[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

~ ~ ~ Ο ηδονικός Ελπήνωρ ~ ~ ~ Τον είδα χτες να σταματά στην πόρτα κάτω από το παράθυρό μου· θα ’ταν εφτά περίπου· μια γυναίκα ήταν μαζί του. Είχε το φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει να...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

~ ~ ~ Ο ηδονικός Ελπήνωρ ~ ~ ~ Τον είδα χτες να σταματά στην πόρτα κάτω από το παράθυρό μου· θα ’ταν εφτά περίπου· μια γυναίκα ήταν μαζί του.

Είχε το φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει να τσακιστεί, κι όμως δεν ήταν μεθυσμένος.

Μιλούσε πολύ γρήγορα, κι εκείνη κοίταζε αφηρημένη προς τους φωνογράφους· τον έκοβε καμιά φορά να πει μια φράση κι έπειτα κοίταζε μ’ ανυπομονησία εκεί που τηγανίζουν ψάρια· σαν τη γάτα.

Αυτός ψιθύριζε μ’ ένα αποτσίγαρο σβηστό στα χείλια: — Άκουσε ακόμη τούτο.

Στο φεγγάρι τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς1 — τ’ αγάλματα· κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη, η φλόγα που καίει τον άνθρωπο, θέλω να πω. — Είναι το φως… ίσκιοι της νύχτας… — Ίσως η νύχτα που άνοιξε, γαλάζιο ρόδι, σκοτεινός κόρφος, και σε γέμισε άστρα κόβοντας τον καιρό.

Κι όμως τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο στα δυο, σαν το ροδάκινο· κι η φλόγα γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος· λυγίζουν· γίνουνται αλαφριά μ’ ένα ανθρώπινο βάρος.

Δεν το ξεχνάς. — Τ’ αγάλματά ειναι στο μουσείο. — Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις; θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους, με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες κι όμως την ξέρεις.

Όπως όταν στα τελευταία της νιότης σου αγαπήσεις γυναίκα που έμεινε όμορφη, κι όλο φοβάσαι, καθώς την κράτησες γυμνή το μεσημέρι, τη μνήμη που ξυπνά στην αγκαλιά σου· φοβάσαι το φιλί μη σε προδώσει σ’ άλλα κρεβάτια περασμένα τώρα που ωστόσο θα μπορούσαν να στοιχειώσουν τόσο εύκολα τόσο εύκολα και ν’ αναστήσουν είδωλα στον καθρέφτη, σώματα που ήταν μια φορά· την ηδονή τους.

Όπως όταν γυρίζεις απ’ τα ξένα και τύχει ν’ ανοίξεις παλιά κασέλα κλειδωμένη από καιρό και βρεις κουρέλια από τα ρούχα που φορούσες σε όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που όλο χαμηλώνουν και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας μιας νέας μορφής.

Αλήθεια, τα συντρίμμια δεν είναι εκείνα· εσύ ’σαι το ρημάδι· σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου· μιλούν για περιστατικά που θά ηθελες να μην υπάρχουν ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου, κι αυτό είναι δύσκολο γιατί… — Τ’ αγάλματά ειναι στο μουσείο.

Καληνύχτα. — …γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς.

Τ’ αγάλματα λυγίζουν αλαφριά… καληνύχτα.

Εδώ χωρίστηκαν.

Αυτός επήρε την ανηφόρα που τραβάει κατά την Άρκτο κι αυτή προχώρεσε προς το πολύφωτο ακρογιάλι όπου το κύμα πνίγεται στη βοή του ραδιοφώνου... Γιώργος Σεφέρης ~ Στην ελληνική μυθολογία ο Ελπήνωρ ήταν σύντροφος του Οδυσσέα, αναφερόμενος στην Οδύσσεια. Ο Ελπήνωρ δεν διακρινόταν για τη δύναμη ή την ευφυία του, ωστόσο επέζησε του Τρωικού Πολέμου.

Μεταμορφώθηκε από την Κίρκη σε γουρούνι, αλλά, όπως και οι άλλοι σύντροφοι του Οδυσσέα, επαναφέρθηκε στην ανθρώπινη μορφή του.

Την παραμονή της αναχωρήσεώς τους από το νησί της Κίρκης, όταν όλοι συγκεντρώθηκαν και «το γλέντησαν», ο Ελπήνορας, μεθυσμένος, αποκοιμήθηκε στη στέγη του ανακτόρου της Κίρκης.

Το πρωί, όταν τον φώναξαν για να φύγουν, εκείνος ξύπνησε, αλλά ξεχνώντας ότι βρισκόταν στην οροφή, έπεσε κάτω από ψηλά και σκοτώθηκε.

Οι άλλοι δεν το πρόσεξαν και απέπλευσαν. Ο Οδυσσέας τον συνάντησε όταν επισκέφθηκε τον Άδη, και μάλιστα ήταν ο πρώτος που συνάντησε στον κάτω κόσμο.

Εκεί ο Ελπήνωρας του υπενθύμισε ότι του όφειλε μια κανονική κηδεία (εκ του κήδομαι = μεριμνώ, φροντίζω), οπότε επιστρέφοντας ο Οδυσσέας στον επάνω κόσμο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του: επέστρεψε στην Αιαία, έκαψε τη σορό του Ελπήνορα και μετά την έθαψε μαζί με την πανοπλία του, σημαδεύοντας τον τάφο με ένα κουπί του πλοίου του. Στο Λάτιο υπήρχε ένας τάφος τον οποίο θεωρούσαν ως μνήμα του Ελπήνορα.

Ο θάνατος του Ελπήνορα από δυστύχημα εξ απροσεξίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα και επιστέγασμα της απερίσκεπτης συμπεριφοράς των συντρόφων του Οδυσσέα σε όλο το έπος, συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με την παροιμιώδη εξυπνάδα και Μήτιδα, του ίδιου του Οδυσσέα, η οποία έτσι τονίζεται περισσότερο. ~ Στις εικόνες,ο Οδυσσέας συνομιλεί με το νεκρό πιά Ελπήνορα, που ανεβαινει απ τον Άδη και του ζητά να τον θάψει με τις τιμές, που δικαιειται ενας νεκρος, κατα τα πάτρια ειωθότα, πράγμα το οποίο και θα πράξει ο Ιθακήσιος Ήρωας. Δεξιά ο Ερμής. Ερυθρόμορφη Πελίκη του ζωγράφου του Λυκάονα. 440 π.κ.χ..

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences