[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Αγάπης Σκιρτήματα Μη μου λες πως δεν ζηλεύεις. Η ζήλια σου ήταν πάντα η πιο σιωπηλή προσευχή που άκουσα ποτέ. Δεν ήταν καχυποψία. Ήταν η ψυχή σου που έλεγε στον κόσμο: «Μην τον πάρετε μακριά μου.» Κι...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αγάπης Σκιρτήματα Μη μου λες πως δεν ζηλεύεις. Η ζήλια σου ήταν πάντα η πιο σιωπηλή προσευχή που άκουσα ποτέ.

Δεν ήταν καχυποψία.

Ήταν η ψυχή σου που έλεγε στον κόσμο: «Μην τον πάρετε μακριά μου.» Κι εγώ χαμογελούσα.

Δεν ήξερα τότε πως οι πιο μεγάλες αγάπες δεν μιλούν με μεγάλες λέξεις.

Μιλούν με μικρά καμώματα.

Με ένα βλέμμα που σκοτεινιάζει όταν ο άνεμος χαϊδεύει πρώτος τα μαλλιά μου.

Με ένα πείσμα που γεννιέται για ένα ασήμαντο χαμόγελο σ' έναν περαστικό.

Με μια σιωπή που κρατά λίγα λεπτά, μα μέσα της χωρά ο φόβος ολόκληρης ζωής.

Κι εγώ... μη νομίζεις πως ήμουν διαφορετικός.

Ζήλευα το γιασεμί που έσκυβε κάθε βράδυ στο παράθυρό σου.

Τη βροχή που κυλούσε επάνω στα χέρια σου. Τον Ήλιο που ξυπνούσε το πρόσωπό σου πριν από μένα.

Ακόμη και τον καθρέφτη.

Γιατί σε κοιτούσε όταν εγώ έλειπα.

Γελάω τώρα... Μα τότε όλα αυτά μου φαίνονταν σοβαρά.

Γιατί όταν αγαπάς πολύ, γίνεσαι λίγο παιδί.

Θυμάσαι εκείνα τα δήθεν μούτρα; Εκείνο το «τίποτα» που έκρυβε τα πάντα; «Τι έχεις;» σε ρωτούσα. «Τίποτα...» μου έλεγες.

Κι εγώ, ανόητος, πίστευα τη λέξη.

Δεν άκουγα την καρδιά σου που φώναζε: «Έλα πιο κοντά.» Ύστερα... άρχισαν να μεγαλώνουν οι σιωπές.

Όχι από έλλειψη αγάπης.

Από κούραση.

Από πληγές που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Από εκείνα τα μικρά «αύριο» που γίνονταν σιγά σιγά ολόκληρες εποχές.

Και μια μέρα χωρίς να το καταλάβουμε, δεν ζηλεύαμε πια τον άνεμο.

Δεν ζηλεύαμε τη βροχή.

Δεν ζηλεύαμε το φως.

Κι αυτό... ήταν που με τρόμαξε.

Γιατί κατάλαβα πως δεν είχε φύγει η ζήλια.

Είχε αρχίσει να φεύγει η ελπίδα.

Τότε έμαθα τη μεγαλύτερη αλήθεια.

Οι μεγάλες αγάπες δεν πεθαίνουν όταν σταματούν τα φιλιά.

Πεθαίνουν όταν κανείς δεν φοβάται πια μήπως χάσει τον άλλον.

Όταν ο ένας παύει να ψάχνει το βλέμμα του άλλου μέσα στο πλήθος.

Όταν οι σιωπές δεν ζητούν πια μια αγκαλιά.

Μόνο έναν τρόπο να περάσει η νύχτα.

Κι αν ο Θεός μου έδινε μία τελευταία χάρη, δεν θα του ζητούσα να γυρίσει πίσω τα χρόνια.

Θα του ζητούσα μόνο ένα ακόμη σούρουπο.

Ένα ασήμαντο σούρουπο.

Να σε δω να μου κρατάς μούτρα για κάτι που σήμερα κανείς μας δεν θυμάται.

Να προσποιείσαι πως είσαι θυμωμένη.

Κι εγώ να προσποιούμαι πως δεν καταλαβαίνω.

Μέχρι να χαμογελάσεις.

Και να πέσεις πάλι στην αγκαλιά μου.

Γιατί τώρα ξέρω.

Εκείνα δεν ήταν καμώματα.

Δεν ήταν ζήλιες.

Ήταν ο τρόπος που η αγάπη ζητούσε κάθε μέρα να της πούμε: «Μείνε.» Κι εμείς, σιγουρεμένοι πως θα μείνει για πάντα, αναβάλλαμε αυτή τη μικρή λέξη.

Μέχρι που μια μέρα η πόρτα έκλεισε σιγά.

Χωρίς φωνές.

Χωρίς θυμό.

Χωρίς αντίο.

Κι έμεινε μόνο ένα άδειο σπίτι.

Ένα γιασεμί που ανθίζει ακόμη χωρίς να το κοιτάζει κανείς.

Κι ένας άνεμος που περνά από το παράθυρο και μου φέρνει καμιά φορά το άρωμά σου.

Στην αρχή δεν έκλαψα.

Οι άνθρωποι δεν κλαίνε όταν τελειώνει μια αγάπη.

Στέκονται όρθιοι.

Λένε πως θα συνηθίσουν.

Πως ο χρόνος θα κάνει τη δουλειά του.

Κι ύστερα κλείνουν αθόρυβα την πόρτα της καρδιάς τους.

Το κλάμα έρχεται πολύ αργότερα.

Έρχεται ένα απόγευμα που βρίσκεις μια ξεχασμένη φουρκέτα στο συρτάρι.

Έρχεται όταν ανοίγεις μια ντουλάπα κι ακόμη μυρίζει το άρωμά σου.

Έρχεται όταν βλέπεις δύο ηλικιωμένους να περπατούν κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.

Και τότε... δεν κλαις γι' αυτούς.

Κλαις για το χέρι που άφησες κάποτε να γλιστρήσει μέσα από το δικό σου.

Τότε θυμήθηκα κάτι που μου είχες πει. «Αν μια μέρα πάψω να ζηλεύω, να φοβηθείς.» Γέλασα τότε.

Νόμιζα πως υπερέβαλλες.

Δεν ήξερα... Θεέ μου, πόσο λίγο ήξερα από αγάπη.

Γιατί ήρθε εκείνη η μέρα.

Δεν με ρώτησες πού ήμουν.

Δεν μου κράτησες μούτρα.

Δεν ζήλεψες ούτε τον άνεμο.

Ούτε το γιασεμί.

Ούτε τον κόσμο ολόκληρο.

Μόνο χαμογέλασες κουρασμένα.

Κι εκείνο το χαμόγελο... ήταν η πιο θλιμμένη λέξη που άκουσα ποτέ.

Εκεί δεν πέθανε η αγάπη.

Εκεί πέθανε η ελπίδα πως μπορούσαμε ακόμη να τη σώσουμε. ... Ξέρεις ποιο είναι το πιο αβάσταχτο; Δεν θυμάμαι το τελευταίο μας φιλί.

Δεν θυμάμαι την τελευταία μας αγκαλιά.

Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που σου είπα «σ' αγαπώ». Γιατί δεν ήξερα πως ήταν η τελευταία.

Κανείς δεν ξέρει.

Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι μια συνηθισμένη μέρα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που ακούει τη φωνή που αγαπά περισσότερο από κάθε άλλη.

Κι έτσι... δεν αγκαλιάζει αρκετά.

Δεν φιλά αρκετά.

Δεν συγχωρεί αρκετά. Αναβάλλει.

Πάντα για αύριο.

Μα η αγάπη... δεν πεθαίνει από τις μεγάλες προδοσίες.

Πεθαίνει από τα μικρά αύριο που δεν έγιναν ποτέ σήμερα.

Γι' αυτό αν μπορούσα να ξαναζήσω μία μόνο στιγμή, δεν θα διάλεγα τις μεγάλες μας χαρές.

Θα διάλεγα ένα απόγευμα που μου κρατούσες μούτρα.

Θα ερχόμουν χωρίς εγωισμό.

Θα σε αγκάλιαζα πριν μιλήσεις.

Θα σου φιλούσα τα μάτια.

Θα σου έλεγα: «Συγχώρεσέ με... Νόμιζα πως είχα ολόκληρη ζωή για να σε αγαπήσω όπως σου άξιζε.» ... Τώρα σηκώνω το κεφάλι και ψιθυρίζω μέσα στη σιωπή: Γύρνα... Όχι για να ξαναρχίσουμε.

Ούτε για να σβήσουμε όσα μας πλήγωσαν.

Γύρνα... για να ζηλέψεις άλλη μια φορά τον άνεμο που μπλέκεται στα μαλλιά μου.

Για να μου κρατήσεις μούτρα για κάτι που αύριο δεν θα θυμάται κανείς.

Για να μου πεις εκείνο το μικρό «τίποτα» που έκρυβε ολόκληρη την καρδιά σου.

Γιατί τώρα κατάλαβα... ο Παράδεισος δεν ήταν οι μεγάλες στιγμές μας.

Ήταν εκείνες οι ασήμαντες, παιδικές, σχεδόν αόρατες στιγμές, που εγώ τις πέρασα για καθημερινότητα, ενώ εσύ μου πρόσφερες ολόκληρη την ψυχή σου.

Και σήμερα... αν με ρωτούσε ο Θεός τι κράτησα από μια ζωή αγάπης, δεν θα του μιλούσα για τα ταξίδια, ούτε για τα φιλιά, ούτε για τις υποσχέσεις.

Θα του έδειχνα ένα κορίτσι που μου κρατούσε μούτρα για πέντε λεπτά καθυστέρησης.

Και θα του έλεγα με μάτια γεμάτα δάκρυα: «Να... Αυτό ήταν η αγάπη. Κι εγώ το κατάλαβα... όταν δεν υπήρχε πια κανείς να μου κρατήσει μούτρα». ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences