Ή ΤΑΝ, Η ΕΠΙ ΤΑΣ Όσοι έζησαν βιωματικά ή παρακολούθησαν την εξέλιξη των κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και του 1970 δεν ξενίζονται από όσα συμβαίνουν γύρω από την πολιτική προσπάθεια της κ...
Ή ΤΑΝ, Η ΕΠΙ ΤΑΣ Όσοι έζησαν βιωματικά ή παρακολούθησαν την εξέλιξη των κινημάτων της δεκαετίας του 1960 και του 1970 δεν ξενίζονται από όσα συμβαίνουν γύρω από την πολιτική προσπάθεια της κ. Καρυστιανού.
Οι εσωτερικές εντάσεις, οι διαφωνίες για την οργάνωση, οι συγκρούσεις γύρω από την ηγεσία και η αγωνία για τη μετατροπή μιας μαζικής διάθεσης σε συγκροτημένη πολιτική πρόταση είναι στοιχεία σύμφυτα με την κινηματική φύση.
Ίσως, μάλιστα, όσοι γνωρίζουν τη δυναμική των κινημάτων να περίμεναν ακόμη πιο σύνθετες και πιο έντονες εξελίξεις.
Στην περίπτωση της κ. Καρυστιανού, πολλοί ήλπιζαν ότι θα κυριαρχούσε η σφοδρή λαϊκή επιθυμία να απαλλαγεί η χώρα και ο λαός της από ένα βαθιά διεφθαρμένο καθεστώς.
Μπροστά σε αυτή την επιθυμία, πίστευαν ότι τα κλασικά οργανωτικά και ιδεολογικά ζητήματα ενός κινήματος θα μπορούσαν να αναβληθούν για αργότερα.
Όμως η εμπειρία των κοινωνικών κινημάτων επιβεβαιώθηκε ακόμη μία φορά: κανένα κίνημα δεν παραμένει για πολύ ένα αδιαφοροποίητο κύμα οργής ή ελπίδας.
Αργά ή γρήγορα εκδηλώνει τις εσωτερικές του αντιθέσεις.
Αν υπήρχε πολιτικός χρόνος, αυτό ίσως να ήταν και δημιουργικό.
Τα κινήματα δεν ωριμάζουν χωρίς συγκρούσεις.
Μέσα από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις τους παράγουν ταυτότητα, οργανωτική μορφή, ηγεσία, πρόγραμμα και πολιτική γλώσσα.
Εν όψει, όμως, πιθανών εκλογικών εξελίξεων ακόμη και το φθινόπωρο, η πρόωρη αποσυσπείρωση μπορεί να αποδειχθεί προβληματική.
Το επόμενο διάστημα θα φανεί αν η συσπείρωση ενός λαού γύρω από μια προσωπικότητα, την οποία θεώρησε ικανή να τον εκφράσει, θα παραμείνει ζωντανή ή θα αποδομηθεί.
Όσοι επεδίωξαν με πάθος και επιμονή αυτή την αποδόμηση, και δεν συμμετέχουν στα κυβερνητικά τροφεία, ας αναρωτηθούν αν η έκλειψη ή η μείωση της δυναμικής αυτού του κινήματος είναι πράγματι προς όφελός τους.
Διότι ένα κοινωνικό ρεύμα που δεν βρίσκει πολιτική έκφραση δεν εξαφανίζεται κατ’ ανάγκην.
Μπορεί να αποσυρθεί, να απογοητευθεί, να ριζοσπαστικοποιηθεί ή να αναζητήσει άλλες, λιγότερο ελεγχόμενες μορφές έκφρασης.
Ο κ. Κοκοτσάκης, εκφράζοντας το κλασικό ζητούμενο τέτοιου είδους κινημάτων, δηλαδή τη δημοκρατική οργάνωσή τους, έχει ως προς το αίτημα αυτό δίκιο, εφόσον τα πράγματα έχουν όπως τα περιέγραψε.
Τα κινήματα που δεν αποκτούν διαδικασίες, κανόνες συμμετοχής και μηχανισμούς λογοδοσίας κινδυνεύουν είτε να προσωποποιηθούν υπερβολικά είτε να διαλυθούν μέσα στην αμορφία τους.
Εκεί, όμως, όπου έχει άδικο είναι στην εγκατάλειψη της προσπάθειας.
Δεν εγκαταλείπεις μια προσπάθεια στην οποία συμμετέχεις από την αρχή.
Επιμένεις μέχρι το τέλος.
Και το κίνημα που συσπειρώθηκε γύρω από την κ. Καρυστιανού βρίσκεται ακόμη στην αρχή του.
Όπως έχω γράψει και άλλη φορά, το κίνημα αυτό δεν δημιουργήθηκε τώρα.
Υπήρχε εδώ και χρόνια ως κοινωνικό υπόστρωμα και αναζητούσε πολιτική έκφραση.
Αναζητούσε μια ηγετική προσωπικότητα γύρω από την οποία θα μπορούσε να συσπειρωθεί.
Θεώρησε ότι η κ. Καρυστιανού μπορούσε να ικανοποιήσει αυτή την προσδοκία.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι τα κινήματα δεν γεννιούνται μόνο από αντικειμενικές συνθήκες δυσαρέσκειας· χρειάζονται και μορφές συμβολικής συμπύκνωσης, πρόσωπα, αφηγήσεις και γεγονότα που μετατρέπουν τη διάχυτη κοινωνική αγανάκτηση σε συλλογική ταυτότητα.
Το κίνημα αυτό δεν έχει τα χαρακτηριστικά των παλαιών μαρξιστικών αναλύσεων.
Δεν εκφράζει αποκλειστικά μια κλασική ταξική αντίθεση, ούτε περιορίζεται σε οικονομικά αιτήματα.
Ζητά αξιοπρέπεια μέσα από την αναγνώριση της ταυτότητας των μελών του.
Ζητά εθνική και πατριωτική συσπείρωση, επειδή αισθάνεται ότι διακυβεύεται η ύπαρξή του ως μέρους μιας ιστορικής εθνικής κοινότητας.
Ζητά κοινωνική πολιτική για να μπορέσει να επιβιώσει.
Θέλει να ξεφύγει από τα σαγόνια των οικονομικών καρχαριών.
Απαιτεί μια πιο δίκαιη πολιτεία, που να σέβεται τους πολίτες της.
Με αυτή την έννοια, το συγκεκριμένο κίνημα βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που η θεωρία των νέων κοινωνικών κινημάτων περιγράφει ως μετάβαση από τα στενά οικονομικά αιτήματα στα ζητήματα ταυτότητας, αξιοπρέπειας, πολιτισμικής αναγνώρισης και ποιότητας της δημοκρατίας.
Η κ. Καρυστιανού εξέφρασε αυτά τα αιτήματα με λόγο καθημερινό, ανθρώπινο, κατανοητό και ζεστό, μακριά από ακραίες κραυγές, ιδεολογικές αγκυλώσεις και ξύλινη πολιτική ρητορεία.
Στα πιο σύνθετα ζητήματα, όμως, άνθρωποι όπως ο κ. Κοκοτσάκης όφειλαν να επιμείνουν και να προσφέρουν, έστω και μέσα στις δυσκολίες που επικαλούνται.
Ο δρόμος των κινημάτων είναι στρωμένος με αγκάθια, όχι με ρόδα.
Η γοητεία τους, όμως, βρίσκεται ακριβώς στην εμπειρία του μετασχηματισμού ενός ρευστού μαζικού υποκειμένου σε πολιτική και ιδεολογική πρόταση ικανή να προσφέρει διέξοδο στην κοινωνία μέσα στην οποία λειτουργεί.
Οι πρωτεργάτες τέτοιων κινημάτων μπορεί να ματώσουν, να προσφέρουν και στο τέλος να λιθοβοληθούν.
Αυτή είναι ίσως η συνηθέστερη εξέλιξη για όσους βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
Στους πρωταγωνιστές, όμως, μένει πάντα το ερώτημα: γιατί συμμετείχα; Είναι το ίδιο ερώτημα που, στους τελευταίους βαλκανικούς πολέμους, έθεταν τα βράδια στον εαυτό τους δημοσιογράφοι από διάφορες χώρες: γιατί διακινδυνεύουμε τη ζωή μας στο μέτωπο; Οι απαντήσεις ήταν σύνθετες.
Θα μπορούσαν, όμως, να συνοψιστούν σε μία φράση: ήμουν κι εγώ εκεί.
Το πολιτικό κίνημα που προσπαθεί να εκφράσει η κ. Καρυστιανού είναι, κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο μεγάλο κίνημα της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Το πρώτο το εξέφρασε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος, πολεμήθηκε ακόμη και από ανθρώπους του ίδιου του πολιτικού του χώρου.
Αυτό που εξέφρασε ο Αλέξης Τσίπρας στα μέσα της δεκαετίας του 2010 δεν ήταν, με την αυστηρή έννοια, κίνημα.
Ήταν περισσότερο η συνάντηση διαφόρων περιπλανώμενων τμημάτων μιας κομμουνιστογενούς και ριζοσπαστικής Αριστεράς, η οποία αρχικά αναζητούσε πολιτική έκφραση έξω από τον κεντρικό πυρήνα του ΚΚΕ.
Στην πορεία, τα τμήματα αυτά μετασχηματίστηκαν, μέχρι που μεταλλάχθηκαν σε αστικά μορφώματα τα οποία συνέχισαν να επικαλούνται τις ρίζες τους, αναζητώντας ηθικό πλεονέκτημα μέσα σε μια όχι και τόσο ηθική πολιτική συμπεριφορά. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, παρά το μέγεθός του ή, μάλλον, εξαιτίας του μεγέθους του, κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα κίνημα με αρχές, πρόγραμμα, ιδεολογία και οργανωτική δομή.
Η κ. Καρυστιανού δεν μπορούσε, μόνη της, να τα διαμορφώσει όλα αυτά.
Χρειαζόταν και εξακολουθεί να χρειάζεται τη βοήθεια ανθρώπων όπως ο κ. Κοκοτσάκης.
Γι’ αυτό και ο τελευταίος όφειλε να σκεφθεί πολύ προσεκτικότερα τη δημόσια διαφοροποίησή του.
Όταν μπαίνεις στη μάχη, δεν αποχωρείς εύκολα.
Εν κατακλείδι, το κίνημα Καρυστιανού, παρά τις δυσκολίες του, πρέπει να παραμείνει ζωντανό.
Οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θέλουν να σωθεί η χώρα από τον κατήφορο στον οποίο έχει οδηγηθεί οφείλουν να συμβάλουν με τη συμμετοχή τους, ακόμη κι αν συναντήσουν δυσκολίες, αντιφάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις. Διότι τα κινήματα δεν γεννιούνται ώριμα. Ωριμάζουν μέσα στη δοκιμασία. Ή ταν ή επί τας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους