Σήμερα δεν θέλω να γράψω για τον Χάρη του χθες ή για όμορφες αναμνήσεις. Θέλω να γράψω για τον Χάρη του σήμερα. Ή μάλλον των τελευταίων εβδομάδων. Ίσως είναι λίγο ανακατεμένο, αλλά έτσι ακριβώς νιώθω...
Σήμερα δεν θέλω να γράψω για τον Χάρη του χθες ή για όμορφες αναμνήσεις.
Θέλω να γράψω για τον Χάρη του σήμερα.
Ή μάλλον των τελευταίων εβδομάδων.
Ίσως είναι λίγο ανακατεμένο, αλλά έτσι ακριβώς νιώθω.
Μου λείπει.
Ένα πράγμα που με βασανίζει είναι η αδικία.
Μέσα σε εισαγωγικά ίσως, αλλά αδικία.
Παρότι κερδίσαμε σχεδόν δύο έξτρα χρόνια από τότε με την επέμβαση και παρότι ήξερα ότι όλη αυτή η κατάσταση κάποια στιγμή θα επιστρέψει, κάπου μέσα μου πίστευα ότι θα ήταν πολύ άδικο.
Και αφού θα ήταν τόσο άδικο, δεν θα συνέβαινε.
Και όμως συνέβη.
Και από ένα σημείο και μετά εξελίχθηκε μάλλον ραγδαία.
Και ακόμα και σε αυτό με εμπιστεύτηκε.
Με εμπιστεύτηκε να πάρω εγώ τη δύσκολη απόφαση.
Στο σπίτι που μένουμε τώρα είχα φτιάξει τα πράγματα γύρω από τον Χάρη.
Καλοκαιρινό χαλί και χειμερινό χαλί στο σαλόνι.
Καλοκαιρινό χαλί και χειμερινό χαλί κάτω από την τραπεζαρία.
Χαλιά ενωμένα μεταξύ τους για να μπορεί να πηγαίνει εύκολα στο φαγητό του.
Ειδική ράμπα στην είσοδο γιατί υπήρχε ένα σκαλί που μετά την επέμβαση δεν μπορούσε πια να ανεβεί.
Κάθε βράδυ τον έπαιρνα αγκαλιά για να τον πάω στην κρεβατοκάμαρα επειδή έχει σκάλες.
Είχε και εκεί το δικό του κρεβάτι, ακριβώς κάτω από τη μεριά που κοιμάμαι.
Γιατί ξυπνούσα μέσα στη νύχτα για να του αλλάξω πλευρό, επειδή δεν μπορούσε να γυρίσει μόνος του.
Το πρωί πάλι αγκαλιά κάτω για φαγητό.
Και τα 20 κιλά του δεν ήταν ποτέ 20 κιλά.
Ήταν τα διπλάσια όταν κουβαλάς κάποιον που δεν μπορεί να βοηθήσει καθόλου.
Είχα ένα ολόκληρο συρτάρι γεμάτο λιχουδιές, κόκαλα και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.
Στο μπαλκόνι κάθομαι ακόμα στην ίδια καρέκλα.
Και ακόμα τη γυρίζω στη γωνία που την γύριζα πάντα, ώστε να τον βλέπω στο σαλόνι ή να περιμένω να εμφανιστεί η μουσούδα του και να σπρώξει τη σίτα.
Κάθε πρωί στο τσιγάρο μου βιάζομαι να τελειώσω.
Όχι γιατί έχω δουλειά.
Αλλά γιατί τους τελευταίους τέσσερις μήνες είχα στο μυαλό μου ότι πρέπει να τον πάρω αγκαλιά, να τον κατεβάσω κάτω και να πάμε βόλτα.
Το χειρότερο όμως είναι το ασανσέρ όταν γυρίζω από τη δουλειά.
Τέσσερις όροφοι.
Δέκα δευτερόλεπτα.
Και κάθε φορά παίζεται το ίδιο έργο.
Θα ανοίξω την πόρτα και θα τον δω. Όχι, δεν είναι εδώ.
Θα ανοίξω την πόρτα και θα τον δω. Όχι, δεν είναι εδώ.
Για δέκα δευτερόλεπτα γίνεται ένας πόλεμος ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη συνήθεια.
Γιατί για δεκατέσσερα χρόνια άνοιγα όλες τις πόρτες όλων των σπιτιών που μείναμε και έβλεπα τα πιο όμορφα και εκφραστικά μάτια να με κοιτάζουν.
Στις 9 Φεβρουαρίου γεννήθηκε η κόρη μου. Η Χριστίνα.
Ένα απίθανο, χαμογελαστό πλάσμα.
Θυμάμαι ότι δεν ήθελα να φύγω από το νοσοκομείο εκείνη την ημέρα.
Ένιωθα δέος.
Και όμως, μέσα σε όλη αυτή τη χαρά, σκεφτόμουν συνέχεια ένα πράγμα.
Να γυρίσω σπίτι και να τη δείξω στον Χάρη.
Στον καλύτερό μου φίλο.
Να μοιραστώ μαζί του αυτή τη στιγμή.
Και αυτό ακριβώς έκανα.
Και όταν γυρίσαμε όλοι σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω τη Χριστίνα αγκαλιά και να την πάω κοντά του.
Και τότε είδα την εικόνα που περίμενα τόσο καιρό.
Χάρης και Χριστίνα.
Και ένιωσα πλήρης.
Θυμάμαι να σκέφτομαι: Χ + Χ = L.F.E. Και ίσως αυτό είναι που πονάει περισσότερο αυτές τις μέρες.
Όχι ότι τελείωσε.
Αλλά ότι θα μπορούσε να είχε κρατήσει λίγο ακόμα.
Λίγους μήνες τους είχαμε. Η Χριστίνα και ο Χάρης.
Και για εκείνους τους λίγους μήνες ένιωθα πραγματικά πλήρης.
Τι ωραίο θα ήταν αν ο χρόνος δεν χρειαζόταν να τελειώσει εκεί. Αν αυτό το συναίσθημα κρατούσε λίγο παραπάνω. Νομίζω πως το αξίζαμε.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους