[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΙΑΣ Γιατί η ΝΔ μπορεί να κερδίσει την κάλπη, αλλά να βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη μετεκλογική εξίσωση. Υπάρχουν πολιτικά σενάρια που στην αρχή ακούγονται υπερβολικά. Τα ακούς, τα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΙΑΣ Γιατί η ΝΔ μπορεί να κερδίσει την κάλπη, αλλά να βρεθεί μπροστά σε μια δύσκολη μετεκλογική εξίσωση.

Υπάρχουν πολιτικά σενάρια που στην αρχή ακούγονται υπερβολικά.

Τα ακούς, τα σκέφτεσαι λίγο, σχεδόν τα απορρίπτεις και μετά αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως τελικά δεν είναι τόσο περίεργα όσο φαίνονται.

Κάπως έτσι βλέπω σήμερα την επόμενη εθνική κάλπη.

Όχι ως πρόβλεψη, ούτε ως βεβαιότητα.

Αλλά ως ένα ενδεχόμενο που δεν μπορούμε να προσπερνάμε με την άνεση που θα θέλαμε.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η Νέα Δημοκρατία μπορεί να είναι πρώτο κόμμα.

Με τα σημερινά δεδομένα, αυτό παραμένει το πιθανότερο.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η πρωτιά θα αρκεί για να σχηματιστεί σταθερή κυβέρνηση.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να κερδίζεις τις εκλογές και άλλο να κρατάς στα χέρια σου τα κλειδιά της διακυβέρνησης.

Η πρώτη θέση δίνει πολιτικό προβάδισμα.

Δεν δίνει πάντα καθαρή εντολή, ούτε πάντα άνεση κινήσεων. Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να διαβάζουμε τις εκλογές σαν έναν αγώνα με νικητή και ηττημένο.

Ποιος βγήκε πρώτος, ποιος κατέρρευσε, ποιος άντεξε, ποιος πανηγύρισε.

Όμως η επόμενη αναμέτρηση μπορεί να είναι πιο σύνθετη.

Μπορεί να βγάλει νικητή, αλλά όχι εύκολη λύση.

Μπορεί η ΝΔ να είναι πρώτη, αλλά να μην μπορεί να κυβερνήσει μόνη.

Και τότε θα αρχίσει η δύσκολη πολιτική.

Όχι η πολιτική των συνθημάτων και των τηλεοπτικών ρητορικών ευκολιών, αλλά η πολιτική των αριθμών, των εδρών και των αναγκαστικών αποφάσεων.

Εκεί όπου οι βεβαιότητες τελειώνουν και αρχίζει το μέτρημα.

Η εμφάνιση της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα προσθέτει ένα νέο και αρκετά άβολο στοιχείο στην εξίσωση.

Το νέο κόμμα δεν είναι πια φήμη ή άσκηση πολιτικής φαντασίας.

Έχει μπει στη δημόσια συζήτηση και, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις του Ιουνίου, εμφανίζεται ως δεύτερος πόλος ή τουλάχιστον ως σοβαρός διεκδικητής της δεύτερης θέσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει κριθεί τίποτα.

Οι δημοσκοπήσεις είναι φωτογραφίες στιγμής, όχι εκλογικό αποτέλεσμα.

Όταν όμως οι φωτογραφίες αρχίζουν να δείχνουν παρόμοια εικόνα, καλό είναι να μην κάνουμε πως δεν τη βλέπουμε.

Εδώ αρχίζει το παράδοξο.

Αν δεύτερο κόμμα είναι το ΠΑΣΟΚ, η συζήτηση για μια πιθανή συνεργασία με τη ΝΔ είναι δύσκολη, αλλά όχι αδιανόητη.

Υπάρχει προηγούμενο, υπάρχει θεσμική μνήμη, υπάρχει και μια ευρωπαϊκή λογική πίσω από τέτοιου τύπου κυβερνήσεις. Το ΠΑΣΟΚ, βέβαια, έχει κάθε λόγο να φοβάται μια τέτοια επιλογή, γιατί την έχει πληρώσει βαριά στο παρελθόν.

Αν εμφανιστεί ξανά ως μικρότερος εταίρος της ΝΔ, κινδυνεύει να μοιάζει περισσότερο με συμπλήρωμα παρά με εναλλακτική εξουσίας.

Και κόμμα που γίνεται συμπλήρωμα, δύσκολα ξαναγίνεται πρωταγωνιστής.

Αν όμως δεύτερο κόμμα είναι η ΕΛ.Α.Σ. του Τσίπρα, τότε η συζήτηση αλλάζει χαρακτήρα.

Μια συνεργασία, στήριξη ή ακόμη και ανοχή ανάμεσα στη ΝΔ και τον Τσίπρα θα ήταν πολιτικά εκρηκτική.

Δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως ιδεολογική σύγκλιση.

Θα μπορούσε να παρουσιαστεί μόνο ως λύση ανάγκης, ως κυβέρνηση ειδικού σκοπού, ως προσπάθεια αποφυγής ακυβερνησίας.

Όχι ως πολιτικός γάμος, αλλά ως αναγκαστική συγκατοίκηση.

Και μάλιστα από εκείνες τις συγκατοικήσεις όπου όλοι λένε ότι όλα είναι καλά, αλλά κανείς δεν αφήνει πραγματικά τα κλειδιά του πάνω στο τραπέζι.

Το κόστος θα ήταν μεγάλο και για τις δύο πλευρές. Η ΝΔ θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί αναζητά συνεννόηση με έναν χώρο που επί χρόνια αντιμετώπισε ως βασικό της αντίπαλο. Ο Τσίπρας θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί στηρίζει, έστω έμμεσα, μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ. Και οι δύο θα μιλούσαν για ευθύνη, σταθερότητα, πατρίδα και θεσμική ομαλότητα.

Όλα αυτά μπορούν να ακουστούν σοβαρά.

Δεν σβήνουν όμως εύκολα την πολιτική μνήμη.

Και η μνήμη των ψηφοφόρων μπορεί να είναι επιλεκτική, αλλά όταν τους ζητάς να καταπιούν κάτι τόσο μεγάλο, συνήθως το θυμούνται.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη μεταβλητή που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Δεν είναι μόνο η ΝΔ, η ΕΛ.Α.Σ. και το ΠΑΣΟΚ.

Είναι και τα μικρότερα κόμματα, εκείνα που μπορεί να μη διεκδικούν την εξουσία, αλλά μπορούν να καθορίσουν αν αυτή θα σχηματιστεί εύκολα ή δύσκολα.

Στην πολιτική αριθμητική, ένα 4% ή ένα 5% μπορεί να κάνει τεράστια ζημιά.

Μπορεί να στερήσει την αυτοδυναμία, να αλλάξει την κατανομή των εδρών και να αναγκάσει το πρώτο κόμμα να ψάξει λύσεις που δεν θα ήθελε ούτε να συζητήσει. Η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου είναι ένας σταθερός πόλος πίεσης στα δεξιά της ΝΔ. Δεν είναι απλώς ένα κόμμα διαμαρτυρίας.

Έχει ακροατήριο που πιέζει σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας, μεταναστευτικού, σχέσεων με την Εκκλησία, δημόσιας ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής.

Όσο κρατά δυνάμεις, τόσο η ΝΔ δυσκολεύεται να διαχειριστεί όλο το φάσμα από το κέντρο μέχρι τη λαϊκή δεξιά.

Αν κινηθεί πολύ προς το κέντρο, αφήνει χώρο στα δεξιά της.

Αν κινηθεί πολύ δεξιά, κινδυνεύει να χάσει το κέντρο.

Αυτό είναι το λεπτό σχοινί πάνω στο οποίο καλείται να περπατήσει. Η Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου λειτουργεί διαφορετικά.

Δεν έχει την ίδια σταθερότητα με την Ελληνική Λύση, αλλά έχει καθαρό ταυτοτικό και συντηρητικό λόγο.

Αν καταφέρει να πλησιάσει ή να περάσει το όριο εισόδου στη Βουλή, προσθέτει έναν ακόμη πονοκέφαλο στη ΝΔ. Αν μείνει λίγο κάτω από αυτό, μπορεί και πάλι να προκαλέσει ζημιά, γιατί αφαιρεί ψήφους χωρίς να δημιουργεί απαραίτητα κυβερνητική λύση.

Και αυτό είναι από τα πιο ύπουλα σημεία μιας εκλογής.

Δεν έχει σημασία μόνο ποιος μπαίνει στη Βουλή, αλλά και από ποιον κόβει εκείνος που τελικά μένει απ’ έξω.

Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού είναι ακόμη πιο σύνθετη.

Δεν εκφράζει απλώς μια ιδεολογική μετακίνηση.

Εκφράζει ένα ρεύμα οργής, δυσπιστίας και ηθικής διαμαρτυρίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα.

Αυτό το ρεύμα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ούτε με ειρωνεία ούτε με πανικό.

Πρέπει να διαβαστεί ψύχραιμα.

Αν αποκτήσει σταθερή πολιτική έκφραση, μπορεί να κόψει από παντού: από τη ΝΔ, από το ΠΑΣΟΚ, από την ΕΛ.Α.Σ., από τους αναποφάσιστους, από πολίτες που δεν θέλουν πια να ψηφίσουν «κανονικά», αλλά να στείλουν μήνυμα.

Πρόσφατες μετρήσεις έχουν ήδη καταγράψει αξιοσημείωτη δυναμική γύρω από το σχήμα Καρυστιανού, έστω κι αν είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα.

Σε αυτή την εικόνα πρέπει να προστεθεί και το ενδεχόμενο ενός κόμματος Σαμαρά.

Δεν είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει.

Ούτε, αν υπάρξει, είναι βέβαιο ότι θα πετύχει.

Όμως ακόμη και η συζήτηση γύρω από αυτό επηρεάζει τη ΝΔ, γιατί αγγίζει ένα κομμάτι της παραδοσιακής δεξιάς βάσης που θεωρεί ότι η παράταξη έχει μετακινηθεί υπερβολικά προς το κέντρο.

Ένα τέτοιο κόμμα δεν θα χρειαζόταν να γίνει μεγάλο για να αλλάξει τις ισορροπίες.

Θα αρκούσε να κόψει κρίσιμες μονάδες ή να περάσει οριακά στη Βουλή.

Τότε η ΝΔ θα βρισκόταν μπροστά στο δίλημμα μιας πιο δεξιολαϊκής συνεργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ευρωπαϊκή, κεντρώα και μεταρρυθμιστική της εικόνα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, για τη ΝΔ δεν είναι μόνο τι κάνει ο Τσίπρας ή τι θα κάνει το ΠΑΣΟΚ.

Είναι ότι ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό δείχνει να κατακερματίζεται.

Από τα αριστερά υπάρχει προσπάθεια ανασύνταξης.

Από το κέντρο υπάρχει αμηχανία.

Από τα δεξιά υπάρχει πίεση.

Από την κοινωνική διαμαρτυρία υπάρχει ένα νέο κύμα δυσπιστίας που δεν χωρά εύκολα στις παλιές κατηγορίες.

Και μέσα σε όλα αυτά, η ΝΔ πρέπει να κρατήσει την πρωτιά, να κρατήσει το κέντρο, να μη χάσει τη δεξιά της βάση, να απαντήσει στην καθημερινότητα και να διατηρήσει την εικόνα σοβαρής διακυβέρνησης.

Δεν είναι ακριβώς περίπατος. Η ΝΔ κέρδισε τα προηγούμενα χρόνια επειδή έπεισε ότι μπορεί να κυβερνήσει.

Όχι απλώς επειδή μπορούσε να αντιπολιτευθεί καλύτερα από τους άλλους.

Έπεισε ότι μπορεί να κρατήσει τη χώρα σταθερή, να συνομιλεί με την Ευρώπη, να διαχειρίζεται κρίσεις, να δίνει μια αίσθηση συνέχειας.

Αυτό είναι σημαντικό και δεν πρέπει να μηδενίζεται.

Όμως κάθε επιτυχία έχει και την παγίδα της.

Αν η σταθερότητα μείνει μόνο ως λέξη, κάποια στιγμή κουράζει.

Αν δεν περάσει στην καθημερινότητα, στο εισόδημα, στο κράτος, στην υγεία, στην ασφάλεια, τότε ο πολίτης θα αρχίσει να ρωτά: «Ωραία, η χώρα πάει καλύτερα.

Εγώ πότε θα το νιώσω;». Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο.

Η μακροοικονομία μπορεί να είναι καλύτερη.

Το χρέος μπορεί να μειώνεται.

Η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό μπορεί να έχει βελτιωθεί.

Όλα αυτά έχουν αξία.

Όμως ο πολίτης δεν ζει μέσα σε δελτίο οικονομικών προβλέψεων.

Ζει με ενοίκιο, σούπερ μάρκετ, ρεύμα, φόρους, παιδιά, αγωνίες και μια καθημερινότητα που πολλές φορές δεν του επιτρέπει να ενθουσιαστεί με τους δείκτες.

Κανείς δεν πληρώνει το καλάθι της εβδομάδας με ποσοστά ανάπτυξης.

Αυτό μπορεί να ακούγεται απλό, αλλά είναι η καρδιά της πολιτικής.

Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να μιλάμε για σκοτεινά σχέδια ή αόρατα χέρια.

Η πραγματικότητα είναι αρκετά πιεστική από μόνη της.

Υπάρχουν αγορές, ευρωπαϊκοί κανόνες, δημοσιονομικές δεσμεύσεις, άμυνα, ενέργεια, δημογραφικό, ανάγκες στην υγεία και στις υποδομές.

Υπάρχουν εξωτερικοί καταναγκασμοί, όχι απαραίτητα συνωμοσίες.

Και πολλές φορές αυτοί οι καταναγκασμοί είναι πιο σκληροί από οποιοδήποτε παρασκήνιο.

Δεν χρειάζεται μυστικό δωμάτιο όταν υπάρχει Excel. Το Excel, καμιά φορά, είναι πιο αμείλικτο από όλους.

Μια κυβέρνηση συνεργασίας, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος κατανομής πολιτικού κόστους.

Δύσκολες αποφάσεις περνούν πιο εύκολα όταν δεν τις χρεώνεται μόνο ένα κόμμα.

Αυτός είναι ο κυνικός αλλά πραγματικός πυρήνας πολλών κυβερνήσεων συνεργασίας.

Τα κόμματα δεν συνεργάζονται πάντα επειδή ξαφνικά συμφώνησαν ιδεολογικά.

Συνεργάζονται συχνά επειδή κανένα δεν θέλει να μείνει μόνο του όταν έρθει ο λογαριασμός.

Και ο λογαριασμός, στην πολιτική, έρχεται πάντα.

Απλώς συνήθως έρχεται μετά τις ωραίες ομιλίες.

Το κείμενο αυτό δεν γράφεται για να προβλέψει το αποτέλεσμα των εκλογών.

Γράφεται για να δείξει ότι η επόμενη κάλπη μπορεί να αποδειχθεί πιο σύνθετη από όσο βολεύει τα κόμματα να παραδεχθούν.

Ο αναγνώστης δεν πρέπει να κοιτά μόνο ποιος είναι πρώτος στις δημοσκοπήσεις.

Πρέπει να κοιτά αν ο πρώτος μπορεί να κυβερνήσει.

Πρέπει να κοιτά αν το δεύτερο κόμμα θα είναι το ΠΑΣΟΚ ή η ΕΛ.Α.Σ. Πρέπει να κοιτά πόση δύναμη κρατούν ο Βελόπουλος και η Λατινοπούλου στα δεξιά.

Πρέπει να κοιτά αν η Καρυστιανού εκφράζει παροδική διαμαρτυρία ή βαθύτερη μετακίνηση.

Πρέπει να κοιτά αν ο Σαμαράς θα προχωρήσει πραγματικά ή αν θα μείνει ως απειλή.

Και πάνω απ’ όλα πρέπει να κοιτά πόσα κόμματα θα περάσουν το όριο της Βουλής.

Γιατί εκεί μπορεί να κρύβεται όλη η ιστορία. Η ΝΔ, αν θέλει να διεκδικήσει ξανά καθαρή εντολή, δεν αρκεί να πει ότι κράτησε τη χώρα όρθια.

Αυτό ήταν σημαντικό, αλλά δεν φτάνει για πάντα.

Πρέπει να πείσει ότι μπορεί να μετατρέψει τη σταθερότητα σε καθημερινό όφελος.

Να δείξει ότι η ανάπτυξη δεν είναι μόνο πίνακας, αλλά καλύτερη ζωή.

Ότι το κράτος δεν είναι μόνο ψηφιακή πλατφόρμα, αλλά και ανθρώπινη εξυπηρέτηση.

Ότι η ασφάλεια δεν είναι μόνο σύνθημα, αλλά αίσθημα.

Ότι η μεσαία τάξη δεν είναι μόνο εκλογική δεξαμενή, αλλά πραγματικός κορμός της χώρας που δεν αντέχει άλλο να ακούει ευχαριστίες και να πληρώνει λογαριασμούς.

Το σενάριο μιας δύσκολης μετεκλογικής αριθμητικής μπορεί τελικά να μη συμβεί.

Μπορεί η ΝΔ να ανακτήσει δυναμική.

Μπορεί τα νέα κόμματα να ξεφουσκώσουν.

Μπορεί το πολιτικό σκηνικό να ξαναμαζευτεί.

Όλα είναι ανοιχτά.

Αλλά το να αγνοούμε το ενδεχόμενο ενός κατακερματισμένου αποτελέσματος θα ήταν λάθος.

Και στην πολιτική, το λάθος δεν είναι να εξετάζεις δύσκολα σενάρια.

Το λάθος είναι να τα βλέπεις να έρχονται και να παριστάνεις ότι δεν υπάρχουν, επειδή δεν σε βολεύουν.

Η πιο δύσκολη αλήθεια είναι αυτή: η Νέα Δημοκρατία μπορεί να κερδίσει τις εκλογές και ταυτόχρονα να χάσει την άνεση της διακυβέρνησης.

Μπορεί να είναι πρώτη, αλλά να χρειαστεί να διαπραγματευτεί.

Μπορεί να έχει πολιτική υπεροχή, αλλά όχι κοινοβουλευτική αυτάρκεια.

Και τότε θα φανεί ποιος έχει πραγματικό σχέδιο και ποιος απλώς επαναλαμβάνει συνθήματα.

Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μια περίοδο τεχνητής πόλωσης.

Χρειάζεται σοβαρότητα, καθαρό μυαλό και πολιτικό θάρρος.

Χρειάζεται δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά όχι κοινωνική ξηρασία.

Χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι μεταρρυθμίσεις που ακούγονται ωραία μόνο σε συνέδρια.

Χρειάζεται σταθερότητα, αλλά σταθερότητα που να τη νιώθει και ο πολίτης, όχι μόνο οι αγορές και οι αναλυτές.

Και χρειάζεται μια παράταξη διακυβέρνησης που να καταλαβαίνει ότι η νίκη στις εκλογές δεν είναι το τέλος της διαδρομής.

Είναι απλώς η αρχή της επόμενης δοκιμασίας.

Ίσως αυτή η σκέψη να είναι παράξενη.

Ίσως να φαίνεται πρόωρη.

Ίσως κάποιους να τους ενοχλεί.

Αλλά συχνά οι πιο χρήσιμες πολιτικές σκέψεις είναι αυτές που ενοχλούν λίγο.

Γιατί μας αναγκάζουν να δούμε μπροστά, όχι να βολευτούμε στο χθες.

Και αν η Νέα Δημοκρατία θέλει να παραμείνει όχι απλώς πρώτο κόμμα, αλλά πραγματική δύναμη σταθερής διακυβέρνησης, πρέπει να διαβάσει εγκαίρως τη νέα εξίσωση.

Χωρίς πανικό, χωρίς αυταρέσκεια και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι η προηγούμενη νίκη εξασφαλίζει αυτομάτως την επόμενη.

Γιατί οι εκλογές κερδίζονται με ποσοστά. Αλλά οι χώρες κυβερνώνται με σχέδιο, αντοχή και αίσθηση πραγματικότητας. @ακόλουθοι @highlight

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences