Έχω μια θεωρία. Η μεταπολεμική Αθήνα έχει χτιστεί με την αισθητική, τη λογική και τη νοοτροπία του Σκαλούμπακα, του γνωστού βασανιστή της Μακρονήσου. Όποιος έχει ταξιδέψει έστω και για λίγες μέρες...
Έχω μια θεωρία. Η μεταπολεμική Αθήνα έχει χτιστεί με την αισθητική, τη λογική και τη νοοτροπία του Σκαλούμπακα, του γνωστού βασανιστή της Μακρονήσου.
Όποιος έχει ταξιδέψει έστω και για λίγες μέρες στο –δυτικό- εξωτερικό κι ανεξαρτήτως ιδεολογίας και πολιτικής τοποθέτησης καταλαβαίνει τις χαοτικές διαφορές της πόλης μας με οποιοδήποτε άλλο μέρος. Η Αθήνα είναι μια τριτοκοσμική, δυσλειτουργική, δυσαρμονική, βρόμικη, προβληματική και κακάσχημη πόλη.
Μια πόλη που με βάση τις προοπτικές και την κληρονομιά της θα μπορούσε να είναι η ομορφότερη της Ευρώπης, ένα στολίδι, ένας κορυφαίος παγκόσμιος προορισμός.
Μια πόλη που με απόσταση ελάχιστων χιλιομέτρων έχει βουνά, δάση, ποτάμια, σπηλιές, λίμνες, άλση, παραλίες, ένα τεράστιο παραλιακό μέτωπο και φυσικά άπειρα μνημεία οικουμενικής κληρονομιάς.
Μια πόλη με ιστορία και πολιτισμό αιώνων, κάθε πέτρα της μπορεί να σου αφηγηθεί την ιστορία του ανθρώπου, της φιλοσοφίας, των τεχνών, των επιστημών, της πολιτικής, του εμπορίου.
Ένα σταυροδρόμι κουλτούρων κι ιδεών από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Μια από τις ελάχιστες πόλεις που σχεδόν διαχρονικά, με τις ακμές και τις παρακμές της, αποτελεί ορόσημο για τον ανθρώπινο πολιτισμό, που έχει υπάρξει στέκι ή όνειρο ζωής για τις πιο μεγάλες προσωπικότητες που έχουν περπατήσει πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Η Αθήνα μετά τον εμφύλιο πόλεμο, όμως, έπεσε στα χέρια της λούμπεν Ακροδεξιάς, των αιμοσταγών προδοτών, των λαδέμπορων, των πολιτικάντηδων που απέδρασαν στα δύσκολα και της απύθμενης αλητείας.
Αυτών που με την βοήθεια Αμερικάνων κι Άγγλων νίκησαν τον πόλεμο και πήραν τα κλειδιά της χώρας και της πόλης από τους ναζί κατακτητές.
Και σταδιακά επέβαλαν την κουλτούρα και τη νοοτροπία τους στον ανασχηματισμό της.
Η βίαιη αστικοποίηση κι η ραγδαία εσωτερική μετανάστευση έχουν γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος που του φορτώθηκε η απόλυτη ευθύνη για αυτό το έκτρωμα που λέμε για πόλη, αλλά η αλήθεια είναι πιο πολύπλοκη.
Η εμφάνιση της αστυφιλίας άλλωστε δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο και δεν αρκεί να τα εξηγήσει όλα. Η Αθήνα χτίστηκε στην σκαλουμπική κουλτούρα του ατομικού συμφέροντος, της μαγκιάς του πιο δυνατού, του πιο αυθάδη, της παγαποντιάς, της διαφθοράς, της γνωριμίας, του βύσματος, του ρουσφετιού, της απληστίας του γρήγορου κέρδους με κάθε κόστος, με κάθε τρόπο.
Δείτε τις παλιές ελληνικές ταινίες, γεμάτες είναι από πληροφορίες για αυτό το έγκλημα.
Για αυτό και δεν υπήρξε κανένα σοβαρό κεντρικό σχέδιο, κανένα ενδιαφέρον ακόμα και για την προστασία από τις φυσικές καταστροφές, καμία λογική, καμία πρόνοια για μεγάλους δρόμους, για πεζοδρόμια, για ύδρευση, για αποχέτευση, για αντισεισμική προστασία, για χώρους πρασίνου κι αθλητισμού.
Έγινε ένα διαρκές έγκλημα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Τα ρέματα μπαζώθηκαν, τα δάση καίγονται και ξανακαίγονται, χτίζεται σπίτι σε κάθε πιθανό κι απίθανο σημείο, πάνω στο βουνό, μέσα στο δάσος, δίπλα στην παραλία, μέσα στη θάλασσα.
Λένε –και δε ντρέπονται- για αθηναϊκή ριβιέρα κι είναι όλη σχεδόν μπαζωμένη κι ιδιωτικοποιημένη, βλέπεις δωρεάν θάλασσα σε ελάχιστα σημεία κι αυτά χωρίς εύκολη πρόσβαση από την υπόλοιπη πόλη.
Δεν υπήρχε καν ένα σχέδιο μιας βασικής ομοιομορφίας, από το πουθενά υψώνεται και μια πανύψηλη πολυκατοικία που καταπίνει όλα τα σπίτια γύρω της μέχρι κάποιος ψηλότερο έκτρωμα καταπιεί κάποτε κι αυτήν.
Κάθε πολιτικάντης κι ένα καινούργιο συντελεστή δόμησης κι ένα νέο πλάνο για να βολέψει τον δικό του.
Νεοκλασικά, πανέμορφες γειτονιές, ιστορικά κι αρχαιολογικά μνημεία κατεδαφίστηκαν, κατακρεουργήθηκαν για να μπουν στη θέση τους τσάτρα πάτρα κάτι τερατουργήματα για να φάει ο εργολάβος.
Τρώγανε, τρώγανε, τρώγανε.
Και τρώνε, τρώνε, τρώνε.
Και να τα αυθαίρετα και να καινούργια ευκαιρία για καταστροφή, καινούργια ευκαιρία για φαί.
Μια χώρα που πάχυνε από την οικοδομή, μια χώρα που και σήμερα αλλάζει το οικονομικό στάτους μέσα από την στεγαστική κρίση.
Κι αυτός ο εθισμός με το μπετόν, βλέπεις την πόλη από ψηλά κι είναι ένας άσπρος εμετός.
Μέχρι και την Ακρόπολη μπάζωσαν.
Κι η κλειστοφοβία, το ένα σπίτι πάνω στο άλλο, δρόμοι λαβύρινθοι, να φτάνεις ψηλά στον Πειραιά και να μη βλέπεις θάλασσα παρά από ένα συγκεκριμένο παγκάκι που έχει μια μικρή σχισμή –υπάρχει και γκράφιτι εκεί που το κοροϊδεύει-. Κι ύστερα ήρθαν και τα αμάξια να ολοκληρωθεί το δημιούργημα του Φρανκενστάιν.
Δέκα αμάξια η κάθε οικογένεια κι αυξάνονται.
Είναι τα ποντίκια της Πανούκλας του Καμύ.
Πάνω στα πεζοδρόμια, πάνω στις ράμπες, μέσα στις αυλές, μποντιλιαρισμένα στους δρόμους, μέσα στις κρεβατοκάμαρες σε λίγο.
Μικρές εστίες καρκίνου σε κάθε πιθανό κι απίθανο σημείο της πόλης να γίνονται όλα αβίωτα.
Και φυσικά παντελής έλλειψη μέσων μαζικής μεταφοράς, οπότε ακόμα περισσότερα αυτοκίνητα, ακόμα περισσότερη τρέλα, το να κάνεις πέντε χιλιόμετρα στην Αθήνα είναι πιο δύσκολο από το να κολυμπήσεις πέντε μίλια στη μέση του Ανταρκτικού ωκεανού.
Και θα μου πεις όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Όχι.
Η ίδια ακριβώς νοοτροπία κυριαρχεί και σήμερα.
Ακόμα και στις καινούργιες περιοχές της Ανατολικής Αττικής που χτίστηκαν πολύ πιο μετά τη ραγδαία αστικοποίηση.
Τα ίδια χάλια.
Κι ήρθε το Ελληνικό και βγαίνει ο Μητσοτάκης και λέει ότι δε θα μας επιβληθούν οι κομμουνιστές να κάνουμε έναν λαχανόκηπο (έτσι λέει τα πάρκα) και θα φέρουμε ανάπτυξη.
Πού να ήξεραν οι Άγγλοι που σε κάθε γειτονιά έχουν κι ένα πάρκο πιο μεγάλο από τον εθνικό κήπο ότι ζουν τη μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό.
Κι έτσι το Ελληνικό θα γίνει μια κλειστή ιδιωτική περιοχή για υπερπλούσιους κατοίκους που δόθηκε τσάμπα από το κράτος σε έναν ιδιώτη με εντολή του ΔΝΤ.
Δε θα έχει καν πρόσβαση ο πολίτης όχι μόνο στα γραφεία και στα σπίτια ούτε καν στο παραλιακό μέτωπο, θα μας μείνει μόνο η γκουμούτσα της ασχήμιας να μπορείς να τη βλέπεις κι από την Θεσσαλονίκη άμα λάχει.
Λένε ότι όταν ο Ιουστινιανός είδε ολοκληρωμένη την Αγία Σοφία είπε «Νενίκηκά σε, Σολομών!». Ε αυτό το έκτρωμα είναι να λες το «Νενίκηκά σε, Φρανκενστάιν!». Και σε αυτή τη λογική μπαίνουν και τα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Όχι δεν ήταν κανένα αρχιτεκτονικό θαύμα ούτε ήταν κάποιο πρότυπο αισθητικής.
Το αντίθετο.
Ήταν ένα παράδειγμα, από τα χιλιάδες, εγκατάλειψης κι αδιαφορίας είτε μιλάμε για κρατική περιουσία είτε για ιδιωτική που την έχουν ξεχάσει οι κληρονόμοι της.
Οπότε τι είναι τελικά; ΣΥΝΔΕΣΗ.
Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί αγάπησαν αυτό το μέρος, το έκαναν μέρος της ψυχής τους, το φρόντισαν σαν τραυματισμένο αδέσποτο, το πότισαν κι άνθισε, έγιναν δράσεις εκεί, ήταν καταφύγιο κατατρεγμένων, ήταν σημείο ασφάλειας και πολλών εθελοντικών δράσεων με ανθρωπιστικό πρόσημο, ήταν μια χειροποίητη κατασκευή, κάτι αυθεντικό.
Σε μια εποχή που μισούμε τα σπίτια μας, που έχουν γίνει βραχνάς με τα ενοίκια, τα κόκκινα δάνεια, τα φαντς, τα κοράκια, τους ΕΝΦΙΑ, τις συντηρήσεις, κτλ. αυτοί κατάφεραν κάτι πολύ σημαντικό και σπάνιο εκεί.
Να συνδεθούν με τον χώρο και να αναπτύξουν συλλογικότητα μέσα σε αυτόν.
Αυτό θέλουν να γκρεμιστεί.
Είναι η κουλτούρα του Σκαλούμπακα που έλεγα πιο πάνω.
Αυτό που για σένα είναι σπίτι και φωλιά για εμένα είναι μια μελλοντική επιχειρηματική ευκαιρία.
Όπως όταν καίμε τα δάση για να χτίσουμε μεζονέτες και πετάνε τα πουλιά και τρέχουν τα ελάφια έντρομα.
Ίδια κουλτούρα.
Κι ας λένε ότι θα φτιάξουν κοινωνικές κατοικίες και λοιπές μπαρούφες.
Ξέρουμε πώς λειτουργεί.
Ειδικά από αυτά τα λαμόγια που έχουν κλέψει και τα πόμολα της χώρας.
Για αυτό ο Χαντζής κάνει τόσες μέρες απεργία πείνας για αυτό είναι στα πρόθυρα του θανάτου και δε μπήκε στον σπιτόγατο να ψάξει για άλλο σπίτι.
Αυτή τη σύνδεση δε μπορούν να καταλάβουν οι χαχανούληδες στα σχόλια και στις αντιδράσεις, οι φορείς του σκαλουμπικού πολιτισμού, οι απόγονοι των Χιτών κι οι θεματοφύλακες της ασχήμιας. Ξέρεις τι είναι ρε να πεθαίνεις για την φωλιά σου; (Via Κυκλοθυμικός)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους