Οι Αρχηγοί των Πρωταθλητών, Νο17. Ομπντούλιο Βαρέλα. Στις 16 Ιουλίου 1950, το Μαρακανά έμοιαζε με ηφαίστειο έτοιμο να καταπιεί την Ουρουγουάη. Διακόσιες χιλιάδες Βραζιλιάνοι δημιουργούσαν μια σχεδόν...
Οι Αρχηγοί των Πρωταθλητών, Νο17. Ομπντούλιο Βαρέλα. Στις 16 Ιουλίου 1950, το Μαρακανά έμοιαζε με ηφαίστειο έτοιμο να καταπιεί την Ουρουγουάη.
Διακόσιες χιλιάδες Βραζιλιάνοι δημιουργούσαν μια σχεδόν απειλητική ατμόσφαιρα.
Μέσα σε αυτή την ποδοσφαιρική κόλαση, ο αρχηγός Ομπντούλιο Βαρέλα, μεγαλωμένος στις φτωχογειτονιές του Μοντεβιδέο πάτησε το χορτάρι με απόλυτη γνώση της σημαντικότητας της στιγμής.
Δεν σκόπευε να επιτρέψει σε κανέναν εξωτερικό παράγοντα να κλονίσει την αυτοπεποίθησή του.
Γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1917, ο πατέρας του είχε καταγωγή από την Αφρική και η μητέρα του από την Ισπανία και την Ελλάδα.
Μεγάλωσε μόνη τα δέκα παιδιά της μετά την εγκατάλειψη από τον σύζυγό της, ο οποίος εργαζόταν ως ρακοσυλλέκτης. Ο Ομπντούλιο έτρεφε τεράστιο σεβασμό και θαυμασμό για τη μητέρα του, για τον σκληρό αγώνα που έδινε καθημερινά πάνω από τη σκάφη του πλυσίματος.
Για τον λόγο αυτό, επέλεξε να κρατήσει και να κάνει διάσημο σε όλο τον κόσμο το δικό της επώνυμο (Βαρέλα), απορρίπτοντας το επώνυμο του πατέρα του (Μουνιόζ). Έμαθε ποδόσφαιρο στους δρόμους και ανδρώθηκε στη Γοντερέρς του Μοντεβίδεο, έπειτα έκανε λαμπρή καριέρα στη Πενιαρόλ, τον σύλλογο με τον οποίο κέρδισε πέντε πρωταθλήματα Ουρουγουάης.
Το παρατσούκλι που του έδωσαν ήταν "el Negro Jefe" (Ο Μαύρος Αρχηγός) Ήταν αμυντικός μέσος, σωματικά και πνευματικά δυνατός, ψύχραιμος, ηγετικός μέσα και έξω από το γήπεδο. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 δεν είχε τελικό με την κλασική έννοια.
Είχε έναν τελικό όμιλο τεσσάρων ομάδων, και η Βραζιλία χρειαζόταν μόνο ισοπαλία στο τελευταίο παιχνίδι κόντρα στην Ουρουγουάη για να στεφθεί πρωταθλήτρια.
Οι βραζιλιάνικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπώσει τίτλους με τη Βραζιλία ως νέα πρωταθλήτρια κόσμου.
Όλοι στο Μαρακανά περίμεναν μια βραζιλιάνικη γιορτή με καλεσμένη την Ουρουγουάη.
Πριν το ματς οι Ουρουγουανοί παράγοντες επισκέφτηκαν τα αποδυτήρια της ομάδας τους και είπαν στους παίχτες να χάσουν τουλάχιστον με αξιοπρέπεια.
Μόλις έφυγαν και έμειναν οι παίχτες μόνοι τους ο Βαρέλα τους είπε: «Μην κοιτάτε τις κερκίδες, το παιχνίδι παίζεται κάτω.
Αυτοί είναι έντεκα και εμείς είμαστε έντεκα». Στο 47ο λεπτό, η Βραζιλία προηγήθηκε 1-0. Το στάδιο πήρε φωτιά.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Βαρέλα πήρε τη μπάλα από τα δίχτυα, την αγκάλιασε και αρνήθηκε να την επιστρέψει στον διαιτητή.
Κέρδιζε χρόνο, φώναζε, έκανε υποδείξεις στους συμπαίκτες του, έβαλε το κορμί και την ψυχή του ανάμεσα στην ομάδα του και στον πανικό.
Τους έλεγε ότι το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει.
Ότι ένα γκολ δεν σημαίνει τίποτα.
Ότι κανείς δεν έχει κερδίσει ακόμα.
Στο 66ο λεπτό, ο Σκιάφινο ισοφάρισε.
Στο 79ο, ο Τζιγκία έγραψε το 2-1. Το Μαρακανά πάγωσε.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έπεσαν σε σιωπή που ήταν πιο τρομακτική από κάθε βοή.
Στην απονομή, ο πρόεδρος της ΦΙΦΑ Ζιλ Ριμέ, που είχε ετοιμάσει στα γαλλικά την ομιλία του για να συγχαρεί τη Βραζιλία, βρέθηκε να σπρώχνεται μέσα στη σύγχυση, χωρίς τελετή, χωρίς εξέδρα, χωρίς μικρόφωνο.
Έψαξε τον Βαρέλα μέσα στο χάος και του έδωσε το τρόπαιο σχεδόν κρυφά, με μια χειραψία. Ο Βαρέλα το πήρε ήρεμα, σαν να ήταν κάτι που πάντα του ανήκε.
Αργότερα εκείνη τη νύχτα, ενώ το Ρίο βυθιζόταν στην κατάθλιψη, ο Βαρέλα μπήκε σε μια ταβέρνα της πόλης μαζί με μερικούς συμπαίκτες του.
Λένε ότι κανείς δεν τον αναγνώρισε αφού οι Βραζιλιάνοι ήταν απορρόφημενοι στο εθνικό τους πένθος, το οποίο συνοδεύτηκε από αυτοκτονίες, λιποθυμίες, καρδιακά επεισόδια και άλλες ταραχές. «Αν ήξερα το κακό που θα προκαλούσαμε, καλύτερα να είχαμε χάσει». Είχε δηλώσει ο Μαύρος Αρχηγός.
Το χρηματικό έπαθλο που του έδωσε η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ουρουγουάης για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ήταν τόσο μικρό, που του έφτασε ίσα-ίσα για να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο Ford μοντέλο του 1931 (το οποίο του έκλεψαν μία εβδομάδα μετά). Ενώ τα χρυσά μετάλλια και μεγάλα χρηματικά ποσά για τη νίκη πήγαν στους παράγοντες της ομοσπονδίας με τους παίχτες να παίρνουν ψίχουλα. "Αν ήξερα ότι αυτοί θα έπαιρναν τα εύσημα και τα λεφτά, θα είχα βάλει αυτογκόλ". Ο Βαρέλα αγωνίστηκε σε 45 διεθνείς αγώνες με την Ουρουγουάη και αποσύρθηκε το 1954.
Στα τελευταία του χρόνια επέστρεψε εκεί απ' όπου ξεκίνησε, στη φτώχεια, στη σιωπή, στους δρόμους του Μοντεβιδέο που τον είχαν μάθει να μην λυγίζει.
Αρνούνταν πεισματικά να εξαργυρώσει τη δόξα του ή να δεχτεί «ελεημοσύνες» από τους παράγοντες που υποτιμούσε.
Ο άνθρωπος που είχε παγώσει το μεγαλύτερο στάδιο του κόσμου πέθανε το 1996, στα 78 του χρόνια, φτωχός και ξεχασμένος.
Έξι χρόνια αργότερα, το Μοντεβιδέο του αφιέρωσε ένα γήπεδο που φέρει το όνομά του. Οχτώ Χιλιάδων θέσεων, μόνο τόσες χωρούσαν μέσα στη σεμνότητα μιας ζωής που δεν ζήτησε ποτέ τίποτα παραπάνω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους