Η συζήτηση για τη «γυναικοκτονία» έχει ξεφύγει από την ουσία της. Και όσο περισσότερο φωνάζουμε γύρω από τον όρο, τόσο λιγότερο μιλάμε για το ίδιο το φαινόμενο. Τις τελευταίες ημέρες βλέπουμε ξανά...
Η συζήτηση για τη «γυναικοκτονία» έχει ξεφύγει από την ουσία της.
Και όσο περισσότερο φωνάζουμε γύρω από τον όρο, τόσο λιγότερο μιλάμε για το ίδιο το φαινόμενο.
Τις τελευταίες ημέρες βλέπουμε ξανά έναν δημόσιο διάλογο να ανακυκλώνεται γύρω από το αν πρέπει ή όχι να χρησιμοποιείται ο όρος «γυναικοκτονία». Με αφορμή πρόσφατες τοποθετήσεις και τραγικά περιστατικά, η συζήτηση μεταφέρεται από το πεδίο της πολιτικής και της νομοθεσίας, στο πεδίο της ταμπέλας.
Και εκεί χάνεται η ουσία.
Γιατί η ουσία δεν βρίσκεται στη λέξη.
Αν αυτό το φαινόμενο λεγόταν με οποιονδήποτε άλλο τίτλο, το πρόβλημα δεν θα άλλαζε ούτε κατά ελάχιστο.
Ίσως για αυτό τις τελευταίες ημέρες παρακολουθώ αυτή τη συζήτηση με μεγαλύτερη προσοχή.
Ως ιδρύτρια του aboutwoman.gr, τα τελευταία χρόνια, έχω βρεθεί πολύ κοντά σε ιστορίες γυναικών.
Ιστορίες κακοποίησης, φόβου, εξάρτησης, αλλά και δύναμης και αξιοπρέπειας.
Ιστορίες που δεν χωρούν εύκολα ούτε σε τηλεοπτικά παράθυρα ούτε σε λέξεις των 30 δευτερολέπτων.
Και αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολο να βλέπεις μια τόσο βαριά πραγματικότητα να συμπυκνώνεται σε μια επικοινωνιακή αντιπαράθεση γύρω από έναν όρο.
Η ελληνική έννομη τάξη ήδη καλύπτει την ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Η ποινική προστασία της ζωής δεν εξαρτάται από το φύλο του θύματος.
Το έγκλημα δεν γίνεται «βαρύτερο» επειδή αλλάζει η λέξη που το περιγράφει.
Για αυτό και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι λεκτικό.
Είναι νομικό.
Όσοι εισηγούνται την εισαγωγή ειδικού ποινικού ορισμού, οφείλουν να απαντήσουν καθαρά: 1. Τι ακριβώς αλλάζει στον Ποινικό Κώδικα; 2. Ποια νέα αντικειμενικά στοιχεία προστίθενται; 3. Πώς αποδεικνύεται ο «έμφυλος χαρακτήρας» μιας ανθρωποκτονίας πέρα από τις ήδη υπάρχουσες επιβαρυντικές περιστάσεις; 4. Και κυρίως: τι ακριβώς δεν καλύπτεται ήδη από την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως; Κανείς δεν το έχει εξηγήσει.
Ούτε έχει ρωτηθεί.
Φοβάμαι ότι τελικά ο όρος χρησιμοποιείται περισσότερο για να χωρίσει την κοινωνία σε στρατόπεδα, παρά για να προστατεύσει τις γυναίκες.
Και όταν η πολιτική αρχίζει να εργαλειοποιεί τα εγκλήματα για να παράγει πόλωση, τότε χάνεται η δυνατότητα να συζητήσουμε σοβαρά τις πραγματικές λύσεις.
Αν η αλλαγή ενός όρου αρκούσε για να προστατεύσει μια γυναίκα, το πρόβλημα θα είχε λυθεί προ πολλού.
Αντί να συζητάμε γιατί οι δομές δεν λειτουργούν, γιατί καταγγελίες αγνοούνται, γιατί οι προστατευτικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται έγκαιρα και γιατί οι δράστες συχνά είναι ήδη γνωστοί στις αρχές, αναλωνόμαστε σε μια συμβολική διαμάχη που βολεύει πολιτικούς, δημοσιογράφους και τηλεοπτικά πάνελ.
Η ουσία, όμως, δεν βρίσκεται στον τίτλο του προβλήματος.
Βρίσκεται στη λύση του.
Χωρίς απαντήσεις σε αυτά, δεν μιλάμε για νομική μεταρρύθμιση.
Μιλάμε για συμβολισμό.
Και ο συμβολισμός, όταν περνάει στο ποινικό δίκαιο χωρίς σαφή όρια, δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει: ασάφεια, αποδεικτικές δυσκολίες, και τελικά ένα σύστημα που κινδυνεύει να γίνει λιγότερο δίκαιο και όχι πιο αυστηρό.
Ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν υπάρχει ενιαία ποινική αντιμετώπιση.
Άλλες χώρες το εντάσσουν ως επιβαρυντική περίσταση, άλλες το κρατούν σε επίπεδο πρόληψης και καταγραφής, και άλλες δεν το έχουν ενσωματώσει καθόλου ως ξεχωριστή νομική έννοια.
Οι χώρες που αναφέρονται συχνά ως παραδείγματα στην τηλεόραση (Κύπρος, Μάλτα, Κροατία, Ιταλία) ψήφισαν αντίστοιχη νομοθεσία μόλις τα τελευταία τρία χρόνια. Η Ιταλία μάλιστα τον Νοέμβριο του 2025.
Δεν υπάρχουν ακόμη δεδομένα που να δείχνουν ότι ο νόμος μείωσε τις δολοφονίες. Η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία δεν έχουν θεσπίσει αυτοτελές αδίκημα γυναικοκτονίας, ενώ άλλες χώρες επιλέγουν διαφορετικά μοντέλα αντιμετώπισης.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει μία κοινά αποδεκτή ευρωπαϊκή προσέγγιση που απλώς αντιγράφεις.
Υπάρχει όμως κάτι που λείπει από τη δημόσια συζήτηση: η σοβαρότητα.
Γιατί το να μετατρέπεται ένα τόσο βαρύ κοινωνικό φαινόμενο σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης δεν βοηθά ούτε τα θύματα ούτε την κοινωνία.
Το βλέπουμε όταν κόμματα της αντιπολίτευσης σπεύδουν να ζητήσουν συνταγματική κατοχύρωση του όρου με αφορμή κάθε νέα τραγωδία, χωρίς όμως να εξηγούν τι συγκεκριμένα πρέπει να αλλάξει στο παρόν νομοθετικό πλαίσιο.
Το βλέπουμε επίσης όταν ακούμε δημόσια τοποθέτηση ότι «το 95% των γυναικών που δολοφονούνται στην Ελλάδα είναι θύματα γυναικοκτονίας». Χωρίς πηγή, χωρίς μεθοδολογία, και χωρίς να υπάρχει καν νομικός ορισμός βάσει του οποίου να γίνεται αυτή η καταγραφή.
Ένα νούμερο χωρίς βάση δεν είναι επιχείρημα.
Είναι επικοινωνία.
Και οι ανθρώπινες ζωές αξίζουν κάτι παραπάνω.
Η βία δεν αντιμετωπίζεται με λέξεις-σύμβολα.
Ούτε με στρατόπεδα.
Ούτε με νούμερα που βολεύουν.
Αντιμετωπίζεται με πρόληψη, με εκπαίδευση από το σχολείο, με αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου που ήδη υπάρχει, με δομές που βοηθούν το θύμα από την πρώτη στιγμή, με δικηγόρους, με συνεργασία αστυνομίας και πολιτείας, με μηχανισμούς που λειτουργούν στην πράξη και όχι μόνο στα χαρτιά.
Αν θέλουμε πραγματικά να προστατέψουμε γυναίκες -και πιστεύω πως όλοι το θέλουμε- τότε οφείλουμε να απαιτούμε κάτι παραπάνω από συνθήματα: σαφή νομοθεσία, αποδεικτικά κριτήρια, και πολιτική βούληση που δεν εξαρτάται από εκλογικούς κύκλους.
Γιατί καμία γυναίκα δεν σώθηκε ποτέ από έναν τίτλο.
Σώζεται από νόμους που εφαρμόζονται, από θεσμούς που λειτουργούν και από μια κοινωνία που προτιμά την ουσία από τα συνθήματα.
Και όσο εμείς συζητάμε ασταμάτητα για τον τίτλο του εγκλήματος, γυναίκες συνεχίζουν να κακοποιούνται, να απειλούνται και να δολοφονούνται. Όχι επειδή δεν βρήκαμε τη σωστή λέξη. Αλλά επειδή δεν λύσαμε το πρόβλημα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους