Δεν Είμαι Μόνος Κοίταξα μια μέρα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ήταν νωρίς. Το φως έμπαινε από το παράθυρο σιγά, σαν παλιός φίλος που γνωρίζει πως οι αναμνήσεις κοιμούνται ακόμη. Πήγα να κοιτάξω το...
Δεν Είμαι Μόνος Κοίταξα μια μέρα τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Ήταν νωρίς.
Το φως έμπαινε από το παράθυρο σιγά, σαν παλιός φίλος που γνωρίζει πως οι αναμνήσεις κοιμούνται ακόμη.
Πήγα να κοιτάξω το πρόσωπό μου.
Μα δεν είδα εμένα.
Είδα ένα πλήθος.
Είδα τον πατέρα μου.
Στη γραμμή του μετώπου.
Στον τρόπο που στέκομαι σιωπηλός μπροστά σε πράγματα που δεν διορθώνονται.
Είδα τη μητέρα μου.
Στο βλέμμα.
Στην επιμονή της καρδιάς να συγχωρεί ακόμη κι όταν πονά.
Είδα τον παππού μου.
Τα χέρια του.
Τα χέρια που μύριζαν χώμα, σταφύλι, καπνό και ήλιο.
Χέρια που ήξεραν να φυτεύουν δέντρα για ανθρώπους που δεν είχαν γεννηθεί ακόμη.
Κι ύστερα είδα φίλους.
Θεέ μου... Πόσοι φίλοι κατοικούν ακόμη μέσα μου.
Γέλια από σχολικές αυλές.
Μυστικά ψιθυρισμένα πίσω από γήπεδα.
Όνειρα που χωρούσαν σε μια μπάλα, σε ένα ποδήλατο, σε ένα εισιτήριο κινηματογράφου.
Τους άκουγα να γελούν ακόμη.
Και για μια στιγμή νόμιζα πως αν άνοιγα το παράθυρο θα τους έβλεπα να τρέχουν στον δρόμο όπως τότε.
Μετά ήρθαν οι έρωτες.
Όχι οι μεγάλοι μόνο. Όλοι.
Εκείνοι που κράτησαν χρόνια.
Κι εκείνοι που κράτησαν ένα βλέμμα.
Ένα άγγιγμα.
Ένα καλοκαίρι.
Μια άνοιξη.
Μια υπόσχεση που δεν πρόλαβε να γίνει ζωή.
Όλοι ζούσαν ακόμη μέσα μου.
Σαν λουλούδια αποξηραμένα ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου.
Χωρίς άρωμα πια.
Κι όμως.
Με ολόκληρη την ομορφιά τους ανέπαφη.
Κοίταξα ξανά.
Και είδα σπίτια.
Το πατρικό.
Την αυλή.
Το τραπέζι της Κυριακής.
Το άσπρο τραπεζομάντιλο.
Το ψωμί που μόλις είχε βγει από τον φούρνο.
Τη μυρωδιά του καφέ.
Το γιασεμί του Ιουλίου.
Τα τζιτζίκια.
Το ανοιχτό παράθυρο.
Το ραδιόφωνο που έπαιζε χαμηλά.
Τη φωνή κάποιου να φωνάζει από την κουζίνα: «Έλα να φας.» Πόση αγάπη χωρούσε άραγε μέσα σε τρεις τόσο απλές λέξεις; Πόση ευτυχία; Κανείς δεν το ήξερε τότε.
Γιατί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πως είναι ευτυχισμένοι την ώρα που είναι.
Το καταλαβαίνουν αργότερα.
Όταν η καρέκλα αδειάσει.
Όταν το σπίτι πουληθεί.
Όταν το παράθυρο κλείσει για πάντα.
Όταν η φωνή γίνει ανάμνηση.
Κι ύστερα κατάλαβα κάτι που με έκανε να δακρύσω.
Κανείς δεν είχε φύγει. Κανείς.
Ούτε η μητέρα.
Ούτε ο πατέρας.
Ούτε οι φίλοι.
Ούτε οι έρωτες.
Ούτε τα καλοκαίρια.
Ούτε τα σπίτια.
Όλοι βρίσκονταν ακόμη εδώ.
Μέσα μου.
Στο χαμόγελό μου.
Στις κινήσεις μου.
Στις λέξεις που χρησιμοποιώ.
Στον τρόπο που αγαπώ.
Στον τρόπο που πονώ.
Στον τρόπο που κοιτάζω το φεγγάρι.
Στον τρόπο που χαϊδεύω ένα παιδί.
Στον τρόπο που μυρίζω ένα γιασεμί και ξαφνικά σταματώ να περπατώ.
Γιατί ένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ ένας άνθρωπος.
Είναι μια πολιτεία από πρόσωπα.
Μια εκκλησία από αναμμένα καντήλια.
Ένα λιμάνι από επιστροφές.
Ένας ουρανός γεμάτος φωνές που συνεχίζουν να λάμπουν πολύ μετά τη δύση τους.
Κι όταν κάποτε έρθει η ώρα μου, δεν θέλω να με θυμούνται για όσα πέτυχα.
Ούτε για όσα έγραψα.
Ούτε για όσα απέκτησα.
Θέλω μόνο κάποιος να κοιτάξει τα χέρια του, να χαμογελάσει, και να πει: «Κι αυτός είναι εδώ ακόμη.» Γιατί τότε θα έχω νικήσει τον χρόνο. Όχι επειδή έζησα. Αλλά επειδή έγινα αγάπη μέσα στη ζωή κάποιων άλλων. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους