[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα «Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αϊ-Γιάννη...» τραγουδούσε ο Μητροπάνος. Κι εμείς, παιδιά τότε, δεν γνωρίζαμε ίσως όλο το βάθος των στίχων. Σήμερα όμως, κάθε 24 Ιουνίου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα «Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Αϊ-Γιάννη...» τραγουδούσε ο Μητροπάνος.

Κι εμείς, παιδιά τότε, δεν γνωρίζαμε ίσως όλο το βάθος των στίχων.

Σήμερα όμως, κάθε 24 Ιουνίου, οι αναμνήσεις επιστρέφουν μόνες τους. Του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα τον έλεγαν οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας.

Άλλοι τον έλεγαν Αϊ-Γιάννη τον Ριγανά, γιατί αυτές τις μέρες ξεκινούσε το μάζεμα της ρίγανης στα βουνά.

Ήταν μια γιορτή του καλοκαιριού, της γειτονιάς και των παιδιών.

Από νωρίς το απόγευμα, ένα τσούρμο παιδιά στην οδό Ανδρούτσου, στη γειτονιά της Αγίας Βαρβάρας στην Καβάλα, βαλθήκαμε να καθαρίσουμε τη γειτονιά από ξερόχορτα και ξερά κλαδιά. Η Ανδρούτσου στην πόλη της Καβάλας τότε ήταν γεμάτη μονοκατοικίες, αυλές και κήπους.

Ανάμεσα σε αυτές βρισκόταν και το πατρικό μας σπίτι.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αυλή της θείας Αλεξάνδρας και τη μεγάλη αμυγδαλιά που άπλωνε απλόχερα τη σκιά της.

Η θεία Αλεξάνδρα ήταν Εσθονή.

Ο κυρ-Τάκης τη γνώρισε στη Γερμανία, στα χρόνια της εξορίας.

Γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν και απέκτησαν δύο κόρες, τη Μόρφω και τη μικρή Αννούλα.

Με την Αννούλα μεγαλώσαμε μαζί.

Πότε με πείραζε μέχρι δακρύων και πότε με αγκάλιαζε για να με παρηγορήσει.

Σ' εκείνη την αυλή πέρασα αμέτρητες ώρες, όπως και στη δική μας.

Η δική μας δεν είχε πολλά δέντρα· μόνο μια κληματαριά που χάριζε τη σκιά της και μια συκιά.

Θυμάμαι ακόμη τη μάνα μου να τραβά με ένα μπαστούνι τα κλαδιά για να κόψει τα σύκα.

Εκείνη τα λάτρευε.

Εμένα ποτέ δεν μου άρεσαν.

Όμως για τον Κλήδονα μιλούσα... Εκείνη τη χρονιά — θα ήταν το 1972 — μαζέψαμε δύο μεγάλες σωρούς από ξερόκλαδα και ξερά χόρτα και τους τοποθετήσαμε σε απόσταση λίγων μέτρων.

Ύστερα περιμέναμε να νυχτώσει.

Οι ώρες περνούσαν.

Το σκοτάδι έπεσε και ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Ελάτεεε! Ο κυρ-Τάσος ήρθε να ανάψει τις φωτιές!» Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά.

Ο κυρ-Τάσος άναψε τους σωρούς κι εμείς αρχίσαμε ένας-ένας να πηδάμε πάνω από τις φλόγες με θάρρος και καμάρι.

Τσουρουφλισμένοι βγαίναμε από την άλλη πλευρά, χωρίς βλεφαρίδες και με τα μαλλιά μυρισμένα καπνό, αλλά περήφανοι σαν ήρωες.

Οι φωτιές όμως όλο και φούντωναν.

Τις ταΐζαμε συνεχώς με κλαδιά, λες και θέλαμε να φτάσουν μέχρι τον ουρανό.

Μόνο που πάνω από τον δρόμο περνούσαν τα καλώδια του ηλεκτροφωτισμού.

Και ξαφνικά... Τσακ! Σβήστηκαν όλα τα φώτα.

Η γειτονιά βυθίστηκε στο σκοτάδι. «Ωχ... της χρονιάς μας θα ακούσουμε πάλι...» είπαμε όλοι σχεδόν ταυτόχρονα.

Λίγη ώρα αργότερα ήρθε το συνεργείο της ΔΕΗ, αποκατέστησε τη βλάβη και η ζωή ξαναβρήκε τον ρυθμό της.

Όμως, χωρίς να το ξέρουμε, εκείνο το βράδυ είχε γραφτεί ο επίλογος ενός εθίμου.

Την επόμενη χρονιά οι φωτιές δεν άναψαν.

Άρχισε η ανοικοδόμηση, οι αυλές λιγόστεψαν, οι κήποι χάθηκαν, τα ξερόκλαδα σώθηκαν και οι γονείς απαγόρευσαν το παιχνίδι.

Οι πολυκατοικίες πήραν τη θέση των μονοκατοικιών.

Χάθηκε και η μεγάλη αμυγδαλιά της θείας Αλεξάνδρας. «Τι τα θέλεις... Δεν μπορούμε πια ν' ανάβουμε φωτιές εδώ», έλεγε ο κυρ-Χρήστος.

Και έτσι, εκείνη η βραδιά έμελλε να είναι η τελευταία φορά που η γειτονιά μας γιόρτασε τον Κλήδονα με φωτιές.

Πριν από μερικά χρόνια, βρέθηκα τυχαία σε ένα ορεινό χωριό του Πηλίου.

Οι κάτοικοι διατηρούσαν ακόμη το παλιό έθιμο.

Στάθηκα λίγο πιο πέρα, σιωπηλός, καθώς οι φλόγες φώτιζαν τα πρόσωπα των ανθρώπων.

Δεν μιλούσα.

Άφηνα μόνο τις αναμνήσεις να ξετυλίγουν το κουβάρι τους. Οδός Ανδρούτσου και Ομήρου, γωνία.

Η θεία Αλεξάνδρα. Η Αννούλα.

Η αμυγδαλιά.

Οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη. Και μια γειτονιά που υπάρχει πια μόνο μέσα στη μνήμη. ❤️ Καλό ξημέρωμα ολούθε.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences