**15 Μαΐου, Περσίδες** Μου έρχεται πάντα στο μυαλό η εικόνα του Μίλτου – του γκρίζου γάτου που ξαφνικά τριγυρίζει μέσα στο μικρό μας πεζοδρόμιο. Τριπλή φορά μέχρι τώρα τον έχουν εκδιώσει από το σπίτι...
**15 Μαΐου, Περσίδες** Μου έρχεται πάντα στο μυαλό η εικόνα του Μίλτου – του γκρίζου γάτου που ξαφνικά τριγυρίζει μέσα στο μικρό μας πεζοδρόμιο.
Τριπλή φορά μέχρι τώρα τον έχουν εκδιώσει από το σπίτι μας, και δεν είναι τυχαία.
Το πρώτο του «αποχαιρετιστήριο» ήρθε όταν η Μαρία, η σύζυγός μου, έσπασε το καινούργιο δερμάτινο καναπέ που είχαμε αγοράσει με δώρο από το κοντινό κέντρο.
Ο καναπές κόστιζε τριακόσιους ευρώ και η Μαρία, έχοντας δει την έκπληξη στο πρόσωπο του Χρήστου, αποφάσισε απλώς: «Αν τα πράγματά του δεν αντέχουν, δεν αξίζει να τα κρατάμε». Ο Χρήστος, πάντα σιωπηλός, τράβηξε το μικρό μας γατάκι – το έναχρονο «Αρίστα», που μόλις είχε βρεθεί στο ταψί του γειτονικού καταστήματος, και με το ένα χέρι τον πήγε στο σκουπιδόχειλο του σπιτιού δίπλα.
Δεν έτρεξε ο Μίλτος.
Η αφαίρεση στο βλέμμα του ήταν σα φωτεινός, άκαμπτος λοκος· ήξερε ότι η μοίρα του είχε γραφτεί.
Καθώς άφησα το γατάκι στη σκουπιδιά, έμεινα μόνος, κοιτώντας τον ήλιο να σιωπάει πίσω από τον μεγάλο πράσινο κάδο.
Έσπασα τα μάτια μου, αλλά δεν στροβιλώμουν.
Το φως του καλοκαιρινού αστέρι έδινε ζεστασιά στην ψυχή μου, κι ήταν τα τελευταία τέτοια κτυπήματα – άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, όλα μαζί σε μια μικρή αστραπή.
Η νύχτα έπεσε κρύα, σαν να είχε ξυπνήσει ο άνεμος από το Βυζαντινό Πέλαγος.
Ο μικρός μου γατούλης, τώρα μοχθηρός και λευκός, έψαχνε καταφύγιο.
Βρήκε μια τεράστια στοίβα σπασμένων φύλλων, κόκκινο-χρυσά, και μέσα σ'αυτά τυλίχτηκε.
Πρώτα τρέμει, μετά το βαρύ πάγωμα του αέρα το κάνει πιο σκληρό· όμως μια φωνή αχνή, σαν ψίθυρος από το βάθος, του ψιθυρίζει: «Τύλιξε ξανά, μνήστεσ, νάρισε τα μάτια σου, ξέχνα τα βάσανα». Το γλυκό αυτό ψιθυριστό αίσθημα ζεσταίνει το παγωμένο του κορμί.
Η λύπη και η μοναξιά άρχισαν να λιώνουν, καθώς το φως που έλαμπε από το τσέπη του γατίου φώτιζε το σκοτάδι.
Μια μικρή κοπέλα με κοκκινα μαλλιά, το όνομα της Άννα, περπατούσε με τον πατέρα της στον δρόμο της Πλατείας.
Στην άκρη της συσσωρεύει το φύλλο, στέλνει το χέρι της προς μένα, κουνώντας την αγκαλιά μου: — «Εκεί, μέσα στα φύλλα, υπάρχει κάτι», φώναξε.
Ο πατέρας, σκληρά χαλασμένος από το κρύο, απάντησε: — «Δεν υπάρχει τίποτα, γρήγορα, πάμε σπίτι, κρυώνω». Αλλά η Άννα δεν άφησε.
Άνοιξε το πάνω φύλλο, βρήκε τον Μίλτο ανάμεσα στα φύλλα, το μικρό του σώμα λευκό σαν χιόνι. — «Πατέρα!», φώναξε. — «Τον είδα!» Ο πατέρας, αμφιλεγόμενος, είπε: «Ας τον αφήσουμε.
Έχει πεθάνει». — «Δεν πέθανε», αντιτάχθηκε η Άννα, «βλέπω φως στα μάτια του». Προσπαθώντας να νιώσουμε το κτύπο της καρδιάς του, ο πατέρας στρίψα το μικρό σώμα στο χέρι του. Ο Μίλτος, όμως, ήθελε μόνο να κοιμηθεί.
Η σκέψη του έφτασε σαν μια ανεβασμένη αυλή· η ψυχή του λυγόταν και ο ήχος μέσα του έσπαγε: «Κοιμήσου, μην ανοίξεις τα μάτια». Κι όμως, η φωνή αυτή – τρυφερή, παιδική – επανέλαβε: «Το φως στα μάτια του». «Τι θέλουν από μένα; γιατί με βασανίζουν; γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ ήρεμα;» σκέφτηκα, μόλις άνοιξα τα μάτια για να δω το φως που έπλεε έξω. — «Ιδού!», φώναξε η φωνή του παιδιού. — «Το φως!». Μην έχοντας καταλάβει ακόμα, έβαλα το μπουφάν μου στη σκέψη, έβαλα τον Μίλτο μέσα σ' αυτό και έσυρα προς το σπίτι.
Η μικρή κόκκινη κοπέλα τρέχει δίπλα μου, λες και με προσπαθεί να προστατέψει. — «Πατέρα, βιάσου, είναι κρύο», ψιθύρισε.
Στο πέμπτο όροφο, η φωτεινή λάμψη των παραθύρων άναψε.
Οι γειτονιές έσπασαν την άσφαλτο με νερό ζεστό, γάλα ζεστό.
Η φίλη μου η Άννα, με τα μαλλιά της σαν φλόγα, μου ψιθύρισε: — «Μην πεθάνεις, σε παρακαλώ». Και το πάγο στο τρίχωμα του… Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους