«Γιώργο, φτάνει πια! Πόσες φορές θα ανοίξεις αυτή τη συζήτηση; Δεν είσαι πια παιδί!» Η φωνή της μάνας μου ακούστηκε κοφτερή σαν ξυράφι, μια βραχνάδα από καπνούς και ανεκπλήρωτα όνειρα. Καθόμουν στην...
«Γιώργο, φτάνει πια! Πόσες φορές θα ανοίξεις αυτή τη συζήτηση; Δεν είσαι πια παιδί!» Η φωνή της μάνας μου ακούστηκε κοφτερή σαν ξυράφι, μια βραχνάδα από καπνούς και ανεκπλήρωτα όνειρα.
Καθόμουν στην κουζίνα, δίπλα στο παλιό ξύλινο τραπέζι με τις γρατζουνιές, νιώθοντας μικρός• παρ’ όλα τα τριανταπέντε μου, πάντα ένιωθα απροστάτευτος.
Αυτή η πόρτα μπροστά μου, η βαριά της γειτονιάς των Πετραλώνων, ήταν κάποτε το μόνο μου καταφύγιο.
Ο πατέρας δεν ήταν ποτέ σταθερός — έφευγε, εμφανιζόταν ξανά, σαν το μελτέμι που ανακατεύει τη θάλασσα αλλά δεν κάθεται ποτέ κάπου.
Η επιστροφή του για εκείνο το κυριακάτικο τραπέζι ήταν σαν χαστούκι στη μνήμη μου.
Όταν τον είδα να διασχίζει το προαύλιο, το πρόσωπό του κουρασμένο, με εκείνα τα βήματα «για να δώσω άλλη μια ευκαιρία», όλοι μας παγώσαμε. «Γιώργο, χάρηκα που σε βρήκα εδώ, αγόρι μου…» Μισοχαμογελούσε.
Η φωνή του ασταθής, σαν να περίμενε να καταρρεύσω, έτοιμος να γυρίσει πάλι την πλάτη του αν δεν τον δεχτώ.
Δεν απάντησα.
Έσυρα με δύναμη την καρέκλα, βυθισμένος στις μνήμες, στα έντονα συναισθήματα της εγκατάλειψης.
Το βάρος του να προδώσει, τότε μικρό παιδί, οι υποσχέσεις για παγωτό στην Αγία Μαρίνα που ποτέ δεν κράτησε, εκείνο το δέντρο που φύτεψα κάτω από το χαμόγελό του – όλα ξεθώριαζαν μπροστά στην ανάγκη να προφυλάξω εμένα. «Μάλλον καλύτερα να φύγω, ε;» είπε η μάνα μου πικρά, τραβώντας τη ρόμπα της πάνω απ’ το αδύνατο κορμί της. «Δεν θέλω να γίνομαι μάρτυρας ξανά σ’ αυτόν τον παραλογισμό.
Εγώ σας μεγάλωσα, όχι αυτός!» Η φωνή της γεμάτη προσδοκία και θυμό.
Κοίταξα τον αδερφό μου, τον Πέτρο, που είχε γυρίσει το βλέμμα στο πάτωμα, πιάνοντας μηχανικά το ξεφτισμένο κομπολόι του παππού, λες και μετρούσε τις στιγμές ως την επόμενη καταιγίδα.
Εκείνη την ημέρα, κάθε βλέμμα, κάθε σιωπή, ξεχείλιζε από μη ειπωμένες λέξεις.
Μετά το φαγητό, βγήκαμε μαζί με τον πατέρα να «τσιμπήσουμε ένα τσιγάρο» στο μπαλκόνι.
Εκεί που παιδιά παίζαν ακόμα μπάλα, και γείτονες κουβέντιαζαν πολιτική και πόσο δύσκολα έγιναν τα πράγματα μετά τα μνημόνια.
Οι μυρωδιές από τη λαϊκή της Παρασκευής έρχονταν μαζί με το βαρύ απογευματινό φως. «Γιώργο, άκουσέ με… Ξέρω πως τα ‘κανα θάλασσα.
Ξέρω πως φοβάσαι.
Φοβάσαι, ε; Ότι θα σε παρατήσω πάλι; Ότι μην αγαπώντας με, θα σώσεις τον εαυτό σου.» Η φωνή του έσπαγε, τα χέρια του έτρεμαν• πόσα ψέματα είχε πει στον εαυτό του, άραγε; Εγώ ήξερα μόνο πως ήθελα να ουρλιάξω.
Να του πω πως το να επιστρέφεις δεν σβήνει το κενό.
Πως η ασφάλεια έχει σπάσει σαν γυαλί. «Γιατί ήρθες;» τον ρώτησα.
Η μέσα μου φωνή έτρεμε, μισόφυγε, μισοκράτησε. «Γιατί νοστάλγησα...» ψιθύρισε, και ξαφνικά φάνηκε πιο γέρος, πιο μικρός από μένα. «Νοστάλγησα τις Κυριακές μας, εκείνη τη ζεστή αγκαλιά που δεν είχα ποτέ μετά, το φως στα μάτια σου.
Ξέρω πως πρόδωσα.
Μα εσύ; Κατάφερες να συγχωρέσεις;» Απάντησα τελικά, όχι γιατί τον πίστευα, αλλά γιατί το χρειάζονταν και οι δυο μας. «Από μικρός έμαθα να ζω με τις τρύπες σου.
Συγχωρώ από συνήθεια, αλλά ποτέ δεν εμπιστεύομαι πια.
Τι είναι, άραγε, η συγχώρεση; Αποδοχή ή συμβιβασμός με την απώλεια;» Αυτό το απόγευμα, οι δρόμοι της Αθήνας έξω άρχισαν να γεμίζουν βιαστικές φωνές, οι μηχανάκια να στριμώχνονται στα φανάρια, τα παιδιά να ξεφωνίζουν.
Μέσα, στο διαμέρισμά μας, η μάνα ξέσπασε σε λυγμούς, ο Πέτρος βγήκε από το σπίτι με κρότο, αφήνοντάς μας μετέωρους.
Ο πατέρας ήθελε να μείνει. Μα η παρουσία του ήταν βαριά, βουβή. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους