχουν αποδείξεις, επενδύοντας όλες του τις ελπίδες σε μία για την οποία δεν υπάρχει καμία. Αυτή είναι ίσως η πιο επιτυχημένη...
Πόσο παράδοξο είναι να υποτιμά κανείς τη μοναδική ζωή για την οποία υπάρχουν αποδείξεις, επενδύοντας όλες του τις ελπίδες σε μία για την οποία δεν υπάρχει καμία.
Αυτή είναι ίσως η πιο επιτυχημένη ιδέα που κατασκεύασε ποτέ η θρησκεία, να πείσει τον άνθρωπο ότι το πραγματικό του σπίτι βρίσκεται κάπου αλλού, ώστε να ανέχεται ευκολότερα όσα συμβαίνουν εδώ.
Αν κάποιος έλεγε ότι ανυπομονεί να πάει στη Βαλχάλα, στα Ιλίσια πεδία ή Πεδίο των Καλαμιών (Aaru) από την αρχαία αίγυπτο, για να αρχίσει η πραγματική του ζωή, θα τον αντιμετωπίζαμε ως άνθρωπο που συγχέει τη φαντασία με την πραγματικότητα.
Όταν όμως το ίδιο αφήγημα συνοδεύεται από τη λέξη «παράδεισος», αποκτά ξαφνικά κοινωνική ασυλία.
Ο ορθολογισμός, όμως, δεν λειτουργεί με εξαιρέσεις.
Ένας ισχυρισμός δεν γίνεται αληθινός επειδή είναι παλιός.
Δεν γίνεται αληθινός επειδή τον πιστεύουν εκατομμύρια άνθρωποι.
Δεν γίνεται αληθινός επειδή προσφέρει ψυχολογική παρηγοριά.
Γίνεται αληθινός μόνο όταν υποστηρίζεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Και εδώ βρίσκεται το αδιέξοδο.
Για τη ζωή μετά θάνατον δεν υπάρχει ούτε μία ανεξάρτητα επαληθεύσιμη απόδειξη.
Ούτε μία παρατήρηση.
Ούτε ένα πείραμα.
Ούτε ένας μηχανισμός που να εξηγεί πώς η συνείδηση επιβιώνει όταν ο εγκέφαλος, το μοναδικό όργανο που γνωρίζουμε ότι παράγει σκέψεις, μνήμες και προσωπικότητα, παύει να λειτουργεί.
Κάθε φορά που τραυματίζεται ο εγκέφαλος, αλλάζει η προσωπικότητα.
Με μία νευροεκφυλιστική νόσο χάνονται οι αναμνήσεις.
Με μία αναισθησία εξαφανίζεται προσωρινά η συνείδηση.
Όλα όσα γνωρίζει η νευροεπιστήμη δείχνουν ότι η συνείδηση εξαρτάται από τον εγκέφαλο.
Η θρησκεία απαντά, «Ναι, αλλά μετά συνεχίζει αλλού». Όχι επειδή το έδειξαν τα δεδομένα, αλλά επειδή το απαιτεί το δόγμα.
Η ανάγκη να πιστεύεις κάτι δεν αποτελεί ένδειξη ότι αυτό υπάρχει.
Οι άνθρωποι θέλουν να μη πεθάνουν.
Θέλουν να ξαναδούν όσους έχασαν.
Θέλουν να πιστεύουν ότι το σύμπαν ενδιαφέρεται προσωπικά για αυτούς.
Είναι απολύτως ανθρώπινο.
Αλλά η φύση δεν έχει καμία υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μας.
Το σύμπαν δεν είναι υποχρεωμένο να προσφέρει happy end.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη ενηλικίωση του ανθρώπου, να αποδεχθεί ότι το νόημα δεν του χαρίζεται από κάποιο υπερφυσικό σχέδιο.
Το δημιουργεί ο ίδιος.
Η ειρωνεία είναι ότι πολλοί πιστοί δηλώνουν πως «η πραγματική ζωή αρχίζει μετά τον θάνατο», ενώ ταυτόχρονα φοβούνται τον θάνατο όσο σχεδόν κάθε άλλος άνθρωπος.
Αν ήταν πραγματικά πεπεισμένοι ότι τους περιμένει μια αιώνια τελειότητα, ο θάνατος θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως η μεγαλύτερη γιορτή.
Στην πράξη όμως, όλοι κάνουν ό,τι μπορούν για να τον αναβάλουν.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει παράδεισος, δείχνει όμως ότι ακόμη και οι ίδιοι οι πιστοί ζουν σαν να μην είναι τόσο βέβαιοι όσο διακηρύσσουν.
Η επιστήμη έχει μια δύσκολη αλλά έντιμη απάντηση, «Δεν ξέρουμε τι συμβαίνει μετά τον θάνατο». Η θρησκεία έχει μια εύκολη αλλά ατεκμηρίωτη απάντηση, «Ξέρουμε ακριβώς». Ανάμεσα στο «δεν ξέρω» και στο «ξέρω χωρίς αποδείξεις», ο ορθολογισμός επιλέγει το πρώτο.
Η διανοητική εντιμότητα αξίζει περισσότερο από την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας.
Η ζωή δεν αποκτά αξία επειδή συνεχίζεται για πάντα.
Αντιθέτως, αποκτά αξία ακριβώς επειδή είναι πεπερασμένη.
Όπως ένα σπάνιο έργο τέχνης δεν είναι πολύτιμο επειδή υπάρχουν άπειρα αντίγραφα, αλλά επειδή υπάρχει μόνο ένα.
Γι' αυτό, αντί να περιμένω να «ξεκινήσουν όλα» μετά τον θάνατο, προτιμώ να θεωρώ ότι όλα ξεκινούν τώρα. Εδώ.
Στον μοναδικό κόσμο για τον οποίο έχουμε στοιχεία ότι υπάρχει.
Οι υπόλοιποι κόσμοι μπορούν να περιμένουν μέχρι να εμφανιστεί έστω μία απόδειξη ότι δεν αποτελούν απλώς προϊόν της ανθρώπινης φαντασίας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους