📰 Mία ανέκδοτη ιστορία της οικογένειας Βαντσίδη για τον τρόμο και τις αγριότητες των Βουλγάρων το 1913 στο Σιδηρόκαστρο. ✒️ΨτΣ/ Έντυπη Έκδοση - Γράφει : Γεώργιος Τσαταλτζινός 🔹 Μου ζητήθηκε να...
📰 Mία ανέκδοτη ιστορία της οικογένειας Βαντσίδη για τον τρόμο και τις αγριότητες των Βουλγάρων το 1913 στο Σιδηρόκαστρο. ✒️ΨτΣ/ Έντυπη Έκδοση - Γράφει : Γεώργιος Τσαταλτζινός 🔹 Μου ζητήθηκε να εξιστορήσω, από τον εκλεκτό συμπατριώτη Γιώργο Τσαταλτζινό, που τα συλλέγει ως ιστορικά γεγονότα, από διηγήσεις παλιών Σιδηροκαστρινών, μεταξύ των οποίων και από διηγήσεις του πατέρα μου Δημητρίου Βαντσίδη του Ιωάννη και της Αικατερίνης.
Ειδικά από τις τότε περιπέτειες της οικογένειας του πατέρα μου, τις οποίες πολλές φορές μας διηγούνταν παραστατικά στην οικογένειά μας και στους φίλους του, χωρίς να κρύβει πάντοτε τα δάκρυά του, έχω πολλές εικόνες.
Οι διηγήσεις του αυτές ήταν από προσωπική του εμπειρία.
Είχε γεννηθεί το έτος 1899 και έζησε όλες τις τότε αγριότητες των Βουλγάρων, τις λεηλασίες, τους εξανδραποδισμούς και τις ανήλεες σφαγές του ελληνικού πληθυσμού του Σιδηροκάστρου.
Βέβαια, πολλές από τις διηγήσεις του αυτές, ύστερα από τόσα χρόνια, έχουν ξεθωριάσει αρκετά στη μνήμη.
Όπως έλεγε, οι Βούλγαροι, νικημένοι από τον ελληνικό στρατό, υποχωρώντας πανικόβλητοι για τη Βουλγαρία μετά τις ηρωικές μάχες των Ελλήνων στρατιωτών εναντίον τους στο Κιλκίς-Λαχανά, στα Βέτρινα (δηλαδή στο Πετρίτσι) και στη μεγάλη μάχη του Δεμίρ Ισάρ (δηλαδή στο Σιδηρόκαστρο), εκδικούμενοι, έκαναν απίστευτες αγριότητες σε βάρος των αμάχων, γυναικόπαιδων... Μεταξύ των άλλων που μας διηγούνταν για τις μαύρες εκείνες μέρες των Ελλήνων του Σιδηροκάστρου, έλεγε ο πατέρας μου ότι η πατρική του οικογένεια είχε διασκορπιστεί.
Ο παππούς του είχε συλληφθεί από τους Βουλγάρους και κατεσφάγη, όπως θα αναφερθώ παρακάτω.
Ο πατέρας του, ο Γιάννης —ο οποίος πέθανε από συγκοπή καρδιάς εξαιτίας του τρόμου που του προξένησαν οι Βούλγαροι στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο— τότε, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (δηλαδή το 1913) είχε σωθεί μεταμφιεσμένος σε τσέλιγκα σε τούρκικη οικογένεια κτηνοτρόφων και γλίτωσε.
Οι δύο αδελφές του, η Βαγγελίτσα και η Μελπομένη, ήταν κρυμμένες για μέρες, χωρίς φαγητό και νερό, σε συγγενική κρυψώνα στο ταβάνι του σπιτιού του θείου του πατέρα μου, Στέφανου Παπαστεφάνου, στον Κάτω Μαχαλά.
Τον ίδιο και τη μητέρα του Αικατερίνη, που τρέχοντας έφευγαν από το σπίτι τους στο Βαρόσι για να κρυφτούν προς το Τοπ Μπαΐρ (δηλαδή προς το Σωτήρα, όπως το λέμε σήμερα), τους έπιασε μία ομάδα στρατιωτών αγριεμένων.
Και επειδή τότε άρπαξαν τον πατέρα μου άγρια από τα ρούχα και τον έστησαν στον τοίχο για να τον εκτελέσουν, η μάνα του, έντρομη, έπεσε στα πόδια τους παρακαλώντας με δάκρυα στα μάτια να τον αφήσουν, να τον λυπηθούν γιατί είναι παιδί, και να τον αφήσουν να φύγει.
Με τέτοιες στιγμές να εξελίσσονται μπροστά τους, ξαφνικά, έλεγε ο πατέρας μου, από ένα στενό εμφανίστηκε ένας ξένος, κακοντυμένος, κακομοίρης και κακομούτσουνος άνθρωπος, «χασίρης» όπως τον έλεγε, ο οποίος, βλέποντας το τι γίνεται, αγριεμένος έπηξε τις φωνές στους Βουλγάρους στρατιώτες.
Λέγοντάς τους: «Δεν ντρέπεστε που βλέπετε τη μάνα του να κλαίει στα πόδια σας και θέλετε να σκοτώσετε ένα νέο παιδί; Τσακιστείτε γρήγορα και φύγετε από εδώ αμέσως!». Αυτά ήταν όσα κατάλαβαν από τις φωνές και τα αγριέματα που έκανε στους οπλισμένους στρατιώτες ο άγνωστος αυτός άνθρωπος.
Και τότε, ως εκ θαύματος, οι στρατιώτες κατέβασαν τα όπλα, έσκυψαν το κεφάλι και έφυγαν αμέσως.
Τότε οι δυο τους, η μητέρα και ο γιος (ο πατέρας μου δηλαδή και η μητέρα του), άλλαξαν κατεύθυνση και άρχισαν να τρέχουν προς το Γύφτικο Μαχαλά, με κατεύθυνση προς το ποτάμι, όπου υπήρχαν κρυψώνες και δεν υπήρχαν Βούλγαροι.
Στην ατυχία τους όμως, άλλοι εξαγριωμένοι Βούλγαροι στρατιώτες τους έπιασαν παραπάνω και σήκωσαν τα όπλα για να σκοτώσουν τον πατέρα μου.
Η μάνα του, δηλαδή η γιαγιά μου η Κατερίνη, με αγωνία και κλάματα τους παρακαλούσε κι αυτούς να τον λυπηθούν και να τους αφήσουν να φύγουν.
Πάνω στη δεύτερη αυτή αγωνία τους και τον ατέλειωτο φόβο για τη ζωή τους και τον τρόμο τους, εμφανίστηκε και πάλι, ως εκ θαύματος, από το πουθενά, ο ίδιος άνθρωπος που τους έσωσε και την πρώτη φορά.
Ο ίδιος, πάλι αγριεμένος, έδιωξε και αυτούς τους ένστολους στρατιώτες που τους σημάδευαν με τα όπλα τους και άφησε τους ίδιους να φύγουν.
Ο πατέρας μου έλεγε με συγκίνηση, όταν τα διηγούνταν, ότι αυτός ο άνθρωπος με τη τόσο κακή σωματική διάπλαση, κακομούτσουνος και κακοντυμένος όπως ήταν, πώς ήταν δυνατόν να διώξει δύο φορές διαφορετικούς αγριεμένους στρατιώτες και πιθανούς εκτελεστές του πατέρα και της μητέρας μου; Οι οποίοι, χωρίς καμία αντίρρηση, κατέβασαν τα όπλα, κατέβασαν το κεφάλι και έφυγαν, χωρίς να αντιτάξουν τίποτα.
Ο πατέρας μου έλεγε ότι ο άνθρωπος αυτός πρέπει να ήταν άγιος, δεν εξηγείται αλλιώς.
Στη συνέχεια όμως, τελικά, διασκορπισμένοι Βούλγαροι στρατιώτες, διάσπαρτοι, που έκαναν λεηλασίες, βασανισμούς και πλιάτσικο, τους έπιασαν και με προτεταμένα τα όπλα τους οδήγησαν, εφ’ όπλου λόγχη, σε ένα από τα μεγάλα σπίτια στο Βαρόσι, λίγο πιο πάνω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Αν δεν κάνω λάθος, μου έλεγε ότι ήταν το σπίτι του Παρέντσου (στο σπίτι του Δαλαμπίρα). Όταν τους έσπρωξαν μέσα, στην είσοδο του σπιτιού αυτού αντίκρισαν κρεμασμένη και διαμελισμένη μία πανέμορφη κόρη, γνωστής οικογένειας του Σιδηροκάστρου, επειδή αντιστάθηκε στις άγριες ορέξεις τους.
Δεν θυμάμαι το όνομα (Αγαθή Θωμά) της οικογένειάς της που μου έλεγε ο πατέρας μου... Στην ατυχία τους όμως για τη σύλληψη και τη φυλάκισή τους, είχαν την τύχη, όταν βράδιασε, μεταξύ των φυλάκων τους να έχουν και δεσμοφύλακα έναν Βούλγαρο στρατιώτη, πιθανόν ελληνικής καταγωγής.
Ο οποίος, όταν ξέφυγε από την προσοχή των υπόλοιπων δεσμοφυλάκων του, τους είπε: «Όλους σας έχουν για σφάξιμο.
Γι’ αυτό σε λίγο θα πάρω και θα πετάξω από τα χέρια μου τη λάμπα που μας φέγγει.
Μόλις τη ρίξω κάτω από τα χέρια μου και γίνει φασαρία, «σασιρμάς» όπως είπε, τρέξτε να σωθείτε και όποιος γλιτώσει». Έτσι έγινε.
Έτρεξαν, έφυγαν, και οι περισσότεροι γλίτωσαν.
Μάλιστα, έλεγε ο πατέρας μου για κάποιον από τους διασωθέντες, μωρό τότε, ότι η μητέρα του, φεύγοντας λαχανιασμένη για να σώσει τον ίδιο, τον πέταξε από την αγκαλιά της στον κουλά, σε μια επικλινή πλευρά του προς το ποτάμι, που είναι πίσω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Για τη μητέρα δεν μου είπε τι απέγινε.
Το παιδί της όμως σώθηκε, κυλώντας προς το ποτάμι, από όπου το μάζεψαν κάποιοι και το έσωσαν.
Από την πτώση του όμως και την κατρακύλα του, τραυματίστηκε σοβαρά και έκτοτε έμεινε ραχιτικός, δηλαδή καμπούρης.
Και έτσι κυκλοφορούσε και αργότερα, όταν μεγάλωσε στο Σιδηρόκαστρο, αλλά δεν τον κορόιδευαν διότι είχαν μάθει πώς σώθηκε.
Τότε, μετά τη φασαρία η οποία έγινε, ο πατέρας μου και η μητέρα του έφυγαν τρέχοντας προς το κοντινό Γύφτικο Μαχαλά και σώθηκαν στη συνέχεια, κρυμμένοι για τρεις μέρες, με άρρωστη τη μητέρα του, μέσα σε μία πέτρινη στοά από όπου περνούσε τότε μια διακλάδωση των νερών του Κρουσοβίτη.
Η πέτρινη αυτή στοά σώζεται και σήμερα, είναι σκαμμένη στους βράχους στους πρόποδες του βουνού Ισάρι, μπροστά από τον μπαξέ του Βελιγραδάκη, κοντά στις σημερινές πισίνες.
Άλλο ένα από τα πολλά που μας διηγούνταν ο πατέρας μου για το τριήμερο εκείνο των φονικών καταστροφών του 1913... Επειδή δεν έγινε μόνο η σφαγή των 120 Σιδηροκαστρινών που σφαγιάστηκαν τότε, και τα πτώματα των οποίων έριξαν οι Βούλγαροι στο μεγάλο λάκκο της αυλής του τότε βουλγαρικού σχολείου.
Όσους άνδρες συνέλαβαν οι Βούλγαροι στρατιώτες στο Βαρόσι, τους στοίβαξαν σε μια αίθουσα του 1ου Δημοτικού Σχολείου, που ήταν μεγάλο και αποτελούνταν τότε από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο.
Όταν βράδιασε, οι πιο άγριοι από τους δεσμοφύλακες άρπαζαν τον οποιονδήποτε κρατούμενο αδιάκριτα, τον πήγαιναν σε μία αίθουσα με συνοδεία, και σε οποιαδήποτε αίθουσα του σχολείου τον κατέσφαζαν.
Τον παππού του πατέρα μου, ονόματι Δημήτρη, τον άρπαξαν δύο από αυτούς και τον έσυραν σε μια αίθουσα του σχολείου.
Του έδωσαν να κρατά ένα σπαρματσέτο, δηλαδή κερί αναμμένο, και τον ανάγκασαν να σκύψει το κεφάλι του.
Ο παππούς του υπάκουσε, και όπως έσκυβε, τους φώναξε: «Εμένα με σφάζετε, αλλά οι άλλοι φεύγουν από τις άλλες πόρτες!». Ξαφνιάστηκαν τότε αυτοί, και αυτός που το κρατούσε του έδωσε μια με τη σπάθα του, μια δυνατή σπαθιά στο σβέρκο.
Και μόλις έπεσε κάτω αιμόφυρτος ο παππούς, οι δύο σφαγείς του έφυγαν τρέχοντας για να κυνηγήσουν τους άλλους συγκρατούμενους που έφευγαν από άλλες πόρτες.
Όμως, ο παππούς του πατέρα μου δεν σκοτώθηκε, και συνήλθε.
Όταν συνήλθε, πήγε να σηκωθεί, αλλά τότε γέμισε με αίματα και σταμάτησε.
Όταν προσπάθησε να κλείσει τη βαθιά πληγή του, γέρνοντας πίσω το κεφάλι του με τα χέρια του, τότε στην απελπιστική κατάσταση που βρισκόταν, για τη σωτηρία του σκέφτηκε και έβγαλε από το ζωνάρι του το ταμπάκο που είχε μαζί του, δηλαδή τριμμένο καπνό που τον είχε για να καπνίζει.
Έβγαλε μια χούφτα και τον έβαλε στη βαθιά πληγή του.
Έδεσε με το μαντίλι που είχε το λαιμό του, και τρικλίζοντας έφυγε με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει, έφυγε όσο μπορούσε πιο γρήγορα από το σχολείο.
Σφαγμένος, περνώντας από το κοντινό Γύφτικο Μαχαλά, βρήκε καταφύγιο στον Κρουσοβίτη, που είχε τότε πλούσια βλάστηση.
Και χωρίς φαγητό και καμία περίθαλψη, έμεινε κρυμμένος εκεί για μέρες και απέφυγε έτσι τη νέα σύλληψη.
Ο παππούς του πατέρα μου τελικά σώθηκε, και μετά τη σωτηρία του έζησε άλλα 7 χρόνια, με το σοβαρό τραύμα του να τον ταλαιπωρεί μέχρι το θάνατό του.
Έζησε για να διηγείται τον τρόμο και την αγωνία του ίδιου και όλων των σφαγιασθέντων συγκρατουμένων του.
Έχω και πολλές άλλες κακές ιστορίες από τις βάρβαρες και βάναυσες συμπεριφορές των Βουλγάρων και της οικογένειας του πατέρα μου, από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, αλλά και από την εποχή του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου... Νομίζω όμως ότι με τα προηγούμενα σας έδωσα μία εικόνα της δύσκολης και γεμάτης φόβο ζωή όλων των Σιδηροκαστρινών.
Από τα σπουδαία και καθοριστικά γεγονότα που προανέφερα έχουν περάσει ήδη περισσότερα από 110 χρόνια.
Η μνήμη όμως της άγριας αλλά και ηρωικής εκείνης εποχής των Βαλκανικών Πολέμων πρέπει να μείνει ζωντανή σε όλους τους Έλληνες, πολύ δε περισσότερο σε εμάς τους Μακεδόνες... Οι αλτρουιστικές και ηρωικές πράξεις των προγόνων μας μας καθιστούν φύλακες στις παρακαταθήκες τους και μας υποχρεώνουν να κρατήσουμε τη Μακεδονία μας ελεύθερη και ελληνική στους αιώνες. Γεώργιος Τσαταλτζινός 01-06-2026 Συλλέκτης της διήγησης των άνω θλιβερών ιστορικών γεγονότων είναι ο κ Γεώργιος Τσαταλτζινός εγγονός του βασανισθέντος -σφαγιασθεντες και διασωθέντος ήρωες Γεωργίου Τσαταλτζινού ο οποίος με την άδεια του αφηγητή Ευαγγέλου Βαντσίδη έδωσε προς δημοσίευση λίγα από τις διηγήσεις και τα τότε βιώματα του πατέρα του Δημητρίου Βαντσίδη.
Φωτογραφία : Ο Δημήτριος Ι. Βαντσίδης, επιλοχίας λόχου στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Πριν από την ταλαιπωρία του και την αναχώρηση με το Σύνταγμά του, για τις μάχες του Σαγγάριου ποταμού, αφού διέσχισαν την «Αλμυρά Έρημο». Ευάγγελος Βαντσίδης Γεώργιος Τσαταλτζινός 09-06-2026
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους