📌 «ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΘΥΝΗ ΠΕΡΝΑΜΕ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΤΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΥΠΕΥΘΥΝΑ» Στην 4η Συνεδρίαση της Επιτροπής Αναθεώρησης της Προτείνουσας Βουλής συνεχίστηκε η συζήτηση...
📌 «ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΘΥΝΗ ΠΕΡΝΑΜΕ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΤΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΥΠΕΥΘΥΝΑ» Στην 4η Συνεδρίαση της Επιτροπής Αναθεώρησης της Προτείνουσας Βουλής συνεχίστηκε η συζήτηση μεταξύ των κομμάτων, καταγράφοντας τις διαφορετικές οπτικές ως προς τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο Σύνταγμα.
Συγκεκριμένα η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας άρθρο 30, τη διαδικασία πρόωρης διάλυσης της Βουλής άρθρο 41 παρ. 2 και 5 και το άρθρο 44 για τη διοργάνωση δημοψηφισμάτων.
Στη συζήτηση πραγματοποίησα την ακόλουθη παρέμβαση.
Συγκεκριμένα: 🔗 ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ 4η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΣΑΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 30, 41, 44 και 118 Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Άρθρο 30 : ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Με το δημοψήφισμα του 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλυσε οριστικά το Πολιτειακό Ζήτημα της Ελλάδας, το οποίο την είχε ταλαιπωρήσει για 144 χρόνια ελεύθερου βίου.
Περίοδος κατά την οποία η πατρίδα μας άλλαξε 26 Πολιτεύματα και εκατοντάδες Κυβερνήσεις και αντιμετώπισε πολέμους, πτωχεύσεις, δικτατορίες, εμφύλιους σπαραγμούς, εθνικές καταστροφές, προσφυγιά, φτώχεια και θάνατο.
Την 1η Αυγούστου 1974 εκδόθηκε η πρώτη Συντακτική Πράξη για την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας και την ρύθμιση θεμάτων του δημόσιου βίου έως την θέσπιση νέου Συντάγματος.
Δι’ αυτής αφενός καταργήθηκαν όλες, ανεξαιρέτως, οι «συνταγματικές» ρυθμίσεις του δικτατορικού καθεστώτος και τέθηκε εκ νέου σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, με την εξαίρεση των περί της μορφής του Πολιτεύματος διατάξεών του.
Συνολικώς εκδόθηκαν τότε οκτώ Συντακτικές Πράξεις για την θεσμική «κάλυψη» της μεταβατικής περιόδου.
Επιπλέον, και παρά τις περί του αντιθέτου «φωνές» και εισηγήσεις, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προχώρησε αμέσως, προκειμένου να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος, στην έκδοση της Συντακτικής Πράξης της 4ης Οκτωβρίου 1974 «περί προσφυγής εις την λαϊκήν ετυμηγορίαν προς ολοκλήρωσιν της δημοκρατικής νομιμότητος». Προηγουμένως, με το ν.δ. 59/1974, θεσπίστηκαν οι διατάξεις για την σύσταση και την επαναλειτουργία των Πολιτικών Κομμάτων δια των οποίων, επιπροσθέτως και μεταξύ άλλων, καταργήθηκε ο προαναφερόμενος α.ν. 509/1947 και νομιμοποιήθηκε το Κ.Κ.Ε. Η απόφαση αυτή τελειώνει τον εθνικό διχασμό, εδραιώνει την εθνική συμφιλίωση και προετοιμάζει το δρόμο για την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας.
Οι πρώτες μετά την Μεταπολίτευση εκλογές διεξήχθησαν, με υποδειγματικές δημοκρατικές διαδικασίες, την 17η Νοεμβρίου 1974.
Είχε δε νωρίτερα προβλεφθεί ότι «εντός 15, το βραδύτερον, ημερών από της διενεργείας εκλογών της Εθνικής Αντιπροσωπείας, η εξ αυτών προερχομένη Κυβέρνησις υποχρεούται όπως προκηρύξει δημοψήφισμα προς καθορισμόν της μορφής του Δημοκρατικού Πολιτεύματος». Το κατά το π.δ. 804/1974 δημοψήφισμα διεξήχθη την 8η Δεκεμβρίου 1974, πριν ακόμη συνέλθει σε πρώτη συνεδρίαση η μετά τις εκλογές προελθούσα Βουλή, έτσι ώστε αυτή να λειτουργήσει με οριστικώς λυμένο το Πολιτειακό ζήτημα.
Και το ως άνω δημοψήφισμα διεξήχθη με υποδειγματικές δημοκρατικές διαδικασίες, έτσι ώστε δίχως ίχνος σοβαρής πολιτικής και θεσμικής αμφισβήτησης εγκαθιδρύθηκε οριστικά στην Ελλάδα το Πολίτευμα της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.
Με τον τρόπο αυτό έφτασε στο τέλος της η μεγάλη - και με ανυπολόγιστες πολλαπλές συνέπειες- περιπέτεια για την Ελλάδα, που άρχισε με την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και την εγκαθίδρυση της, εντελώς ξένης, όπως αποδείχθηκε εν συνεχεία προς την νοοτροπία του Ελληνικού Λαού, Βασιλείας με την έλευση του Όθωνος, στις αρχές του 19ου αιώνα.
Η αρχική επιδίωξη του Συντάγματος ήταν η Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία να αποκτήσει χαρακτηριστικά συστήματος Ημιπροεδρικής Δημοκρατίας με ισχυρό ρόλο του Προέδρου ως Ρυθμιστή του Πολιτεύματος κατά το άρθρο 30, προκειμένου να διασφαλίζεται η Αρχή των Ελέγχων και των Ισορροπιών.
Όταν με την Αναθεώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1986 καταργήθηκαν βασικές ρυθμιστικές αρμοδιότητες, όπως π.χ. η διαπίστωση από τον πρόεδρο της «δυσαρμονίας μεταξύ κυβέρνησης και λαού», το Πολίτευμα μετεξελίχθηκε σε «Πρωθυπουργοκεντρικό» ισχυροποιώντας υπερβολικά το ρόλο του Πρωθυπουργού.
Πάνω σε αυτή τη συνταγματική βάση ακούμπησαν και μεταγενέστερες αλλαγές που μετεξελίσσουν σήμερα την Ελληνική Δημοκρατία σε «Ημιάμεση». Στοιχεία Ημιάμεσης Δημοκρατίας που συνάδουν και με τις διεθνείς εξελίξεις της εποχής και την ανάπτυξη της νέας τεχνολογίας είναι: α) Η συνταγματική θεσμοθέτηση του πολιτικού κόμματος ως οχήματος της Δημοκρατίας από το Σύνταγμα του 1975 στο άρθρο 29, με στόχο την πολιτική σταθερότητα και τη δημοκρατική ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, όχι μόνο στις εκλογές αλλά και κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου δια των κομμάτων.
Επίσης η καθιέρωση της αυτοτέλειας των κομμάτων και της εδραίωσης της εσωκομματικής δημοκρατίας, δεδομένου ότι περισσότερη δημοκρατία στα κόμματα, ίσως να σημαίνει καλύτερη δημοκρατία των κομμάτων. β) Η καθιέρωση των δημοψηφισμάτων όχι μόνο για σοβαρά εθνικά θέματα κατά το άρθρο 44 §2 του Συντάγματος του 1975 αλλά και για σοβαρά κοινωνικά ζητήματα σύμφωνα με την αναθεώρηση του 2001 που επιτρέπουν την άμεση συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις.
Πιθανόν αυτό να προδιαγράφει ένα μελλοντικό μοντέλο ψηφιακή δημοκρατίας. γ) Η εφαρμογή της δημόσιας διαβούλευσης πριν την ψήφιση των Σχεδίων Νόμων από την Βουλή που θεσπίστηκε από τον Κανονισμό της Βουλής αλλά και νόμους για την καλή νομοθέτηση.
Αυτό δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να παρέμβουν στο πρώτο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας ως άτομα ή ομαδικά ως φορείς εκφράζοντας απόψεις, ασκώντας κριτική ή καταθέτοντας προτάσεις που μπορεί και να υιοθετήσει η κυβερνητική πλειοψηφία. δ) Τέλος η ψήφιση του άρθρου 73 § 6 κατά τη Αναθεώρηση του 2019 θέσπισε τη Λαϊκή Νομοθετική Πρωτοβουλία που δίνει τη δυνατότητα 2 φορές σε μια Κοινοβουλευτική Περίοδο 500.000 πολίτες να μπορούν να προκαλέσουν νομοθετική πρωτοβουλία από το Κοινοβούλιο για σοβαρό ζήτημα.
Χωρίς να χάνει το Πολίτευμα τον Κοινοβουλευτικό του χαρακτήρα, δίνει δια του Συντάγματος τη δυνατότητα άμεσης ενεργοποίησης των πολιτών.
Παρά τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, αυτός κατά το άρθρο 30 παρέμεινε Ρυθμιστής του Πολιτεύματος και Αρχηγός του Κράτους καθώς και εμβληματικό Σύμβολο Ενότητας του Έθνους, παρότι δεν άσκησε ποτέ μέχρι τώρα το δικαίωμα Αναπομπής Σχεδίων Νόμων, προεδρεύοντας όμως σε κρίσιμες στιγμές του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών.
Στις πρώτες 9 εκλογές Προέδρου της Δημοκρατίας που διεξήχθηκαν μεταπολιτευτικά, 3 φορές επήλθε εξαρχής συμφωνία των δύο μεγάλων κομμάτων.
Στα έτη 2000, 2005 και 2010 ο Πρόεδρος εξελέγη μετά από βουλευτικές εκλογές, ενώ σε 4 εκλογές ο Πρόεδρος υποστηρίχθηκε είτε από το ισχυρότερο κυβερνών κόμμα το 1975, είτε μέσω σύμπραξης του κυβερνώντος κόμματος με ένα μικρότερο κόμμα ή ανεξάρτητους βουλευτές το 1980, 1985 και 1995.
Η πρώτη προεδρική εκλογή που οδήγησε σε πρόωρη διάλυση της Βουλής μετά το 1986, ήταν το 1990, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης θέλησε να ξεπεράσει τεχνητές δυσκολίες που του δημιούργησε ο εκλογικός νόμος και λόγω της ανάγκης να σχηματιστεί αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Όσο το Σύνταγμα επέβαλε την εκλογή ΠτΔ με ενισχυμένη πλειοψηφία, υποχρέωνε τις πολιτικές δυνάμεις σε συναίνεση και όπλιζε με κύρος το θεσμό.
Στη διαδικασία αυτή που ήταν πάγια θέση της Νέας Δημοκρατίας, αντιδρούσε πάντα το ΠΑΣΟΚ από την Αναθεώρηση του 2001 και μετά, ώστε να μην προκαλούνται έκτακτες εκλογές.
Πρότεινε αντ’ αυτού τις επαναλαμβανόμενες συνεχώς και απεριορίστως ψηφοφορίες.
Στις εκλογές προέδρου το 2010 και το 2015 εργαλειοποιήθηκε η διαδικασία εκλογής προέδρου.
Το 2010 ο Γ. Παπανδρέου δήλωσε ότι δεν θα ψηφίσει το Κάρολο Παπούλια πριν τις εκλογές για ΠτΔ επιχειρώντας να εγκλωβίσει την Κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή σε μια στιγμή που αυτή προσπαθούσε να πάρει γενναία μέτρα για την αναχαίτιση της επερχόμενης οικονομικής κρίσης που μας οδήγησε στα μνημόνια.
Αυτό οδήγησε σε πρόωρες εκλογές επιδεινώνοντας την κατάσταση.
Το ίδιο συνέβη το 2014 σε μία κρίσιμη στιγμή που η Κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου ήταν έτοιμη να βγάλει τη χώρα από τη διεθνή εποπτεία των μνημονίων.
Η άρνηση του Αλέξη Τσίπρα να στηρίξει την εκλογή ΠτΔ οδήγησε στις εκλογές του 2015 και στο τρίτο μνημόνιο.
Η εργαλειοποίηση την εκλογής του Προέδρου από την εκάστοτε αντιπολίτευση, μας οδήγησε το 2019 στη θέση ότι η αδυναμία εκλογής προέδρου με ενισχυμένη πλειοψηφία των 200 ή των 180 Βουλευτών δεν πρέπει να διακόπτει βίαια τη συνέχεια μιας ισχυρά νομιμοποιημένης δημοκρατικά Κυβέρνησης.
Αυτή η θέση που προτάθηκε από το ΠΑΣΟΚ στηρίχθηκε και στο επιχείρημα ότι είχαν ήδη περιοριστεί και οι αρμοδιότητες του Προέδρου.
Άρα η δυνατότητα εκλογής του με απόλυτη πλειοψηφία ήταν λογική προκειμένου να στηριχθεί η ισχυρά δημοκρατικά νομιμοποιημένη Κυβέρνηση να ολοκληρώσει το έργο της. Το Σύνταγμα άλλωστε ενθάρρυνε, αλλά δεν ανάγκαζε, στους πρώτους 3 γύρους εκλογής τα πολιτικά κόμματα να συναινέσουν επενδύοντας πάνω στην ωριμότητα και την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να δημιουργεί συναινέσεις.
Αυτή η προσδοκία επαληθεύτηκε κατά την πρώτη εκλογή Σακελλαροπούλου, αλλά τορπιλίστηκε κατά την εκλογή του σημερινού προέδρου Κ. Τασούλα, διότι η θεσμική λογική υποτάχθηκε στην μικροκομματική σκοπιμότητα της αντιπολίτευσης.
Βεβαίως ήταν και παραμένει δικαίωμα κάθε κόμματος η θέση που υποστηρίζει.
Αυτό όμως δεν μειώνει επουδενί το θεσμικό κύρος ή την απήχηση που έχει το πρόσωπο του εκάστοτε προέδρου.
Άλλωστε ας μη ξεχνάμε ότι και ο Εθνάρχης Κωνσταντίνος Καραμανλής παρότι εξελέγη με απόλυτη πλειοψηφία είναι ταυτισμένος με τις σημαντικότερες θετικές στιγμές για τη Δημοκρατία μας αλλά και για την Ευρωπαϊκή Προοπτική της Ελλάδας.
Η θέση που σήμερα καταθέτουμε στο άρθρο 30 ως βάση συζήτησης, για μια και μόνη εξαετή θητεία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, αποτελεί τη συνθετική θέση της διαβούλευσης που προηγήθηκε, όπου απέναντι στη θέση κατά των περιοριστικών θητειών, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι: «Η μία και μόνη θητεία του ΠτΔ ενισχύει την ανεξαρτησία του και τον απελευθερώνει από το ανθρώπινο άγχος της επανεκλογής, ώστε να ασκήσει ανεπηρέαστος τα καθήκοντα του ως Ρυθμιστής του Πολιτεύματος- έστω και με μειωμένες αρμοδιότητες- και ως αρχηγός του Κράτους» Αναμφισβήτητα η συζήτηση για τον ΠτΔ θα είχε μεγαλύτερη αξία, αν μιλούσαμε για έναν πρόεδρο με ενισχυμένες αρμοδιότητες.
Πάντως και τώρα διατηρεί συμβολικά, πολιτικά και εθνικά τη σημασία του, αν συνειδητοποιήσουμε ότι είναι διαφορετικό να επιδιώκει κάποιος να αντλήσει αξία από την καρέκλα του, από να δημιουργεί αυτός ως προσωπικότητα υπεραξία σε αυτήν κι αυτό αφορά όλους τους ρόλους είτε έχουν , είτε δεν έχουν τόσες πολλές αρμοδιότητες γιατί όπως σοφά λέει ο Λαός μας: «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά» Άρθρο 41 παρ. 2 και 5 : ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Μετά το 1974 καθώς διανύουμε την 20η Περίοδο Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, έχουν υπάρξει άλλες 19 κοινοβουλευτικές περίοδοι και ισάριθμες εκλογικές αναμετρήσεις. Η Βουλή έχει διαλυθεί 11 φορές με επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας κατά το άρθρο 41 παρ. 2 Σ, τα έτη 1977, 1985, 1993, 1996, 2000, 2004, 2007, 2009, Απρίλιο 2012, 2019, και Απρίλιο 2023.
Συνήθως, η διάλυση της Βουλής κατά το άρθρο 41 παρ. 2 Σ γίνεται μετά τη συμπλήρωση τριών ετών, και λίγους μήνες ή ακόμα και εβδομάδες πριν από τη λήξη της τετραετούς θητείας της, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 1 Σ. Η επιλογή να διαλύεται η Βουλή κατά το άρθρο 41 παρ. 2 Σ γίνεται, γιατί αν διαλυθεί μετά από την παραίτηση της Κυβέρνησης, όπως συνέβη τον Αύγουστο 2015, τότε θα πρέπει να διοριστεί στη θέση της υπηρεσιακή Κυβέρνηση, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 Σ, όπως αναθεωρήθηκε το 1986.
Το άρθρο 41 του Συντάγματος είναι κομβικής σημασίας, διότι ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.
Προβλέπει 3 περιπτώσεις βάση των οποίων μπορεί ο Πρόεδρος Δημοκρατίας να διαλύσει τη Βουλή μετά από πρόταση της κυβέρνησης: Παρ. 1 Λόγω κυβερνητικής ασυνεννοησίας, «αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί από αυτή δύο Κυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα». Oι εκλογές ενεργούνται από την Kυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης Bουλής.
Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμόζεται αναλόγως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 37. Παρ. 2 Λόγω «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας» και Παρ. 4 Λόγω αδυναμίας ψήφου εμπιστοσύνης, δηλ. αν η Βουλή καταψηφίσει την κυβέρνηση μετά από πρόταση δυσπιστίας ή αν η κυβέρνηση χάσει την εμπιστοσύνη του σώματος και δεν μπορεί να σχηματιστεί άλλη κυβέρνηση.
Σύμφωνα με την παρ. 3 υπάρχει και ένας σκληρός κανόνας «H Βουλή που εκλέχθηκε μετά τη διάλυση της προηγούμενης δεν μπορεί να διαλυθεί πριν περάσει ένα έτος αφότου άρχισε τις εργασίες της, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 37 παράγραφος 3 και της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού» Μετά την αναθεώρηση του 1986 και την αλλαγή της αρμοδιότητας του ΠτΔ να διαπιστώνει δυσαρμονία μεταξύ Κυβέρνησης και Λαού (κάτι που λειτουργούσε και ως Αρχή των Ελέγχων και των Ισορροπιών), το σύστημα έγινε πρωθυπουργοκεντρικό.
Η παράγραφος 2 χρησιμοποιήθηκε σε πολλές περιπτώσεις για λόγους τακτικής από την εκάστοτε Κυβέρνηση, προκειμένου να προκαλέσει πρόωρες εκλογές σκοπιμότητας, επικαλούμενη ένα τρέχον ζήτημα ως «εθνικό». Ουσιαστικά το άρθρο ενώ σε μια προηγούμενη συνταγματική αρχιτεκτονική σχεδιάστηκε για να επιλύει κρίσεις, λειτούργησε συχνά ως εργαλείο πολιτικής στρατηγικής για τον έλεγχο του χρόνου των εκλογών.
Για τους λόγους αυτούς η Νέα Δημοκρατία στο άρθρο 41 παρ. 2 και 5 προτείνει την κατάργηση της συχνά υποκριτικής επίκλησης «σοβαρού εθνικού θέματος» για την πρόωρη διάλυση της Βουλής και την αντικατάσταση της με μια διάταξη που θα προβλέπει «Διάλυση με πρόταση της Κυβέρνησης και απόφαση της Βουλής για ανανέωση της λαϊκής εντολής». Δηλαδή την αυτοδιάλυση της Βουλής που είναι και πιο ειλικρινές.
Άρθρο 44 παρ. 2: ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ Με την αναθεώρηση του 2019 το Πολίτευμα μας αποκτά χαρακτηριστικά Ημιάμεσης Δημοκρατίας.
Το δημοψήφισμα αποτελεί θεσμικό τρόπο συμμετοχής του λαού στην άσκηση της εξουσίας ως άμεσου οργάνου.
Στο άρθρο 44 παρ. 2 προβλέπονται δύο είδη δημοψηφισμάτων: Το «κυβερνητικό» δημοψήφισμα, είναι αυτό που προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου και απόφαση 151 βουλευτών για «κρίσιμο εθνικό θέμα». Στο Σύνταγμα του 1975 το δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα δεν υπόκειτο στον θεσμό της προσυπογραφής, ήταν δηλαδή μια από τις λεγόμενες «υπερεξουσίες» του Προέδρου που καταργήθηκαν με την αναθεώρηση του 1986.
Το «κοινωνικό» δημοψήφισμα επί ψηφισμένου νομοσχεδίου για «σοβαρό κοινωνικό ζήτημα» με εξαίρεση τα δημοσιονομικά, το οποίο προκηρύσσεται με διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας μετά από απόφαση 180 βουλευτών.
Άρα, το δημοψήφισμα αυτό δεν αποτελεί «όπλο» της αντιπολίτευσης, αλλά ούτε και μέσο της κυβέρνησης για ενίσχυση της θέσης της.
Το κοινωνικό δημοψήφισμα υπήρξε μια αναθεώρηση με στόχο την ενίσχυση του ρόλου της Βουλής.
Τα δημοψηφίσματα μπορεί να έχουν δεσμευτικό, συμβουλευτικό ή επιτακτικό χαρακτήρα.
Όταν το δημοψήφισμα είναι επικυρωτικό, γίνεται εν γένει δεκτό ότι το αποτέλεσμά του είναι δεσμευτικό.
Για παράδειγμα, όταν τίθεται στην κρίση του λαού ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο (όπως επιτρέπει το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματός μας), το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι δεσμευτικό.
Σε άλλα Συντάγματα, για παράδειγμα στο ιταλικό και το πολωνικό, προβλέπεται ο θεσμός του επικυρωτικού συνταγματικού δημοψηφίσματος.
Όταν το δημοψήφισμα θέτει ένα ερώτημα για την πολιτική της χώρας, όπως για παράδειγμα ορίζει το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος που επιτρέπει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για «κρίσιμο εθνικό θέμα», υποστηρίζεται από την κρατούσα γνώμη ότι το δημοψήφισμα είναι συμβουλευτικό και ότι η συμβουλευτική φύση του δημοψηφίσματος συνδέεται με τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος: οι αντιπρόσωποι συμβουλεύονται τη γνώμη του λαού για συγκεκριμένο ζήτημα κι έπειτα αποφασίζουν ελεύθερα.
Υπάρχουν χώρες με παράδοση στα δημοψηφίσματα, όπου πολλά ζητήματα της καθημερινότητας τους αποφασίζονται από τους πολίτες, όπως η Ελβετία ή η Καλιφόρνια των ΗΠΑ.
Απαγόρευση αναθεωρητικών δημοψηφισμάτων: Το Σύνταγμα δεν επιτρέπει δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του ίδιου του Συντάγματος, η οποία αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Αναθεωρητικής Βουλής. Στην Ελλάδα κατά τον τελευταίο αιώνα έγιναν τα παρακάτω δημοψηφίσματα: 1920: Επικράτησε η επαναφορά του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. 1924: Καταργήθηκε η βασιλεία και εγκαθιδρύθηκε η πρώτη Αβασίλευτη Δημοκρατία. 1935: Επανήλθε η Βασιλευομένη Δημοκρατία μετά από στρατιωτικό κίνημα. 1946: Ο λαός ψήφισε υπέρ της επιστροφής του βασιλιά Γεωργίου Β΄. 1968 (Δικτατορία): Εγκρίθηκε ο συνταγματικός χάρτης του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. 1973 (Δικτατορία): Επικυρώθηκε η κατάργηση της βασιλείας και η ανάδειξη του Γεωργίου Παπαδόπουλου ως «Πρόεδρος της Δημοκρατίας». 1974 (Μεταπολίτευση): Με ποσοστό περίπου 69,2%, ο ελληνικός λαός αποφάσισε οριστικά υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. 2015: Ο ελληνικός λαός κλήθηκε να εγκρίνει ή να απορρίψει το σχέδιο συμφωνίας των ευρωπαϊκών θεσμών (Eurogroup, ΕΚΤ, ΔΝΤ). Το «ΟΧΙ» επικράτησε με ποσοστό 61,31%, αν και η κυβέρνηση κατέληξε λίγες μέρες αργότερα σε νέο μνημόνιο.
Σε ένα δημοψήφισμα έχει σημασία, όχι μόνο ΠΟΙΟΣ θέτει το ερώτημα, αλλά και ΠΩΣ το θέτει; Η διατύπωση του διλήμματος μπορεί έντεχνα να υφαρπάξει τη συναίνεση του εκλογικού σώματος, γεννώντας σύγχρονα ζητήματα δημαγωγίας.
Επίσης σταδιακά γενικεύεται η εφαρμογή των ψηφιακών δημοψηφισμάτων που είναι γρήγορα, ευκολότερα και φθηνότερα να διοργανωθούν.
Ενισχύουν αναμφισβήτητα τη συμμετοχή των πολιτών, αλλά πρέπει να διασφαλίζεται τεχνικά το άμεμπτο της διαδικασίας και η μυστικότητα της ψήφου.
Ένα άλλο ζήτημα που ανακύπτει στις δημοψηφισματικές διαδικασίες είναι σε περίπτωση που μια εμφανώς λάθος απόφαση λάβει άμεση ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση, πώς, από ποιον και πόσο γρήγορα μπορεί να διορθωθεί, ώστε να μην προκαλέσει κάποια ανέκκλητη ζημία; Το Πολίτευμα μας δεν εγκαταλείπει τον Κοινοβουλευτικό του Χαρακτήρα.
Άρα ο ρόλος του Κοινοβουλίου παραμένει ισχυρός ακόμα και στην περίπτωση που εκ των υστέρων κληθεί, με μεταγενέστερη απόφαση του, να διορθώσει μια απόφαση λαϊκού ή ψηφιακού δημοψηφίσματος που κρίνεται λάθος.
Η ισχύς της κοινοβουλευτική διόρθωσης είναι ισοδύναμη με το δημοψηφισματικό αποτέλεσμα.
Σε περίπτωση που ωριμάσουν οι συνθήκες για μια ψηφιακή δημοκρατία, όπου τα δημοψηφίσματα θα διοργανώνονται διαδικτυακά, τότε είναι σημαντικό να εφαρμόζεται το άρθρο 5Α παρ. 1 και 2 του Συντάγματος που αναφέρεται τόσο στην προστασία από τα fake news, δηλαδή την ψηφιακή δημαγωγία, όσο και στην ισότητα στην πρόσβαση στο διαδίκτυο ως νεότευκτο δικαίωμα που στην πράξη καλεί το Κράτος να παρέχει σε όλους τους πολίτες τα απαιτούμενα εργαλεία (Η/Υ), την πρόσβαση στο δίκτυο(WiFi ή οπτική ίνα) και τον ψηφιακό αλφαβητισμό ιδιαίτερα για τα άτομα μεγάλης ηλικίας.
Ο πρώην Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Al Gore μετά την ψηφιακή επανάσταση, δήλωσε ότι «το Διαδίκτυο αποτελεί την ψηφιακή λεωφόρο επιστροφής στην Άμεση Δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας». Η νέα Εκκλησία του Δήμου είναι πλέον το πολυπληθές σύνολο των Ελλήνων πολιτών που μπορούν να εκφράσουν φυσικά ή γρηγορότερα διαδικτυακά τις επιλογές τους.
Σύμφωνα με τον αναθεωρημένο Κώδικας Καλών Πρακτικών για Δημοψηφίσματα της Επιτροπής της Βενετίας του 2022, οι αρχές που πρέπει να διέπουν τα δημοψηφίσματα, ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία των εκλογέων είναι : «Το ερώτημα που τίθεται σε ψηφοφορία πρέπει να είναι σαφές και κατανοητό.
Δεν πρέπει να είναι παραπλανητικό.
Πρέπει να είναι αμερόληπτο και να μην υπονοεί κάποια απάντηση.
Οι εκλογείς πρέπει να ενημερώνονται για τις συνέπειες του δημοψηφίσματος…. Το ελάχιστο χρονικό διάστημα μεταξύ της προκήρυξης του δημοψηφίσματος και της ημέρας της ψηφοφορίας πρέπει να είναι τέσσερις εβδομάδες.
Ωστόσο, σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα προετοιμασίας είναι επιθυμητό, ιδίως αν το θέμα δεν έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ευρείας δημόσιας συζήτησης.
Η περίοδος της προεκλογικής εκστρατείας δεν πρέπει να είναι μικρότερη από εκείνη των τακτικών εκλογών.» Για να προστατευθεί αυτό το δικαίωμα συμμετοχής και η ελευθερία επιλογής του πολίτη από σύγχρονους δημαγωγούς, η Νέα Δημοκρατία προτείνει το Σύνταγμα στο άρθρο 44 παρ 2 να καθοδηγεί το νομοθέτη, ώστε το ερώτημα να διατυπώνεται με εύληπτο και ξεκάθαρο, δηλαδή κατανοητό τρόπο προς τους πολίτες.
Μεταξύ της προκήρυξης και της διενέργειας του δημοψηφίσματος να μεσολαβεί επαρκής χρόνος τουλάχιστον 20 ημερών, προκειμένου να ενημερώνεται με πληρότητα και νηφαλιότητα πριν αποφασίσει, ώστε οι αποφάσεις και οι επιλογές του να μην είναι προϊόν συνταγματικού λαϊκισμού, αλλά να είναι ψύχραιμες και λογικές, προς όφελος της Ελλάδας και των Ελλήνων.
Μόνο κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί το Σύνταγμα να μεταβιβάσει περισσότερες αρμοδιότητες στην κοινωνία πιστεύοντας ότι, «όσο πιο πολύ ευθύνη περάσεις στους πολίτες, τόσο περισσότερο αυτοί εκπαιδεύονται να αποφασίζουν υπεύθυνα». #ΑναθεώρησηΣυντάγματος #Βουλή #Δημοκρατία #ΠρόεδροςΤηςΔημοκρατίας #Δημοψηφίσματα #ΣυνταγματικήΑναθεώρηση #Κοινοβούλιο #Ελλάδα #ΝέαΔημοκρατία #EvripidisStylianidis #Στυλιανίδης #ConstitutionalReform #Democracy #HellenicParliament @κορυφαίοι θαυμαστές @ακόλουθοι
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους