[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η αμηχανία του βλέμματος Περπατώντας, συνήθως το σούρουπο, παρατηρώ τους ανθρώπους και φτιάχνω μικρές, βιαστικές αυθαιρεσίες με το νου μου. Οι οποίες, εφήμερες και θνητές, πεθαίνουν από αδιαφορία ή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η αμηχανία του βλέμματος Περπατώντας, συνήθως το σούρουπο, παρατηρώ τους ανθρώπους και φτιάχνω μικρές, βιαστικές αυθαιρεσίες με το νου μου.

Οι οποίες, εφήμερες και θνητές, πεθαίνουν από αδιαφορία ή από λήθη, ή όπως σώθηκε το τσιγάρο ξεχασμένο στο τασάκι των Ζύλ και Εντμόν Γκονκούρ, ενώ έβαζαν στο χαρτί την ύστερη λέξη -καρδιά- του μυθιστορήματος, «Ζερμίνι Λασερτέ», με το οποίο πέρασαν στην αιωνιότητα, αν και την ώρα που το τσιγάρο και το μυθιστόρημα τελείωσαν, ο Ζυλ γύρισε κι είπε στον Εντμόν: «Δεν πειράζει ας μας απορρίψουν…» Σήμερα έχοντας στο μυαλό μου την άνοιξη που σε λίγο μας αποχαιρετά ενώ οι χλωρασιές της χάνουν την τρυφερότητά τους, κι απρόσμενα σοβαρεύουν, βρέθηκε δίπλα μου μια γυναίκα στην ηλικία των σαράντα , το πολύ των σαράντα πέντε ετών.

Μιλούσε διακριτικά στο τηλέφωνο και βαδίζαμε στην ίδια κατεύθυνση για λίγη ώρα.

Η μύτη της ήταν εξωκοσμικά ασύμμετρη! Το ήξερε και το «φώναζε» προσπαθώντας να είναι αδιάφορη, χωρίς επιτυχία.

Κι εγώ βαδίζοντας δίπλα της προσπάθησα να είμαι το ίδιο αδιάφορος για το βάρος που κουβαλούσε η άγνωστη γυναίκα που βάδιζε δίπλα μου, αλλά με βάραινε ανεξήγητα η ξέχειλη δυστυχία της, μετρώντας καταφάσεις παλαιάς διαθήκης, απαιτώντας από το καπέλο μου να σκιάσει το βλέμμα μου σε νύχτα. -Ξέρω πως με παρατηρείς, μου είπε άηχα, κάνοντας πως βαδίζεις συγκεντρωμένος στη μουσική που ακούς, «αγνοώντας» την δυστυχία που μου έλαχε, να έχω μια αποκρουστική μύτη.

Ο πλεονασμός της σιωπής σκέπασε την αμηχανία μου αφού, ακόμη, και στον κόσμο της φευγαλέας εγγύτητας, η αδιαφορία ηττάται κατά κράτος από την υπεράσπιση της άρρητης υπεροχής και ο καλλιεργημένος αλτρουισμός απογυμνώνεται και υποχωρεί εμπρός στην ένταση του αλλόκοτου.

Η κλαμένη απεραντοσύνη του σούρουπου, πήρε τα τελευταία χρυσόμαλλα δέρατα, μετρώντας κόκκους καλαμποκιού με αμηχανία στην ίσαλο γραμμή του ορίζοντα. -Έχεις δίκιο της είπα κι εγώ άηχα, ξεπουπουλιάζοντας την αδιαφορία μου και τον υποδόριο αλτρουισμό μου, κάνοντας πως δε σε πρόσεξα, όπως κι εσύ κάνεις πως δεν σε νοιάζει αν σε προσέχουν, αφού παρατηρείς τα βλέμματα των άλλων αθροίζοντας αποστροφή ή συμπόνια.

Τα λαγωνικά της συνείδησης φέρμαραν μέσα μου και άρχισαν να αλυχτάνε την απρέπεια της σκέψης και με ανάγκασαν να επιταχύνω το βηματισμό μου.

Την άφησα πίσω μου να ακούγεται σβήνοντας το χαμηλόφωνο της κουβέντας της στο κινητό της, με τον αθόρυβο τρόπο που βουρτσίζει τα ρούχα του ο πεθαμένος το τελευταίο βράδυ κλεισμένος στο κιβούρι του.

Όσο ξεμάκραινα άκουσα μια τουφεκιά από μακρινό παρελθόν! Κι ένοιωσα να με ακολουθά η ηρωίδα της Μαίρυ Γουέμπ, από το μοναδικό μυθιστόρημά της, το «Ακριβό Φαρμάκι», η Προύντενς Σάρν.

Το είχα διαβάσει πριν σαράντα τόσα χρόνια, όταν ζούσα στην Κυψέλη.

Αλλά είναι από τα βιβλία που τα κουβαλώ ακόμη ακεραία στο νου μου.

Εκείνη η κοπέλα είχε γεννηθεί με λαγωχειλία, σε ένα αγροτικό χωριό της Αγγλίας και αντιμετωπίστηκε από τους συγχωριανούς της με καχυποψία, λες και ήταν σημαδεμένη από κάποια κατάρα ή σαν θύμα κάποιας κακιάς μάγισσας.

Οι αχανείς εκτάσεις της λογοτεχνικής απόδρασης απαλύνουν τις ενοχές, αφού στη λογοτεχνία η αυθαιρεσία της πλοκής περιβάλλει την ανθρώπινη δυστυχία με επίπλαστη συγκατάβαση.

Έτσι επιλεγώ να ανεβάσω την άγνωστη με την φρικτή μύτη, στη Σοφίτα με τα μήλα, της Μαίρυ Γουέμπ. να κάνουν παρέα ή να γίνει εδώ, ετούτο το σούρουπο στους δρόμους της Πεύκης, η άγνωστη που περπατήσαμε για λίγο δίπλα-δίπλα, η Προύντενς Σάρν.

Η σοφίτα με τα μήλα είναι ο χώρος που αποσύρεται η ηρωίδα από το «Ακριβό φαρμάκι» και γράφει στο τετράδιό της ξεφεύγοντας, έτσι από το στίγμα της κοινωνίας πως είναι μάγισσα ή καταραμένη… Κι αν γράφω απόψε για πράγματα ασήμαντα είναι γιατί είμαι σε φάση που μπορώ να βλέπω να πράγματα πιασμένα στο αγκίστρι της πραγματικότητας και όχι στα επίπλαστα δίχτυα του βολονταρισμού μου.

Αποχαιρετώντας την κακούργα την άνοιξη κρυμμένος σ’ ένα θερινό στεναγμό μακράς διαρκείας σαν το θερινό ηλιοστάσιο, ή μιλώντας για τους αδικημένους από τη φύση ανθρώπους, που σαν την Ζερμινί Λασερτέ, που εγγράφονται στιγμιαία μέσα μας στη στρατιά των εκ γενετής ηττημένων της ζωής. Νέο Ηράκλειο Αττικής, Ιούνιος 2026 Την καλησπέρα μου συνταξιδιώτες του Χάους. ΥΓ η φωτογραφία από το διαδίκτυο.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences