ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Τις τελευταίες εβδομάδες εξετάζουμε, βήμα προς βήμα, το ασφαλιστικό καθεστώς των εργαζομένων και συνταξιούχων της πρώην Εμπορικής Τράπεζας. Ξεκινήσαμε από τις εισφορές που...
ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Τις τελευταίες εβδομάδες εξετάζουμε, βήμα προς βήμα, το ασφαλιστικό καθεστώς των εργαζομένων και συνταξιούχων της πρώην Εμπορικής Τράπεζας.
Ξεκινήσαμε από τις εισφορές που καταβάλλονταν επί δεκαετίες.
Στη συνέχεια εξετάσαμε την εγγυητική ευθύνη της Τράπεζας και τον ρόλο της μέσα στο συνολικό ασφαλιστικό σύστημα.
Το επόμενο βήμα είναι ίσως το σημαντικότερο μέχρι σήμερα.
Ο σημερινός Πυλώνας 4 δεν εξετάζει πλέον την ύπαρξη της εγγυητικής υποχρέωσης.
Εξετάζει την αποτίμησή της.
Δηλαδή το κρίσιμο ερώτημα: Ποια ήταν η οικονομική της αξία; Γιατί οι αριθμοί έχουν μια ιδιότητα: Αφήνουν πάντοτε ίχνη. ΚΑΘΕ ΕΓΓΥΗΣΗ ΕΧΕΙ ΑΞΙΑ – ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ; Τέταρτο κείμενο της σειράς για το ασφαλιστικό καθεστώς των εργαζομένων και συνταξιούχων της πρώην Εμπορικής Τράπεζας.
Στα προηγούμενα κείμενα εξετάσαμε τις εισφορές.
Στη συνέχεια εξετάσαμε γιατί υπήρχε εγγυητική ευθύνη.
Ακολούθησε η ανάλυση του περιεχομένου της εγγύησης και του ρόλου της μέσα στο ασφαλιστικό καθεστώς της Εμπορικής.
Κάθε βήμα μάς έφερε πιο κοντά στην ουσία.
Και η ουσία έχει μια ιδιότητα: Όσο την πλησιάζεις, τόσο λιγότερο χωράνε οι γενικόλογες διαβεβαιώσεις και τόσο περισσότερο κυριαρχούν οι αριθμοί.
Σήμερα λοιπόν δεν συζητάμε αν υπήρχε η εγγυητική υποχρέωση.
Αυτό έχει ήδη συζητηθεί.
Σήμερα συζητάμε κάτι πολύ πιο δύσκολο.
Ποια ήταν η αξία της; Γιατί εδώ αρχίζει το σημείο όπου οι πολιτικές δηλώσεις τελειώνουν και αρχίζουν οι λογαριασμοί.
Κάθε εγγύηση έχει αξία.
Κάθε οικονομική υποχρέωση έχει αξία.
Κάθε δέσμευση που μπορεί να δημιουργήσει μελλοντική οικονομική επιβάρυνση έχει αξία.
Και όταν μεταβάλλεται το καθεστώς μέσα στο οποίο λειτουργεί, η αξία αυτή δεν εξαφανίζεται ως διά μαγείας. Αποτιμάται. Καταγράφεται. Υπολογίζεται. Αποτυπώνεται.
Αυτό δεν είναι συνδικαλιστική θέση.
Δεν είναι πολιτική άποψη.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί κάθε σοβαρό οικονομικό σύστημα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ύπαρξη αυτού του μηχανισμού δεν αναγνωρίζεται μόνο από τα καταστατικά κείμενα και τις ιστορικές ρυθμίσεις του ασφαλιστικού καθεστώτος.
Αναγνωρίζεται και από επίσημα ευρωπαϊκά έγγραφα που εξέτασαν τη μεταρρύθμιση του τραπεζικού ασφαλιστικού συστήματος. Στην Απόφαση C 36/2007 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (16 Μαΐου 2007) καταγράφεται ότι, σύμφωνα με τα καταστατικά των τραπεζικών ασφαλιστικών φορέων, οι τράπεζες όφειλαν, όταν αυτό καθίστατο αναγκαίο, να καταβάλλουν πρόσθετες εισφορές για την κάλυψη ελλειμμάτων των ασφαλιστικών τους φορέων.
Στην ίδια απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στο ΤΕΑΠΕΤΕ, όπου επισημαίνεται ότι προβλεπόταν συμπληρωματική εισφορά της τράπεζας για την ανασύσταση των πόρων του Ταμείου πέραν των προκαθορισμένων εισφορών.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρεται σε εργοδοτικές εγγυήσεις που συνδέονται με την κάλυψη των υποχρεώσεων έναντι ασφαλισμένων και συνταξιούχων και στην υποχρέωση διασφάλισης της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών φορέων.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί επιβεβαιώνει ότι η εγγυητική υποχρέωση δεν αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση.
Δεν αποτελεί συνδικαλιστικό σύνθημα.
Δεν αποτελεί εκ των υστέρων ερμηνεία.
Αποτελεί στοιχείο που είχε καταγραφεί και ληφθεί υπόψη κατά την επίσημη εξέταση του συστήματος από ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο.
Και εδώ ακριβώς γεννιέται το ερώτημα που κάποιοι αποφεύγουν συστηματικά να συζητήσουν.
Η εγγυητική υποχρέωση είχε αξία; Προφανώς είχε.
Ποια ήταν αυτή η αξία; Με ποια μεθοδολογία υπολογίστηκε; Ποιος πραγματοποίησε την αποτίμηση; Ποιος την έλεγξε; Και πού αποτυπώνονται σήμερα τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας; Γιατί όσο πλησιάζουμε στο κέντρο της υπόθεσης, τόσο περισσότερο διαπιστώνουμε κάτι ενδιαφέρον.
Όλοι μιλούν για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη υποχρεώσεων.
Λίγοι όμως μιλούν για την οικονομική τους αποτύπωση.
Κι όμως εκεί βρίσκεται το πραγματικό κέντρο βάρους της συζήτησης.
Οι υποχρεώσεις μπορεί να αλλάζουν μορφή.
Οι αριθμοί όμως αφήνουν ίχνη.
Οι αναλογιστικές μελέτες αφήνουν ίχνη.
Οι αποτιμήσεις αφήνουν ίχνη.
Οι λογιστικές εγγραφές αφήνουν ίχνη.
Και όσο κάποιοι επιμένουν να συζητούν γύρω από τα ίχνη, αντί να τα εξετάζουν, τόσο πιο έντονα γεννιέται ένα ερώτημα: Τι ακριβώς φοβούνται ότι θα αποκαλύψουν οι αριθμοί; Στα προηγούμενα στάδια της συζήτησης ακούσαμε πολλές βεβαιότητες.
Ακούσαμε ότι το θέμα έχει λυθεί.
Ακούσαμε ότι όλα έχουν κριθεί.
Ακούσαμε ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα ουσιαστικό ερώτημα.
Όμως οι βεβαιότητες δεν υποκαθιστούν τα στοιχεία.
Και οι χαρακτηρισμοί δεν υποκαθιστούν τους αριθμούς.
Μέχρι σήμερα η δημόσια συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από συμπεράσματα.
Ήρθε η ώρα να εξεταστούν τα τεκμήρια πάνω στα οποία στηρίζονται αυτά τα συμπεράσματα.
Γι’ αυτό στα επόμενα κείμενα δεν θα ασχοληθούμε με συνθήματα, εντυπώσεις ή διακηρύξεις.
Θα ασχοληθούμε με τα δεδομένα.
Με αναλογιστικές μελέτες.
Με οικονομικές εκτιμήσεις.
Με δημόσια διαθέσιμα στοιχεία.
Με αριθμούς.
Και εκεί αρχίζει συνήθως η πιο ενδιαφέρουσα φάση κάθε υπόθεσης.
Γιατί η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Απόφαση C 36/2007, δεν περιορίστηκε στην αναγνώριση των υποχρεώσεων.
Ασχολήθηκε με την αναλογιστική αποτίμησή τους.
Με την παρούσα αξία τους.
Με το οικονομικό τους αποτύπωμα.
Με τη μεθοδολογία υπολογισμού τους.
Δηλαδή ακριβώς με το ερώτημα που τίθεται σήμερα: Ποια ήταν η αξία της εγγυητικής υποχρέωσης; Στα επόμενα κείμενα θα εξετάσουμε τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί δημόσια.
Αναλογιστικές μελέτες.
Οικονομικές εκτιμήσεις.
Δημόσιες αναφορές.
Και κάθε διαθέσιμο στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της πραγματικής οικονομικής διάστασης της εγγυητικής υποχρέωσης.
Γιατί πριν συζητήσουμε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, οφείλουμε πρώτα να εξετάσουμε τους αριθμούς. Και οι αριθμοί, όταν αναλύονται σωστά, έχουν ένα πλεονέκτημα: Δεν επηρεάζονται από συνθήματα. Η συζήτηση συνεχίζεται.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους