Παρακαλώ διαβάστε το με προσοχή Η αντισυνταγματικότητα και η πολιτική και κοινωνική χυδαιότητα της τροπολογίας της κυβέρνησης για τον υπολογισμό των τόκων στις περιπτώσεις του άρθρου 9§2 ν. 3869/2010...
Παρακαλώ διαβάστε το με προσοχή Η αντισυνταγματικότητα και η πολιτική και κοινωνική χυδαιότητα της τροπολογίας της κυβέρνησης για τον υπολογισμό των τόκων στις περιπτώσεις του άρθρου 9§2 ν. 3869/2010 Η κυβέρνηση με τροπολογία εισήγαγε και η παράταξή της ψήφισε στη Βουλή διατάξεις που αφορούν τον υπολογισμό των τόκων στις περιπτώσεις του άρθρου 9§2 ν. 3869/2010, δηλαδή στις δικαστικές ρυθμίσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.
Η παρέμβαση αυτή ήρθε μετά την υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε το αυτονόητο: ότι ο τόκος στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης που όρισε το δικαστήριο και όχι επί ολόκληρου του ρυθμιζόμενου κεφαλαίου.
Από πολιτική άποψη κάθε κυβέρνηση και ιδίως η παρούσα που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 όφειλαν να έχουν ρυθμίσει το ζήτημα με ερμηνευτική διάταξη, ιδίως από την στιγμή κατά την οποία οι τράπεζες και κυρίως οι εισπρακτικές εταιρείες απέστησαν από όσα επί έτη ακολουθούνταν και άρχισαν να απαιτούν μη νόμιμους τόκους.
Η κυβέρνηση άφησε για χρόνια ένα κρίσιμο ζήτημα, που αφορούσε χιλιάδες νοικοκυριά, να κρίνεται μέσα από δικαστικές αντιπαραθέσεις, μέσα από λανθασμένους τραπεζικούς υπολογισμούς και μέσα από επιθετικές πρακτικές εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, Δεν το έπραξαν και τούτο ίσως να ήταν σε καλό των προστατευτέων προσώπων του νόμου αυτού.
Με πολλάκις αποδεδειγμένη την λειτουργία της κυβέρνησης υπέρ των μετόχων των τραπεζών και σε βάρος του (λοιπού) συνόλου της κοινωνίας, εισέτι και αυτής τούτης της υπόστασης του κράτους μας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η όποια "ερμηνευτική πρωτοβουλία" θα στρεφόταν κατά των δανειοληπτών. Ο Αρειος Πάγος με την απόφαση της Ολομέλειας του, ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.
Η ερμηνεία αυτή έχει την αδιαμφισβήτητη έννοια ότι ισχύει από την έναρξη ισχύος του νόμου και σε ολόκληρο το διάστημα εφαρμογής του.
Δεν πρόκειται για νέο κανόνα αλλά για αμετάκλητη δικαστική ερμηνεία του τι ίσχυε εξαρχής, από την έναρξη εφαρμογής του νόμου και σε όλη την διάρκεια ισχύος του και ως προς άπασες τις ρυθμίσεις.
Συνεπώς ο νόμιμος υπολογισμός ήταν αυτός που έκρινε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και ο αντίθετος υπολογισμός που εφάρμοσαν πιστωτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης και αποκτώντες απαιτήσεων ήταν εξαρχής μη νόμιμος.
Επειδή δε ο αντίθετος υπολογισμός ήταν εξαρχής παράνομος, όλες οι συνέπειες που παράχθηκαν από αυτόν ήταν ομοίως παράνομες.
Η κυβέρνηση εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της απόφασης, έφερε στην Βουλή με τροπολογία (δηλαδή χωρίς επεξεργασία από επιτροπή και κυριολεκτικά "νύχτα") διατάξεις υποτίθεται για να ενσωματώσει στο νομικό πλαίσιο τα ερμηνευτικά πορίσματα του Αρείου Πάγου.
Η κυβέρνηση και η Βουλή των Ελλήνων, μαζί με όσους ψήφισαν την διάταξη αποδεικνύει την έλλειψη ποιότητας και ήθους στην παράταξή της, που αποτελεί ουσιώδες αίτιο της καχεξίας και της καταστροφής του τόπου και του λαού, διότι πρόκειται για αντισυνταγματική παρέμβαση σε βάρος των νομίμων δικαιωμάτων των προστατευτέων οφειλετών, ήτοι, πλέον των λοιπών σε παραβίαση της αρχής του κράτους δικαίου.
Οπως θα έχετε πληροφορηθεί οι διατάξεις που έφερε η κυβέρνηση και ψηφίστηκαν από την Βουλή δεν θεσμοθετούν μόνο το ούτως ή άλλως δεσμευτικό ερμηνευτικό πόρισμα του Αρείου Πάγου, αλλά αναφέρονται και σε άλλα αμέσως σχετικά ζητήματα.
Η παράνομη δόση δεν γεννά νόμιμη έκπτωση Η νέα αντισυνταγματική τροπολογία για τον ν. 3869/2010 και η νομοθετική απόπειρα διάσωσης των συνεπειών μιας τραπεζικής παρανομίας Η κυβέρνηση με τροπολογία εισήγαγε και η παράταξή της ψήφισε στη Βουλή διατάξεις που αφορούν τον υπολογισμό των τόκων στις περιπτώσεις του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, δηλαδή του γνωστού «νόμου Κατσέλη» για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, μετά την ετυμηγορία του Αρείου Πάγου δια της υπ’ αριθ. 6/2026 απόφασης της πλήρους Ολομέλειάς του.
Από πολιτική άποψη, κάθε κυβέρνηση, και ιδίως η παρούσα που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019, όπως και οι προηγούμενες, όφειλε να έχει ρυθμίσει το ζήτημα με καθαρή ερμηνευτική διάταξη.
Δεν το έπραξαν.
Και τούτο, όπως αποδεικνύεται, δεν ήταν τυχαίο ούτε ουδέτερο.
Με πολλάκις αποδεδειγμένη τη λειτουργία της κυβέρνησης υπέρ των μετόχων των τραπεζών και σε βάρος του λοιπού συνόλου της κοινωνίας, αλλά και σε βάρος αυτής τούτης της υπόστασης του κράτους μας, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι η όποια «ερμηνευτική πρωτοβουλία» θα στρεφόταν τελικώς κατά των δανειοληπτών.
Παρεμπιπτόντως, πρέπει να επισημανθεί καθαρά ότι ο ν. 3869/2010 απαγόρευε τον ανατοκισμό των ποσών των δόσεων που όριζε η δικαστική απόφαση.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια.
Πρόκειται για ουσιώδες στοιχείο της δικαστικής ρύθμισης και της προστατευτικής λειτουργίας του νόμου.
Και τούτο το επαναλάμβαναν ευλαβικά όλες οι δικαστικές αποφάσεις.
Δεν ήταν θέμα ερμηνευτικής πολυτέλειας.
Ήταν το αυτονόητο περιεχόμενο του νόμου. Ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση της Ολομέλειάς του, ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.
Η ερμηνεία αυτή έχει την αδιαμφισβήτητη έννοια ότι ισχύει από την έναρξη ισχύος του νόμου και σε ολόκληρο το διάστημα εφαρμογής του.
Άλλως, επειδή ο νόμιμος υπολογισμός, όπως τον έκρινε ο Άρειος Πάγος —και είναι πράγματι έτσι λόγω της ρητής απαγόρευσης ανατοκισμού της οφειλής και της οριζόμενης δόσης— ίσχυε και ισχύει από την έναρξη εφαρμογής του νόμου, ισχύει και για όλη τη διάρκεια ισχύος του και ως προς άπασες τις ρυθμίσεις.
Η κυβέρνηση, εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της απόφασης, έφερε στη Βουλή με τροπολογία, δηλαδή χωρίς την κανονική θεσμική επεξεργασία από επιτροπή και κυριολεκτικά «νύχτα», διατάξεις που υποτίθεται ότι ενσωματώνουν στο νομικό πλαίσιο τα ερμηνευτικά πορίσματα του Αρείου Πάγου.
Η κυβέρνηση και η Βουλή των Ελλήνων, μαζί με όσους ψήφισαν τη διάταξη, αποδεικνύουν την έλλειψη ποιότητας και ήθους στην παραγωγή του νόμου, που αποτελεί ουσιώδες αίτιο της καχεξίας και της καταστροφής του τόπου και του λαού.
Όπως θα έχετε πληροφορηθεί, οι διατάξεις που έφερε η κυβέρνηση και ψηφίστηκαν από τη Βουλή δεν θεσμοθετούν μόνο το ούτως ή άλλως δεσμευτικό ερμηνευτικό πόρισμα του Αρείου Πάγου.
Αναφέρονται και σε άλλα αμέσως σχετικά ζητήματα.
Και εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται το πραγματικό σκάνδαλο.
Δεν έχουμε απλώς καθυστέρηση συμμόρφωσης.
Δεν έχουμε απλώς νομοτεχνική αστοχία.
Έχουμε αντισυνταγματική παρανομία μέσω τεχνάσματος.
Έχουμε απόπειρα να εμφανιστεί ως «ερμηνευτική συμμόρφωση» προς τον Άρειο Πάγο μια ρύθμιση που στην πραγματικότητα επιχειρεί να περιορίσει τις συνέπειες της απόφασης του Αρείου Πάγου, να περισώσει αποτελέσματα της παράνομης τραπεζικής πρακτικής και να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων περιπτώσεις τεχνητής ή μονομερούς έκπτωσης δανειοληπτών από δικαστικές αποφάσεις προστασίας της κύριας κατοικίας τους. 1. Δεν πρόκειται για γνήσια ερμηνευτική διάταξη, αλλά για ψευδοερμηνευτική νομοθετική επέμβαση Υπό την επίφαση της συμμόρφωσης προς την υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο νομοθέτης δεν περιορίζεται στην απλή αποτύπωση του ορθού τρόπου υπολογισμού των τόκων.
Αντιθέτως, εισάγει νέες, αυτοτελείς και ουσιωδώς δυσμενείς ρυθμίσεις, οι οποίες δεν έχουν γνήσιο ερμηνευτικό χαρακτήρα, αλλά επιχειρούν να ρυθμίσουν εκ των υστέρων τις συνέπειες μιας μακρόχρονης παράνομης τραπεζικής πρακτικής.
Η διάταξη, κατά το μέρος αυτό, εμφανίζεται ως δήθεν ερμηνευτική, ενώ στην πραγματικότητα είναι ψευδοερμηνευτική.
Δεν αποσαφηνίζει απλώς το νόημα προϋφιστάμενου κανόνα δικαίου.
Επιχειρεί να εισαγάγει νέο δίκαιο για ήδη διαμορφωμένες έννομες σχέσεις, ήδη καταβληθέντα ποσά, ήδη γεννημένες αξιώσεις και ήδη παραχθείσες έννομες συνέπειες.
Το άρθρο 77 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία.
Όμως το άρθρο 77 παρ. 2 θέτει ρητό όριο: νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του.
Αυτό σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί σύμφωνα με το Σύνταγμα να βαφτίζει «ερμηνευτική» μια ουσιαστικά νέα ρύθμιση, για να της δώσει αναδρομική ισχύ και να επηρεάσει έννομες σχέσεις του παρελθόντος.
Δεν δύναται νόμιμα και έγκυρα κατά το Σύνταγμα να προσποιείται ότι απλώς ερμηνεύει τον νόμο, όταν στην πραγματικότητα επιχειρεί να μεταβάλει τις συνέπειες μιας παρανομίας που αποκαλύφθηκε. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεν δημιούργησε νέο κανόνα υπέρ των δανειοληπτών.
Διαπίστωσε ποια ήταν εξαρχής η ορθή έννοια του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.
Επομένως, η απόφασή της σημαίνει ότι ο νόμιμος τρόπος υπολογισμού ίσχυε ήδη από τον χρόνο εφαρμογής του νόμου και ότι η αντίθετη πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών διαχείρισης και των αποκτώντων απαιτήσεων ήταν εξαρχής μη νόμιμη.
Κατά συνέπεια, δεν είναι συνταγματικά ανεκτό ο μεταγενέστερος νομοθέτης να εμφανίζεται ότι εφαρμόζει την απόφαση του Αρείου Πάγου και ταυτόχρονα να περιορίζει, να εξουδετερώνει ή να αφαιρεί τις περιουσιακές συνέπειες που απορρέουν από αυτήν για συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών.
Στην περίπτωση αυτή οι σχετικές διατάξεις είναι ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές διότι παραβιάζονται οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 77 του Συντάγματος, αφού η διάταξη εμφανίζεται ως ερμηνευτική ενώ εισάγει νέο δίκαιο και δη αναδρομικά.
Παραβιάζονται, επίσης, οι διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 26 του Συντάγματος, διότι η νομοθετική λειτουργία δεν μπορεί να επεμβαίνει προσχηματικά στο έργο της δικαστικής διάγνωσης.
Παραβιάζεται, αντίστοιχα, το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι περιορίζεται το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των οφειλετών, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς την αρχή του κράτους δικαίου, την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων και την αναλογικότητα· και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ως προς το δικαίωμα δίκαιης δίκης και ασφάλειας των αποτελεσμάτων της δικαστικής κρίσης. 2. Η τροπολογία δεν αποκαθιστά την παρανομία αλλά επιχειρεί να τη διαχειριστεί με αποκατάσταση μόνο μέρους της παρανομίας Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 της νέας διάταξης δεν λειτουργούν ως απλή αποκατάσταση της νομιμότητας.
Λειτουργούν ως μηχανισμός περιορισμού της.
Αναγνωρίζεται αφενός ότι είχαν καταβληθεί ποσά δυνάμει άλλων μεθόδων υπολογισμού τοκοφορίας, δηλαδή ποσά που δεν αντιστοιχούσαν στον νόμιμο τρόπο υπολογισμού.
Αφετέρου, όμως, η έννομη συνέπεια της αναγνώρισης αυτής διαφοροποιείται εις βάρος όσων οι ρυθμίσεις έχουν περατωθεί ή όσων θεωρείται ότι έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτοι.
Έτσι, ο νομοθέτης δεν αποκαθιστά ενιαία την παρανομία, αλλά την υποθάλπει και την θεσμοθετεί, πριν στεγνώσει καν το μελάνι της απόφασης του Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Επιλέγει ποιες συνέπειές της θα θεραπευθούν και ποιες θα διατηρηθούν.
Αυτό είναι η καρδιά του σκανδάλου.
Αν ο υπολογισμός ήταν παράνομος, ήταν παράνομος για όλους.
Δεν μπορεί να είναι παράνομος για τον ενεργό οφειλέτη, αλλά να διατηρεί τις συνέπειές του εις βάρος εκείνου που κατέρρευσε ακριβώς επειδή του ζητούσαν παράνομη δόση.
Δεν μπορεί η ίδια παρανομία να παράγει αποκατάσταση για έναν και απώλεια δικαιώματος για άλλον.
Η διαφοροποίηση αυτή προσβάλλει ευθέως το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω άνισης μεταχείρισης οφειλετών που υπέστησαν την ίδια παράνομη πρακτική και μεταχείριση.
Παραβιάζει δε και το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω απώλειας ή αποδυνάμωσης περιουσιακών αξιώσεων.
Παραβιάζει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω παραβίασης της αναλογικότητας και του κοινωνικού κράτους δικαίου.
Προσβάλλει το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι η νομοθετική εξαίρεση δεν μπορεί να στερεί την πρακτική αποτελεσματικότητα της δικαστικής κρίσης.
Ελέγχεται, τέλος, και υπό το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ και το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, εφόσον η διαφοροποίηση μεταξύ «ενεργών», «περατωμένων» και «εκπτωτέων» ρυθμίσεων δεν στηρίζεται σε θεμιτό και αναλογικό κριτήριο. 3. Η παρ. 3 είναι ανεκτή μόνο ως τεχνική αποτύπωση, όχι ως εργαλείο νομιμοποίησης παράνομων λογαριασμών Στο ίδιο πλαίσιο, ελέγχεται και η παράγραφος 3 της νέας διάταξης, στο μέτρο που χρησιμοποιείται όχι απλώς για την περιγραφή του ορθού τρόπου απόσβεσης κάθε νόμιμης δόσης, αλλά ως βάση μεταγενέστερης, περιοριστικής και επιλεκτικής εκκαθάρισης των συνεπειών της παρανομίας.
Η διάταξη της παραγράφου 3 μπορεί να γίνει ανεκτή μόνο ως τεχνική αποτύπωση του νόμιμου τρόπου καταλογισμού της καταβολής σε τόκο και κεφάλαιο.
Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί για να νομιμοποιήσει αναδρομικά προηγούμενους παράνομους λογαριασμούς, ούτε για να περιορίσει την αναζήτηση ή τον συμψηφισμό υπερκαταβληθέντων ποσών.
Αν η παράγραφος 3 χρησιμοποιηθεί ως ψευδοερμηνευτική βάση αναδρομικού περιορισμού δικαιωμάτων, προσκρούει στο άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος.
Αν οδηγήσει σε απώλεια περιουσιακής αξίωσης, προσκρούει στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ.
Αν λειτουργήσει ως μηχανισμός αποστέρησης του δικαστικού επανυπολογισμού, προσκρούει στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Αν επιβάλει δυσανάλογη συνέπεια, προσκρούει στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. 4. Η φράση-κλειδί του τεχνάσματος: «έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτες» Η πλέον δυσώδης και παράνομη ρύθμιση και διατύπωση είναι η αναφορά σε ρυθμίσεις που έχουνε "εκπέσει" ή ως προς τις οποίες «έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτες». Η μία χειρότερη και πλέον παράνομη της άλλης.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αντισυνταγματικής μεθόδευσης την κυβέρνησης και του κόμματός της.
Η διατύπωση αυτή δεν αναφέρεται σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει δικαστική κρίση περί έκπτωσης.
Αναφέρεται σε περιπτώσεις στις οποίες, κατά την αντίληψη του πιστωτή, της εταιρείας διαχείρισης ή του αποκτώντος την απαίτηση, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκπτωση.
Με τον τρόπο αυτό εισάγεται μια απαράδεκτη ενδιάμεση κατηγορία που οδηγεί σε απώλεια νομίμων δικαιωμάτων: ο οφειλέτης δεν έχει κηρυχθεί δικαστικά έκπτωτος, αλλά αντιμετωπίζεται νομοθετικά σαν να βρίσκεται ήδη εκτός προστασίας.
Αυτό είναι θεσμικά αδιανόητο.
Η κατασκευή αυτή είναι αντίθετη προς τη συνταγματική τάξη.
Η δικαστική απόφαση υπαγωγής στον ν. 3869/2010 και εξαίρεσης της κύριας κατοικίας από την εκποίηση δεν αποτελεί ιδιωτική σύμβαση.
Δεν αποτελεί τραπεζική ανοχή.
Δεν αποτελεί ρύθμιση που μπορεί να καταλυθεί με εξώδικο ιδιώτη.
Αποτελεί πράξη της δικαιοδοτικής λειτουργίας.
Δεν μπορεί, επομένως, να καταλύεται, να αδρανοποιείται ή να αποδυναμώνεται με μονομερή δήλωση ιδιώτη, πολλώ μάλλον όταν ο ίδιος ιδιώτης ή οι δικαιοπάροχοί του είναι εκείνοι που εφάρμοσαν τον παράνομο τρόπο υπολογισμού των καταβολών και είναι φορείς παράνομου πλουτισμού.
Η έκπτωση από δικαστική ρύθμιση τέτοιας βαρύτητας, η οποία συνεπάγεται απώλεια της προστασίας της κύριας κατοικίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί απλό λογιστικό γεγονός και αντικείμενο μονομερούς ιδιωτικής θεώρησης.
Προϋποθέτει δικαστικό έλεγχο της ύπαρξης νόμιμης, πραγματικής, ληξιπρόθεσμης και υπαίτιας καθυστέρησης.
Η κρίση αυτή δεν μπορεί να ανατεθεί στον πιστωτή.
Διαφορετικά, απονέμεται σε ιδιώτη λειτουργία ουσιαστικά δικαιοδοτική, κατά παράβαση της διάκρισης των λειτουργιών, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της αρχής του κράτους δικαίου.
Εδώ παραβιάζονται ευθέως το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι ο οφειλέτης στερείται προηγούμενης ουσιαστικής δικαστικής κρίσης για την απώλεια δικαστικά αναγνωρισμένης προστασίας.
Παραβιάζεται το άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος, διότι λειτουργία δικαστικής διάγνωσης μεταφέρεται στην πράξη σε ιδιώτη πιστωτή ή servicer.
Παραβιάζεται το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η απώλεια κύριας κατοικίας χωρίς προηγούμενη δικαστική διαπίστωση είναι δυσανάλογη.
Ενεργοποιείται επίσης το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, όταν η συνέπεια είναι η απώλεια της κατοικίας, καθώς και το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, εάν δεν παρέχεται πραγματικό και έγκαιρο ένδικο βοήθημα πριν από την παραγωγή μη αναστρέψιμων συνεπειών.
Η δικαστική απόφαση ρύθμισης οφειλών δεν είναι τραπεζική σύμβαση για να λύνεται με εξώδικο.
Είναι πράξη της δικαστικής λειτουργίας.
Και οι δικαστικές αποφάσεις δεν ανατρέπονται με μονομερείς δηλώσεις ιδιωτών, παρά μονό με δικαστικές αποφάσεις. 5. Η παράνομη δόση δεν μπορεί να γεννά νόμιμη έκπτωση Ακόμη σοβαρότερο και πλέον δυσώδες για την κυβέρνηση και την κυβερνητική πλειοψηφία είναι το γεγονός ότι οι δήθεν προϋποθέσεις έκπτωσης σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων δεν γεννήθηκαν από πραγματική αθέτηση του οφειλέτη, αλλά από την ίδια την παράνομη μέθοδο υπολογισμού των τόκων.
Ο οφειλέτης που όφειλε, κατά τη δικαστική απόφαση και τον νόμο, να καταβάλλει π.χ. 250 ευρώ μηνιαίως, βρέθηκε να του ζητείται ποσό 500 ή 550 ευρώ με βάση παράνομο εκτοκισμό.
Η αδυναμία του να ανταποκριθεί σε αυτή την παράνομα διογκωμένη δόση δεν αποτελεί υπαίτια καθυστέρηση.
Αποτελεί συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του πιστωτή.
Εδώ βρίσκεται το νέο σκάνδαλο.
Οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης ζητούσαν παράνομα διογκωμένες δόσεις.
Ο προστατευτέος δανειολήπτης δεν μπορούσε να πληρώσει το παράνομο ποσό.
Η αδυναμία πληρωμής της παράνομης δόσης βαφτίστηκε καθυστέρηση.
Η καθυστέρηση βαφτίστηκε πλήρωση προϋποθέσεων έκπτωσης.
Και τώρα ο νομοθέτης εμφανίζεται να λαμβάνει υπόψη αυτές τις «προϋποθέσεις έκπτωσης» προκειμένου να εξαιρέσει από τις αυτόθροες συνέπειες των παρανομιών τα θύματά τους.
Δεν είναι ουδέτερο.
Δεν είναι νόμιμο.
Είναι προϊόν της ίδιας της παρανομίας.
Δεν μπορεί η παράνομη δόση να παράγει νόμιμη έκπτωση.
Δεν μπορεί η τεχνητή και παράνομη αύξηση της μηνιαίας επιβάρυνσης να μετατρέπεται σε λόγο απώλειας της κύριας κατοικίας.
Δεν μπορεί ο πιστωτής να δημιουργεί ο ίδιος την αδυναμία πληρωμής και στη συνέχεια να την επικαλείται ως δήθεν ασυνέπεια του οφειλέτη.
Δεν μπορεί η παρανομία στον υπολογισμό να γίνεται όπλο εκτέλεσης του θύματος.
Δεν μπορεί ο παρανομών πιστωτής να ανταμείβεται από τον νόμο.
Τέτοια ερμηνεία αντέχει μόνο σε κοινωνία που έχει παραιτηθεί από την έννοια του δικαίου.
Δεν αντέχει σε Σύνταγμα.
Δεν αντέχει σε κράτος δικαίου.
Δεν αντέχει σε καμία σοβαρή έννομη τάξη.
Συνταγματικά, παραβιάζεται το άρθρο 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, διότι απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και επιβάλλεται σεβασμός της αναλογικότητας.
Θίγεται το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον εξομοιώνεται ο πραγματικά ασυνεπής οφειλέτης με τον οφειλέτη που λύγισε από παράνομη δόση.
Παραβιάζεται το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, όταν η απώλεια κατοικίας και περιουσίας συνδέεται με προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Θίγεται το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, καθώς και το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, εφόσον το αποτέλεσμα είναι απώλεια κατοικίας.
Ελέγχεται επίσης το άρθρο 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ και το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, λόγω άνισης και δυσανάλογης μεταχείρισης.
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις με τις οποίες εξαιρούνται οι κηρυχθέντες έκπτωτοι προστατευτέοι δανειολήπτες ή οι πληρούντες τις προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτοι είναι πολιτικά και κοινωνικά χυδαίες και ακραία αντισυνταγματικές.
Οι τράπεζες και κυρίως οι εισπρακτικές εταιρείες χρέωναν με παράνομους τόκους τις ρυθμισμένες δικαστικά οφειλές με αποτέλεσμα αυτές σχεδόν να διπλασιάζονται.
Οι οφειλέτες επικαλούμενοι το νόμο και την ορθή ερμηνεία του κατέβαλαν την δόση ως όριζε ο νόμος και έκρινε ο Αρειος Πάγος.
Αλλοι δεν μπορούσαν να καταβάλουν τις τεράστιες δόσεις και εγκατέλειπαν την προσπάθεια.
Απαντες κηρύσσονταν μονομερώς και αντισυνταγματικά ως αναφέρθηκε έκπτωτοι από τις εισπρακτικές εταιρείες διαχείρισης των δανείων και σε κάθε περίπτωση ως πληρούντες τις προϋποθέσεις για να κηρυχθούν έκπτωτοι.
Σήμερα η κυβέρνηση έρχεται να νομιμοποιήσει με ακραίες αντισυνταγματικές διατάξεις την χυδαία αυτή παρανομία και αποπειράται με το νόμο που εισήγαγε και ψήφισε να στερήσει τα νόμιμα δικαιώματα, την δικαστική προστασία και την κρίσιμη βιοτική περιουσία από ανθρώπους που αντιστάθηκαν στις ακραίες παρανομίες ή λύγισαν απροστάτευτοι μπροστά σε αυτές.
Αποπειράται να δικαιώσει τους επί έτη παρανομούντες εισπρακτικούς μηχανισμούς.
Οποιος σε αυτόν το τόπο στηρίζει αυτές τις πρακτικές δεν έχει θέση ανάμεσα μας.
Είναι απόλυτα και εγκληματικά επιζήμιος. 6. Η παράγραφος 6 αποκαλύπτει την πραγματική στόχευση: πρώτα οι ροές των funds, μετά ο πολίτης Η παράγραφος 6 αποκαλύπτει ακόμη σαφέστερα την πραγματική στόχευση της ρύθμισης.
Αντί ο νομοθέτης να θέσει ως πρώτο μέλημα την αποκατάσταση των δανειοληπτών και την ανασύσταση των ρυθμίσεων που κατέρρευσαν λόγω παράνομων απαιτήσεων, ρυθμίζει τις εσωτερικές οικονομικές σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και αποκτώντων απαιτήσεων στο πλαίσιο των μεταβιβάσεων και τιτλοποιήσεων.
Δηλαδή, η νομοθετική μέριμνα μετατοπίζεται από τον προστατευτέο οφειλέτη και την κύρια κατοικία του προς τη λογιστική τακτοποίηση των ροών μεταξύ τραπεζών, funds και μηχανισμών τιτλοποίησης.
Η ρύθμιση αυτή είναι θεσμικά απαράδεκτη.
Τα υπερβάλλοντα ποσά που εισπράχθηκαν με βάση παράνομη μέθοδο υπολογισμού δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως αντικείμενο εκκαθάρισης μεταξύ τραπεζών και αποκτώντων απαιτήσεων.
Αποτελούν περιουσιακές αξιώσεις των οφειλετών ή, τουλάχιστον, ποσά που πρέπει να ληφθούν υπόψη υπέρ αυτών για την ανασύνταξη της ρύθμισης, την απομείωση του υπολοίπου, τη μείωση των δόσεων και την αποκατάσταση της δικαστικής προστασίας που απώλεσαν εξαιτίας της παράνομης πρακτικής.
Με άλλα λόγια: το κράτος εμφανίζεται να φροντίζει πρώτα να τακτοποιήσει τα λογιστικά συμφέροντα τραπεζών και αποκτώντων απαιτήσεων και όχι πρώτα να αποκαταστήσει τον ζημιωθέντα πολίτη.
Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική.
Δεν είναι εφαρμογή δικαστικής απόφασης.
Είναι τεχνική διάσωση χρηματοοικονομικών ροών εις βάρος των ανθρώπων που προστατεύθηκαν από τη Δικαιοσύνη.
Στο σημείο αυτό παραβιάζονται ή ενεργοποιούνται το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, όταν η κοινωνικά ευάλωτη θέση του οφειλέτη και η κατοικία του υποτάσσονται πλήρως σε μηχανισμούς χρηματοοικονομικής εκκαθάρισης· το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω προνομιακής νομοθετικής μεταχείρισης οργανωμένων πιστωτικών φορέων έναντι φυσικών προσώπων οφειλετών· το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, διότι τα υπερβάλλοντα ποσά έχουν κατ’ αρχήν σχέση με την περιουσία του οφειλέτη· το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος, ως προς την ειδική κρατική μέριμνα για την κατοικία· το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς το κοινωνικό κράτος δικαίου και την αναλογικότητα· και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ως προς τον σεβασμό της κατοικίας.
Επικουρικώς, εφόσον συντρέχει πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω μηχανισμών τιτλοποίησης, εποπτείας, τραπεζικού δικαίου ή κρατικών εγγυήσεων, ενεργοποιούνται και τα άρθρα 17 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 6. Τα περιουσιακά δικαιώματα των δανειοληπτών και η ΕΣΔΑ Η απώλεια των αξιώσεων επανυπολογισμού, συμψηφισμού, επιστροφής ή απομείωσης της οφειλής προσβάλλει ευθέως το περιουσιακό δικαίωμα των δανειοληπτών, όπως προστατεύεται από το Σύνταγμα και από το διεθνές δίκαιο, ιδίως από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Όταν ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται ότι ο νόμιμος υπολογισμός ήταν διαφορετικός, ο οφειλέτης αποκτά ή πάντως επιβεβαιώνει περιουσιακή αξίωση σχετική με τις παράνομες καταβολές καταβολές, τον επανυπολογισμό της οφειλής και την αποκατάσταση της ρύθμισής του.
Ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί, με μεταγενέστερη και ψευδοερμηνευτική διάταξη, να αφαιρεί αναδρομικά την πρακτική αξία αυτής της δικαστικά αναγνωρισμένης θέσης.
Η προσβολή δεν αφορά μόνο χρηματική αξίωση.
Αφορά και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, την προστασία της κατοικίας, την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη του πολίτη στη δικαστική απόφαση.
Ο οφειλέτης που προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υπήχθη σε δικαστική ρύθμιση και έλαβε προστασία της κύριας κατοικίας του δεν μπορεί να βλέπει τη ρύθμιση αυτή να καταρρέει επειδή ο πιστωτής εφάρμοσε παράνομο υπολογισμό και ο νομοθέτης, εκ των υστέρων, αντί να αποκαταστήσει την παρανομία, οργανώνει τη διάσωσή της.
Εδώ παραβιάζονται ή τίθενται σε εφαρμογή το άρθρο 17 παρ. 1 Συντ., το άρθρο 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. ως προς την υπερνομοθετική ισχύ της ΕΣΔΑ και των Πρωτοκόλλων της, το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. και το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ. λόγω ασφάλειας δικαίου, προστατευόμενης εμπιστοσύνης και αναλογικότητας, καθώς και το άρθρο 77 παρ. 2 Συντ., αν η αφαίρεση των συνεπειών επιχειρείται αναδρομικά με ψευδοερμηνευτική διάταξη.
Η κατοικία δεν είναι απλό περιουσιακό αντικείμενο.
Είναι κοινωνική βάση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του οικογενειακού βίου, της προσωπικής ασφάλειας και της δυνατότητας του ανθρώπου να ζει ως πολίτης και όχι ως διαρκής όμηρος ενός ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού μηχανισμού.
Γι’ αυτό, πέραν του άρθρου 17 Συντ. και του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, ενεργοποιείται και το άρθρο 21 παρ. 4 Συντ., που προβλέπει ειδική μέριμνα του Κράτους για την απόκτηση κατοικίας από όσους τη στερούνται ή στεγάζονται ανεπαρκώς, καθώς και το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, που προστατεύει τον σεβασμό της κατοικίας. 8. Η μόνη συνταγματικά ανεκτή λύση: πλήρης επανυπολογισμός, πλήρης δικαστικός έλεγχος, πλήρης αποκατάσταση Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν, αν πρόκειται να διασωθούν συνταγματικά, αποκλειστικά υπό την έννοια ότι καμία έκπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επέλθει ή ότι οι προϋποθέσεις της έχουν πληρωθεί, εάν δεν προηγηθεί πλήρης δικαστικός έλεγχος.
Ο έλεγχος αυτός πρέπει να περιλαμβάνει: Πρώτον, επανυπολογισμό όλων των καταβολών με βάση τον νόμιμο τρόπο τοκοφορίας.
Δεύτερον, καταλογισμό όλων των επιπλέον καταβολών υπέρ του οφειλέτη.
Τρίτον, επανεξέταση του πραγματικού υπολοίπου.
Τέταρτον, έλεγχο αν υφίσταται πραγματική καθυστέρηση νόμιμων δόσεων.
Πέμπτον, αυτοτελή κρίση περί υπαιτιότητας του οφειλέτη ή απώλειας της ρύθμισης λόγω αντικειμενικής αδυναμίας που οφείλεται εν όλω ή εν μέρει σε αδυναμία ανταπόκρισης στις παράνομες δόσεις.
Έκτον, έλεγχο τυχόν καταχρηστικής συμπεριφοράς του πιστωτή.
Κάθε άλλη ερμηνεία θα οδηγούσε στο ακραίο και συνταγματικά ανεπίτρεπτο αποτέλεσμα ο παρανομών πιστωτής να επιβραβεύεται: να εισπράττει παράνομα αυξημένες δόσεις, να προκαλεί την αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, να επικαλείται την αδυναμία αυτή ως λόγο έκπτωσης και, στη συνέχεια, να προστατεύεται νομοθετικά από τις συνέπειες της παρανομίας του.
Αν δεν είναι δυνατή συνταγματικά σύμφωνη ερμηνεία, οι διατάξεις αυτές πρέπει να μείνουν ανεφάρμοστες κατά το αντισυνταγματικό τους μέρος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Δεν ζητείται από τον δικαστή να καταργήσει τον νόμο.
Ζητείται να πράξει το συνταγματικό του καθήκον: να μην εφαρμόσει, στην επίδικη περίπτωση, διάταξη που οδηγεί σε αντισυνταγματική και αντίθετη στην ΕΣΔΑ απώλεια δικαιωμάτων. 9. Ο νομικός κόσμος οφείλει να πάρει θέση Ο νομικός κόσμος δεν μπορεί να σιωπήσει.
Οι δικαστές, οι δικηγόροι, οι πανεπιστημιακοί, οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι ενώσεις καταναλωτών και κάθε θεσμικός φορέας που σέβεται το κράτος δικαίου οφείλουν να δουν το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση.
Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικό θέμα υπολογισμού τόκων.
Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικό θέμα υπολογισμού τόκων.
Πρόκειται για το εάν η παρανομία μπορεί να γίνει θεμέλιο δικαιωμάτων υπέρ εκείνου που την προκάλεσε.
Πρόκειται για το εάν μια δικαστική απόφαση προστασίας κατοικίας μπορεί να αποδυναμώνεται με μονομερή ιδιωτική δήλωση και δη εδραζόμενη σε παράνομους και υπέρογκους ιδιωτικούς υπολογισμούς.
Πρόκειται για το εάν ο νομοθέτης μπορεί, μετά την αποκάλυψη μιας παράνομης πρακτικής, να περιορίζει τις συνέπειές της για να προστατεύσει τους ισχυρούς μηχανισμούς της αγοράς απαιτήσεων, σε βάρος των θυμάτων των παράνομων αξιώσεων και πρακτικών τους.
Πρόκειται για το αν η παρανομία μπορεί να γίνει θεμέλιο δικαιωμάτων υπέρ εκείνου που την προκάλεσε.
Πρόκειται για το αν μια δικαστική απόφαση προστασίας κατοικίας μπορεί να αποδυναμώνεται με μονομερή ιδιωτική δήλωση.
Πρόκειται για το αν ο νομοθέτης μπορεί, μετά την αποκάλυψη μιας παράνομης πρακτικής, να περιορίζει τις συνέπειές της για να προστατεύσει τους ισχυρούς μηχανισμούς της αγοράς απαιτήσεων.
Πρόκειται για το αν το Σύνταγμα θα λειτουργεί ως πραγματικό όριο της εξουσίας ή ως διακοσμητικό κείμενο που παραμερίζεται κάθε φορά που πιέζονται συμφέροντα τραπεζών, servicers και funds.
Η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή.
Η παράνομη δόση δεν γεννά νόμιμη έκπτωση.
Η παράνομη χρέωση δεν γεννά υπαίτια καθυστέρηση.
Η μονομερής δήλωση ιδιώτη δεν ανατρέπει δικαστική προστασία.
Ο νομοθέτης δεν μπορεί να βαφτίζει «ερμηνεία» τη μεταγενέστερη προστασία μιας παράνομης πρακτικής.
Η συμμόρφωση προς τον Άρειο Πάγο δεν μπορεί να είναι μερική, ελεγχόμενη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες των τραπεζών, των funds και των τιτλοποιήσεων. 10. Συμπέρασμα: αυτό δεν είναι κράτος δικαίου· είναι νομοθετική προστασία της παρανομίας σε βάρος των θυμάτων της.
Με μία φράση: η παρανομία στον υπολογισμό των δόσεων δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο απώλειας της δικαστικής προστασίας.
Αντιθέτως, αποτελεί λόγο επανυπολογισμού, αποκατάστασης, αναβίωσης ή συνέχισης της ρύθμισης και προστασίας του οφειλέτη από κάθε πράξη εκτέλεσης που στηρίζεται σε τεχνητά δημιουργημένη δήθεν καθυστέρηση.
Η τροπολογία δεν πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη συμμόρφωσης προς τον Άρειο Πάγο, αλλά ως απόπειρα παραβίασης της συμμόρφωσης, με ταυτόχρονη διατήρηση των συνεπειών της παράνομης τραπεζικής πρακτικής σε βάρος όσων δανειοληπτών κατέρρευσαν εξαιτίας της.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι ο υπολογισμός ήταν λανθασμένος, αλλά αρνείται να αποκαταστήσει όσους ζημιώθηκαν από αυτόν.
Αναγνωρίζει ότι υπήρξαν παράνομες απαιτήσεις και παράνομες καταβολές, αλλά ρυθμίζει πώς θα κινηθούν οι ροές μεταξύ τραπεζών και αποκτώντων απαιτήσεων.
Αναγνωρίζει ότι η δόση έπρεπε να είναι μικρότερη, αλλά αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να θεωρηθούν έκπτωτοι όσοι δεν μπόρεσαν να πληρώσουν την παράνομα μεγαλύτερη δόση και τους αφήνει εντελώς απροστάτευτους, τους καταδικάζει.
Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου.
Είναι νομοθετική προστασία της παρανομίας μετά την αποκάλυψή της.
Και για τον λόγο αυτό οι σχετικές διατάξεις, κατά το μέρος που νομιμοποιούν, συντηρούν ή προϋποθέτουν εξωδικαστικές εκπτώσεις, απώλεια περιουσιακών αξιώσεων ή περιορισμό των συνεπειών της ΟλΑΠ 6/2026, προσκρούουν ιδίως στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 21 παρ. 4, 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 3, 28 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος· στα άρθρα 6 παρ. 1, 8, 13 και 14 της ΕΣΔΑ· στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ· και, επικουρικώς, εφόσον συντρέχει πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, στα άρθρα 7, 17, 38, 47, 51 και 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ελάχιστο που οφείλει πλέον η Δικαιοσύνη είναι να απαιτήσει πλήρη επανυπολογισμό, πλήρη δικαστικό έλεγχο και πλήρη αποκατάσταση.
Όχι προστασία των παράνομων συνεπειών.
Όχι νομιμοποίηση των τεχνητών εκπτώσεων.
Όχι μετατροπή της δικαστικής προστασίας της κύριας κατοικίας σε λογιστικό υπόλοιπο των servicers.
Η κύρια κατοικία δεν σώθηκε με χάρη της τράπεζας.
Σώθηκε με δικαστική απόφαση.
Ο,τι σώθηκε με δικαστική απόφαση δεν μπορεί να χαθεί με παράνομο λογαριασμό, εξώδικο ιδιώτη και μεταγενέστερη ψευδοερμηνευτική τροπολογία. Δημήτρης Απ. Καραμήτσας Δικηγόρος πρ. Πρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Καταναλωτών "Η Παρέμβαση" , πρ. Πρόεδρος Ενωσης Καταναλωτών ν. ΙΝΚΑ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους