Δεν έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις, κι αυτή είναι μία από τις ελάχιστες διευκολύνσεις που μου παρείχε το ελληνικό κράτος ως ανάπηρη μαθήτρια και δεν μετανιώνω ούτε στιγμή που την αξιοποίησα. Παραλίγο...
Δεν έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις, κι αυτή είναι μία από τις ελάχιστες διευκολύνσεις που μου παρείχε το ελληνικό κράτος ως ανάπηρη μαθήτρια και δεν μετανιώνω ούτε στιγμή που την αξιοποίησα.
Παραλίγο, όμως, να μην το είχα κάνει.
Όταν ήμουν στη Β Λυκείου, βρισκόμουν σε μια από τις πιο δύσκολες σχολικές περιόδους της ζωής μου.
Ας μην κοροϊδευόμαστε, στην κλειστή κοινωνία της Ελασσόνας, έχοντας εμφανιστεί μόλις λίγα χρόνια πριν και χωρίς να με ξέρει καλά καλά κανείς, ήμουν το ένα από τα δυο τυφλά άτομα που υπήρχαν στο σχολείο και ταυτόχρονα αριστούχος, σημαιοφόρος και απουσιολόγος κάθε χρόνο από την Στ Δημοτικού που μετακόμισα εκεί.
Δεν το λέω για να περιαυτολογήσω, αλλά θέλω να το τονίσω αυτό για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω: ήμουν… πάντα… αριστούχος! Πρώτη στην τάξη μου, όχι στο τμήμα, στην τάξη, ανάμεσα σε εκατοντάδες παιδιά που υπήρχαν, εγώ κάθε χρόνο έβγαζα τον υψηλότερο βαθμό.
Χωρίς καμία πρόσβαση, χωρίς κανέναν να μου χαρίζεται ή να μου δίνει οποιαδήποτε διευκόλυνση.
Και μάλιστα όχι απλώς δεν υπήρχαν διευκολύνσεις, αλλά είχα και πολύ λιγότερα απ’ αυτά που δικαιούμουν.
Δεν είχα προσβάσιμα βιβλία στην πλειοψηφία των μαθημάτων, εκπαιδευτικούς παράλληλης στήριξης το ίδιο, εκτός από λίγες μόλις χρονιές, σε ελάχιστες ώρες κι αυτό μόνο τους τελευταίους μήνες του χρόνου, ενώ μέχρι τότε έπρεπε να βρίσκω τρόπο να τα καταφέρνω μόνη μου, δεν μου επιτρεπόταν να χρησιμοποιώ laptop στο σχολείο, το οποίο θα μου έδινε πρόσβαση σε πολλά πράγματα, αλλά στο μεταξύ δεν υπήρχε και κάποιος που να ξέρει να διδάξει τη χρήση ενός laptop σε ένα τυφλό παιδί, δεν είχα προσβάσιμο κινητό και πρόσβαση στο internet όπως οι συμμαθητές μου, δεν έβλεπα τον πίνακα και καλούμουν να λύνω ασκήσεις αρχαίων ελληνικών, λατινικών, άλγεβρας, γεωμετρίας, φυσικής, χημείας και άλλων δύσκολων μαθημάτων χωρίς να βλέπω μπροστά μου τα δεδομένα όπως οι συμμαθητές μου, για τον ίδιο λόγο δυσκολευόμουν να παρακολουθώ τις παραδώσεις των μαθημάτων κι έπρεπε όταν γυρίσω σπίτι η μητέρα μου να καταλάβει από το βιβλίο τι έμαθα και να μου το διδάξει η ίδια, κι αν δεν μπορούσε η μητέρα μου να με βοηθήσει μια μέρα στο διάβασμα, την επομένη εγώ δεν είχα άλλη επιλογή από το να πάω αδιάβαστη.
Στα διαγωνίσματα και στις εξετάσεις εγώ έδινα προφορικά, άλλοτε με μόνο έναν καθηγητή κι άλλοτε με περισσότερους για λόγους διαφάνειας, χωρίς να ακολουθείται καμιά οδηγία αλλά κάνοντας καθένας ό, τι νόμιζε σωστό για το μάθημά του.
Συχνά εξεταζόμουν μέσα σε πέντε λεπτά μπροστά στους συμμαθητές μου «για να τελειώνουμε» και να προχωράμε στο μάθημα της ημέρας, γιατί ναι, τη μέρα του διαγωνίσματος ο καθηγητής ήταν κι επιτηρητής του τμήματος, άρα δεν μπορούσε να με εξετάζει ταυτόχρονα, οπότε εγώ χωρίς να ενημερώνομαι γι’ αυτό βρισκόμουν να έχω διαβάσει για την εξέταση, η οποία τελικά ακυρωνόταν και χρειαζόταν να ξαναδιαβάζω όλη την ύλη ως το επόμενο μάθημα, με την ελπίδα ότι θα εξεταστώ τότε.
Ή στο μεθεπόμενο, ή δυο εβδομάδες μετά, ή όποτε θυμόταν ο εκάστοτε καθηγητής ότι ουψ, τη Χριστίνα δεν την είχε εξετάσει τελικά.
Μου είχε τύχει σε μαθήματα να μου ζητήσουν να εξεταστώ πρώτα γραπτά και μετά ξανά προφορικά, πραγματικά δεν κατάλαβα ποτέ πώς ακριβώς βοήθησε αυτό και ποιον.
Πολλά, πολλά θα μπορούσα να πω για το πόσο πιο δύσκολα κατάφερνα να βγάζω εκείνο το πεντακάθαρο 20 στα τρίμηνα και στο τέλος κάθε σχολικού έτους, η κουβέντα δεν θα είχε τελειωμό.
Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι πως παρά τις χίλιες δυσκολίες τα κατάφερνα.
Και δεν καταδεχόμουν να τα πάω λιγότερο καλά από αυτό.
Αφού μπορούσα, ήμουν ικανή για το 20, θα ήμουν του 20. Κι ας ψοφούσα από την κούραση κάθε βράδυ, κι ας χρειαζόταν να κοιμάμαι ξημερώματα από 10 χρονών γι’ αυτό.
Κι ας προσπάθησαν πολλοί να πείσουν τους γονείς μου να πάω σε ειδικό σχολείο για να μην τους ξεβολεύω, κι ας προσπάθησε κι η μάνα μου να με πείσει να χαλαρώσω λίγο με τους βαθμούς και να ζήσω την εφηβεία μου, αφού με λίγο λιγότερο κόπο θα έπιανα ένα ωραιότατο 18, με σχεδόν καθόλου κόπο ένα 17, με τουρισμό στο σχολείο ένα 16 για πλάκα.
Δεν το καταδεχόμουν.
Ήμουν του 20. Θα έκλαιγα από την κούραση, από την απόλυτη αίσθηση μοναξιάς και την παντελή απουσία προσβασιμότητας, αλλά δεν θα γινόμουν κάτι λιγότερο απ’ αυτό που ήμουν, επειδή το κράτος ήθελε να με χαντακώσει γιατί οι ανάπηροι μαθητές του είναι μπελάς στο κεφάλι! Όλη αυτή η προσπάθεια, όμως, γινόταν σε μεγάλο βαθμό εντός σπιτιού.
Εκεί έξω αυτό που φαινόταν ήταν ένα τυφλό κοριτσάκι που, μα πώς άραγε, μονίμως ήταν αριστούχο. «Χμμμ»… Κι έτσι άρχιζαν να βγαίνουν φήμες.
Φήμες που άλλοτε μάθαινα από γύρω γύρω, άλλοτε τις άκουγα και κατάμουτρα.
Ότι γλύφω τους καθηγητές, ότι μου χαρίζουν βαθμούς επειδή με λυπούνται, ότι με εξετάζουν σε ευκολότερα θέματα, ότι ποιος ξέρει κιόλας αν με εξετάζουν καν… Χίλια δυο τέτοια πράγματα που με έπνιγαν τότε.
Εγώ που τραβούσα όλο το λούκι της ανεπάρκειας του κράτους και που ταυτόχρονα δεν μπορούσα καν να κάνω σκονάκια ή να αντιγράψω, εγώ που βρισκόμουν εκεί μπροστά τους, με έβλεπαν οι συμμαθητές μου κάθε μέρα, έβλεπαν την απόδοσή μου, δεν κρίνονταν τα πάντα απ’ τις εξετάσεις και τα διαγωνίσματα, και πάλι καλούμουν να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας; Ακόμη κι έτσι έρχονταν άνθρωποι που αγαπούσα και θεωρούσα δικούς μου και μου έλεγαν ατάκες του τύπου; «Εμ, εμείς δεν δίνουμε προφορικά όπως εσύ, να μας χαρίζουν και κάνα δυο βαθμούς»; Ήμουν να σκάσω, πνιγόμουν απ’ την αδικία! Όταν ήμουν στη Β λυκείου, λοιπόν, ήρθαν στην Ελασσόνα δυο άνθρωποι από την Αθήνα, από μία ΑΜΚΕ που έκανε ενημερώσεις σε σχολεία για την αναπηρία.
Ήταν ο Παναγιώτης και η Θάλεια, τους οποίους πλέον συναντώ εδώ στην Αθήνα και είμαστε και συνεργάτες στο «Με άλλα μάτια» πια, άλλη ΑΜΚΕ που τότε νομίζω δεν υπήρχε καν.
Μια καλή μου φίλη τότε, η Χρύσα, η οποία ήταν ψυχολόγος κι ίσως ένα από τα πρόσωπα που με ενέπνευσαν στην επιλογή των σπουδών μου, κανόνισε να βγούμε τότε όλοι μαζί για φαγητό, να γνωριστούμε και να μιλήσουμε.
Μεγάλη ιστορία εκείνο το τραπέζι, αξίζει δικό της post κάποια στιγμή.
Θα πω, όμως, το εξής: Όταν στην κουβέντα με ρώτησαν αν έχω σκεφτεί τι θέλω να σπουδάσω και πού και τι και πώς, πέρα από όλα τα άλλα που θα τα πούμε άλλη φορά, τους ανέφερα ότι θα δώσω πανελλήνιες.
Ξαφνιασμένοι με ρώτησαν αν γνωρίζω πως έχω το δικαίωμα να μη δώσω, αλλά να περάσω με τον νόμο του 5%, έναν νόμο που επιτρέπει, για κάθε πανεπιστημιακό τμήμα, ένα ποσοστό 5% των φοιτητών που θα εισαχθούν να είναι ανάπηροι φοιτητές, οι οποίοι θα μπουν στο τμήμα με βάση τον βαθμό του απολυτηρίου λυκείου.
Το γνώριζα, αλλά αντιστεκόμουν και τους εξήγησα γιατί: Αν ήδη ο κόσμος γύρω μου έλεγε για μένα όσα έλεγε, δεν ήθελα να φαντάζομαι τι φήμες θα έβγαιναν αν μαθευόταν πως πέρασα στο πανεπιστήμιο χωρίς να δώσω πανελλήνιες. (Τόσα χρόνια μετά, συνειδητοποιώ ότι ίσως μεγάλο μέρος αυτού του φόβου να ήταν μόνο στο μυαλό μου.
Αλλά έτσι το βίωνα τότε.
Στο σχολείο και στην πόλη μαθαίνονταν τα πάντα και στην ηλικία που ήμουν αυτό μπορούσε να είναι καταστροφικό.) Τι θα σκέφτονταν, τι θα έλεγαν, τι θα νόμιζαν; Χαμός μες στο κεφάλι μου.
Τότε η Θάλεια μου είπε κάτι που το θυμάμαι μέχρι σήμερα σαν τώρα, για να μην πω ότι καμιά φορά το ακούω ακόμα με τη φωνή της όταν μου έρχονται παρόμοιες σκέψεις στο σήμερα: «Εγώ θα το πω κι ας ακουστεί άσχημα: στα αρχ*δια σου»! Για μια στιγμή έπαθα σοκ! Πρώτον, κλαίω, γιατί κάποιος είχε πει κακιά κουβέντα μπροστά στους γονείς μου, φτου κακά! Δεύτερον, γιατί με είχε ακούσει και μου απευθυνόταν σαν ίση προς ίση, σχεδόν για πρώτη φορά, θα τολμούσα να πω και σαν να ήμουν ενήλικη! Και τρίτον, γιατί επιτέλους κάποιος που δεν είχε κανέναν λόγο να με καλοπιάσει μου έλεγε να σπάσω τον παγιωμένο φόβο του τι θα πει ο κόσμος με τον οποίο ζούσα χρόνια ολόκληρα, σε μια κλειστή κοινωνία, ξαναλέω. «Στα αρχ*δια σου»! «Μια ζωή το κράτος σου βάζει εμπόδια.
Με τις ικανότητες που έχεις σκέψου πόσα άλλα πράγματα θα μπορούσες να έχεις κάνει αν υπήρχε η πρόσβαση που δικαιούσαι.
Κι αυτή η πρόσβαση δεν υπάρχει κι ούτε και θα υπάρξει άμεσα.
Φτύνεις αiμα κάθε μέρα για το αυτονόητο.
Το λιγότερο που έχει να κάνει το κράτος είναι μια στο τόσο να σου δίνει κάποια διευκόλυνση.
Το δικαιούσαι», μου είπε. «Να κάνεις αυτό που θέλεις, αλλά σκέψου το καλά.
Δεν είναι αδικία για τους άλλους.
Οι πανελλήνιες είναι έτσι κι αλλιώς ένα άδικο σύστημα.
Αλλά για μια φορά είναι δίκαιο για σένα να μπορείς να μην περάσει από αυτό». Την άκουσα.
Δεν έδωσα πανελλήνιες και δεν το μετάνιωσα ποτέ.
Πέρασα στην Ψυχολογία Παντείου που ήταν η πρώτη μου επιλογή και τέλειωσα κι από εκεί με άριστα, χωρίς σχεδόν καμία προσβασιμότητα επίσης.
Έκανα καλά, έκανα πολύ καλά.
Σε όλα τα χρόνια της εκπαίδευσης μου έδινα αγώνα κάθε του Θεού ημέρα.
Δεν μετάνιωσα ποτέ για τη μία φορά που θυμήθηκε το κράτος να μου πει «Α, μωρέ, ξέρεις κάτι; Έχεις ήδη αποδείξει την αξία σου και με το παραπάνω.
Άντε, αυτήν τη φορά μπορείς να μην πεθάνεις από το άγχος και την εξάντληση.
Θα το πληρώσεις μαζεμένο τα επόμενα χρόνια, μη σε νοιάζει». Στο απολυτήριο του Λυκείου είχα πάλι τον μεγαλύτερο βαθμό.
Έμαθα πως έγινε σκηνή στο γραφείο του διευθυντή από γονέα του παιδιού που βγήκε δεύτερο.
Γιατί βγήκα πρώτη εγώ κι όχι το παιδί της, από πού κι ως πού.
Ακόμη και τ τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, αμφιταλαντεύομαι για το πώς θα ακουστεί ότι ο διευθυντής του Λυκείου ήταν ο άντρας της ξαδέρφης της μητέρας μου.
Το λέω μόνο και μόνο για να εξηγήσω πώς έμαθα για το σκηνικό, ξέροντας πως ακόμη και τώρα κάποιοι θα σκεφτούν: «Αααααα, πες έτσι! Έτσι εξηγείται». Για όσους δεν σκέφτονται πονηρά και κακοπροαίρετα, ωστόσο, θα πω πως το μόνο που έκανε ο συγκεκριμένος συγγενής μου για μένα όσο ήταν διευθυντής, ήταν να μου παραχωρήσει κάποιες ώρες την παγκόσμια ημέρα για την αναπηρία ώστε να δώσω τις πρώτες μου ομιλίες στο σχολείο και να μιλήσω στους συμμαθητές μου για την τυφλότητα.
Αυτό ήταν το μόνο.
Τίποτα άλλο, ακριβώς για να μην έχει πάτημα κανείς να θεωρήσει ότι ο διευθυντής είναι συγγενής μου και με βοηθάει.
Και πολύ καλά έκανε, έτσι το ήθελα κι εγώ.
Κάνα δυο μήνες μετά, μιλώντας με μια τότε ‘καλή φίλη» στο messenger, η οποία ήταν έναν χρόνο μικρότερη από μένα, μου ανέφερε πως Ιούλιο μήνα είχε τα απογεύματα ιδιαίτερα αρχαίων και λατινικών.
Απόρησα: «Από τώρα»; Ήταν καλοκαίρι.
Μέσα στη χρονιά ή τέλος Αυγούστου – αρχές Σεπτέμβρη το καταλάβαινα.
Αλλά μέσα στο κατακαλόκαιρο; Δεν πιεζόταν πολύ με όλο αυτό; Δεν της το είπα με ύφος, αλήθεια.
Είχα ζήσει το ζόρι που είχαν τραβήξει οι φίλοι μου για να περάσουν εκεί που ήθελαν.
Η απάντησή της: «Έτσι είναι αν πρέπει να μοχθήσεις γι’ αυτό που αγαπάς.
Εσύ δεν έδωσες πανελλήνιες, δεν ξέρεις πώς είναι να μοχθείς για να φτάσεις εκεί που θέλεις»! Μου ήρθε κεραμίδα κατακούτελα! Ήταν φίλη μου, με ήξερε, ήξερε το καθημερινό ζόρι που τραβούσα για πράγματα αυτονόητα.
Πώς μπορούσε να λέει κάτι τέτοιο; Της απάντησα με μερικά μηνύματα οργής κι απογοήτευσης.
Άρχισε να απαντάει κι εκείνη, ξεκινώντας να τα μασάει για το τι εννοούσε κι ότι λάθος κατάλαβα και δεν είπε αυτό κλπ, αλλά δεν ξανάνοιξα τα μηνύματά της παρά δυο μήνες αργότερα.
Στο μεταξύ μου είχε στείλει κι ένα μήνυμα για να με αποχαιρετίσει και να μου στείλει ευχές για την Αθήνα.
Την ευχαρίστησα τυπικά και της είπα πως δεν ήθελα να κρατήσουμε επαφή πια.
Άνθρωποι που χρειάζεται να τους αποδεικνύω και να τους πείθω για το ποια είμαι δεν είχαν θέση στη ζωή μου πλέον.
Εξού και διέγραψα από τις διαδικτυακές μου επαφές τον περισσότερο κόσμο από Ελασσόνα όταν έφυγα.
Και φυσικά δεν προβληματίστηκε και κανείς τους.
Και μ’ αυτήν την κοπέλα δεν ξαναμίλησα.
Μου έφυγε ένα τεράστιο βάρος από την καθημερινότητά μου, το βάρος μιας προσπάθειας να με πιστεύουν, να μη χρειάζεται πια να δείχνω και να υπερτονίζω πράγματα που οι άλλοι έβλεπαν ήδη μπροστά τους.
Δεν μετάνιωσα ούτε για τις διαγραφές ούτε για τις πανελλήνιες που δεν έδωσα.
Σήμερα βγαίνουν τα αποτελέσματα των φετινών πανελληνίων.
Παιδιά, αν με διαβάζετε, ότι κι αν γίνει είναι δικό σας θέμα.
Αν πάει καλά, μπράβο σας.
Αν δεν πάει, θα προσπαθήσετε πάλι, αν εσείς το θέλετε.
Αν δεν το θέλετε, υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι στη ζωή.
Ό, τι κι αποφασίσετε να κάνετε με τα αποτελέσματα που θα πάρετε στα χέρια σας, να είναι δική σας επιλογή κι όχι αντίδραση σε όσα φοβάστε ότι θα πει ο κόσμος για ‘σας.
Ο κόσμος πάντα, πάντα, πάντα θα έχει να λέει.
Και, τώρα πια, κι εγώ θα το πω κι ας ακουστεί άσχημα: στα αρχ*δια σας! Καλά αποτελέσματα, όποια κι αν είναι! ΥΓ: Σας παρακαλώ, μην αρχίσετε τα «μπράβο για τη δύναμη ψυχής και τα μαθήματα ζωής» και τα συναφή στερεότυπα.
Την ενέργεια που σπαταλάμε στα "μπράβο" που λέμε στους ανάπηρους, ας αρχίσουμε καλύτερα να την επενδύουμε στο να αίρουμε τα εμπόδια που τους καθιστούν τελικά ανάπηρους και που, αν δεν υπήρχαν, δεν θα χρειαζόταν στην τελική να τους λέμε μπράβο που τα ξεπερνούν! Από το να ακούω "μπράβο", θα προτιμούσα να μην είχε χρειαστεί να προσπαθήσω τόσο για πράγματα που για όλους τους άλλους ήταν αυτονόητα. Χριστίνα Σαρρή, ψυχολόγος – ειδ. ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια, εκπαιδευμένη στη συμβουλευτική της χρόνιας νόσου και της αναπηρίας, συγγραφέας, ομιλήτρια & δημιουργός περιεχομένου για θέματα τυφλότητας
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους