• ◦ • ◦ ◦ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ Οι τρύπες της Ιστορίας. Ιστορία διάτρητη – γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου 23/06/2026 Αρχοντούλα Διαβάτη, Ασπασία Καρρά. Μια γυναίκα του καναπέ, εκδ. Νησίδες, Αθήνα 2026. Στο...
• ◦ • ◦ ◦ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ Οι τρύπες της Ιστορίας. Ιστορία διάτρητη – γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου 23/06/2026 Αρχοντούλα Διαβάτη, Ασπασία Καρρά.
Μια γυναίκα του καναπέ, εκδ. Νησίδες, Αθήνα 2026.
Στο εξώφυλλο του μικρού βιβλίου που θα μας απασχολήσει, κάτω από τον τίτλο του αναγράφεται το είδος στο οποίο εντάσσεται: μια μαρτυρία.
Γνωρίζουμε τον όρο στο δικανικό του πλαίσιο.
Μαρτυρώ σημαίνει καταθέτω (γραπτώς ή προφορικώς) για όσα είδα, άκουσα ή βίωσα και δεσμεύομαι, ορκίζομαι, υπόσχομαι ότι λέω αλήθεια για συμβάντα στα οποία ήμουν παρών.
Η μαρτυρία αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο, επικυρώνει μια πληροφορία, μια αφήγηση, γίνεται πειστήριο, εγγύηση βεβαιότητας, πολύ περισσότερο που, σε μεγάλο βαθμό, η αυθεντικότητά της μπορεί να υποβληθεί σε κάποιον επαληθευτικό μηχανισμό.
Εν προκειμένω, η Ασπασία Καρρά καταθέτει σημαντικές πληροφορίες για τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο της που, κατά κάποιον τρόπο, αλληλοτέμνονται ή αλληλοκαθρεφτίζονται, ο ένας γίνεται απαραίτητη παράμετρος του άλλου.
Το δημόσιο πρόσωπο διαμορφώθηκε από συνθήκες, αρχές, επιλογές που παραπέμπουν στον πυρήνα του ιδιωτικού και τούμπαλιν, το ένα εξηγεί το άλλο, το ένα φωτίζει το άλλο.
Το πόσο αλληλένδετες είναι οι δυο σφαίρες, του δημόσιου και του ιδιωτικού, γίνεται φανερό όταν, σε οριακές καταστάσεις, συντελείται βάναυσα η κατάργηση των δύο θυλάκων, οι οποίοι δεν συλλειτουργούν πλέον αρμονικά, αλλά εκτίθενται ακρωτηριασμένοι.
Το λιτό βιογραφικό της Καρρά συνοψίζεται στα εξής: Γεννήθηκε το 1933 στο Λιβάδι Ολύμπου· φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ, αλλά δεν διορίστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση, αρνούμενη να υπογράψει δήλωση κοινωνικών φρονημάτων, καθώς από πολύ νωρίς εντάχθηκε στους κόλπους της Αριστεράς.
Υπήρξε για δύο τετραετίες δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Θεσσαλονίκης.
Στο στεγνό αυτό ενημερωτικό δελτίο δεν χωρούν η εξορία του πατέρα στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας, οι δυσκολίες διαβίωσης μιας πολύτεκνης οικογένειας (οκτώ παιδιά), η προσωπική δυσχέρεια της Ασπασίας, προσβεβλημένης στα δύο μόλις χρόνια της από πολιομυελίτιδα, η μετ’ εμποδίων σχολική εκπαίδευση και τα φοιτητικά χρόνια στο πανεπιστήμιο της ζόρικης δεκαετίας του ’50. «Μπήκα στο κόμμα στα 27 μου. “Εστρατολογήθη υπό του πατρός της”, διάβασα στον φάκελό μου.
Οι ασφαλίτες ξέρουν τη βιογραφία μας καλύτερα από μας», επισημαίνει η Ασπασία.
Αυτά όλα χρειάζονται τη ροή της αφήγησης, της αυθιστόρησης, του αυτοβιογραφικού λόγου που ανοίγει και κλείνει παρενθέσεις, καθηλώνεται σε κάποια σημεία και άλλα τα προσπερνά εν τάχει, διευκρινίζει, συμπληρώνει, επαναλαμβάνει, εμμένει, εξηγεί.
Στον σκληρό πυρήνα αυτής της αυτοβιογράφησης εντάσσεται η μαρτυρική κατάθεση για τα χρόνια της χούντας: οι διώξεις, οι φυλακές, τα βασανιστήρια, οι σωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες.
Εδώ ακριβώς, νιώθει ο αναγνώστης, η Ασπασία Καρρά γνώρισε τον εαυτό της: τις αντοχές του, το πείσμα του, την πίστη του σε κάποιες αδιαπραγμάτευτες αρχές και πεποιθήσεις, τη δύναμη να συνεχίσει, να καταγγείλει, να μιλήσει, ακόμα και να συγχωρέσει… Στο Γ΄ Σώμα, κλειδωμένη, δεξιά τρία σκαλιά και οι τουαλέτες.
Ένα μεγάλο κρεβάτι μόνο, κι εγώ καθόμουν στην άκρη, έτσι δα. Μια μέρα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας ασφαλίτης, απ’ αυτούς που έβγαινα και με πήγαινε για ανάκριση στο τολ.
Ψηλός, έρχεται και κολλάει κοντά μου, περνώντας τα πόδια του μέσα στα δικά μου.
Μου σηκώνει το σαγόνι με το ένα του χέρι και με το άλλο ανοίγει μπροστά το παντελόνι του.
Φτύνω, δαγκώνω, αντιστέκομαι και να, ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν δυο εσατζήδες… …Θέλω να μιλήσω για τους ένστολους που μας βοήθησαν στη φυλακή. Το ΚΚΕ δεν το ήθελε αυτό.
Ήθελε ήρωες και θύματα μόνο.. …Η Δημοκρατική Άμυνα είχε επαφές με τη Δανία.
Ευγνωμονώ τον Στέλιο Νέστορα που μας έφερε σε επαφή με τους γιατρούς της Διεθνούς Αμνηστίας.
Πέντε φορές με εξέτασαν και μου άνοιξαν τα μάτια για την κατάστασή μου τη σωματική και την ψυχολογική, πράγμα που δεν το επέτρεπε το κόμμα.
Θεωρούσε τη Διεθνή Αμνηστία όργανο της CIA.
Κι εδώ είναι που η μικροϊστορία έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την αμείλικτη Ιστορία (με ιώτα κεφαλαίο). Το κεφάλαιο των συλλήψεων, φυλακίσεων, βασανιστηρίων αποτελεί ιστορική μαρτυρία, αναφέρεται σε συγκεκριμένους χώρους, συγκεκριμένα ονόματα, με φωτογραφικές λεπτομέρειες, στοιχεία επαληθεύσιμα, τεκμήρια αδιαμφισβήτητα τα οποία κατατίθενται προς επίρρωση του επιχειρήματος ότι η δικτατορία δεν ήταν στιγμιαίο αδίκημα, ήταν κόλαφος διαρκείας και ισόβιο τραύμα για πολλούς, απλούς και καθημερινούς ανθρώπους – για χάρη τους κάνει τούτη τη δημόσια εξομολόγηση η Ασπασία Καρρά.
Και το κάνει όχι με συγκινησιακή φόρτιση και θυμό ή πάθος, αλλά με διαυγή περιγραφή, αποστασιοποιημένη ματιά, λες και μιλά για κάποιον άλλον και πασχίζει να είναι όσο πιο αμερόληπτη γίνεται.
Θαρρείς πώς με την αρματωσιά του φιλολόγου-ιστορικού επιχειρεί ψύχραιμα, με καθαρό μυαλό, να βουλώσει τις τρύπες της επίσημης (με κεφαλαίο ιώτα) ΙΣΤΟΡΙΑΣ, μιας Ιστορίας διάτρητης, ρηγματωμένης που χρειάζεται τη μνημονική συνδρομή των πολλών ανθρώπων για να μπορεί να επιτελεί το καθήκον της, την αδέκαστη, απροκατάληπτη καταγραφή του παρελθόντος.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σ’ ένα κείμενο πολυμορφικό: αυτοβιογραφία, εξομολόγηση, μαρτυρία, απομνημόνευμα… Μια λαγαρή αφήγηση που ρέει αβίαστα, σχεδόν αδιάφορη για την ετικέτα που θα της επικολλήσουν.
Αυτό το αφηγηματικό συνεχές ανέλαβε με αγάπη και υπευθυνότητα να το διαχειριστεί-επιμεληθεί η Αρχοντούλα Διαβάτη, φιλόλογος επίσης (και φιλόλογος, για την ακρίβεια, διότι είναι και πολλά άλλα). Και καθώς είναι και κινηματογραφόφιλη, έκανε ντεκουπάζ, οργάνωσε το υλικό σε σεκάνς, σε 11 «εικόνες», όπως αποκαλεί τις ενότητες της αφήγησης.
Και δεν περιορίστηκε μόνο στη σκηνοθεσία, την τακτοποίηση των επεισοδίων, αλλα μπαινοβγαίνει και η ίδια στην αφήγηση, παρεμβάλλοντας δικές της μνήμες στα διάκενα της ανιστόρησης της Ασπασίας – «Παρενθέσεις», τις λέει. Π.χ. Στη χούντα μαθήτρια του σχολείου.
Βλέπαμε τις αμερικανόθρεφτες χούντες στη Λατινική Αμερική στο σινεμά.
Για τη δική μας χούντα πρωτάκουσα στην εκδρομή του σχολείου.
Τελευταία τάξη του γυμνασίου, άνοιξη.
Γυρνούσα με από τη μεγάλη εκδρομή του σχολείου στη Ρόδο, όταν μας ζήτησαν στο πούλμαν να μην τραγουδάμε Θεοδωράκη γιατί στο μεταξύ είχε εγκαθιδρυθεί δικτατορία και απαγορευόταν.
Αλλού, και σποράδην, σχολιάζει διακριτικά και εξ επαφής σχεδόν τα λεγόμενα της Ασπασίας, υπομνηματίζει με ευαίσθητες παρατηρήσεις, επεξηγεί, έτσι ώστε ο λόγος να γίνεται περίπου δίκλωνος, δίφωνος και το σύνολο κείμενο να διαβάζεται σαν ένα Διπλό βιβλίο.
Βεβαίως, δεν υποσκελίζει την πρωταγωνίστρια, οι δικές της παρεμβολές στόχο έχουν να αναδείξουν τη φωνή της Ασπασίας Καρρά.
Και όντως, με αυτή τη «δεύτερη φωνή», ο ήχος αποκτά προοπτική, με τη διφωνία ακούμε καλύτερα τη μελωδία, το «τραγούδι του Αγώνα». Γιατί, παρά τις σκληρές περιγραφές, τα εμπόδια, τις ταλαιπωρίες, τα ζόρια μιας ζωής κάθε άλλο παρά ρόδινης, το βιβλιαράκι αυτό αποπνέει μια αισιοδοξία, έναν αγωνιστικό ενθουσιασμό ακατάβλητο, μια δίψα για ζωή, για γνώση – «πράγματα δικά μας, αριστερά», θά έλεγα, παραφράζοντας τον ποιητή. «Πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά» (Καβάφης, «Πάρθεν»). ⸙⸙⸙
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους