[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το «#rebranding» μου συνεχίζεται με ένα σεντόνι καλοκαιρινό για το #whataboutism... Το #whataboutism λοιπόν είναι από τις πιο κουραστικές συνήθειες στον δημόσιο διάλογο. Ρωτάς κάποιον για ένα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το «#rebranding» μου συνεχίζεται με ένα σεντόνι καλοκαιρινό για το #whataboutism... Το #whataboutism λοιπόν είναι από τις πιο κουραστικές συνήθειες στον δημόσιο διάλογο.

Ρωτάς κάποιον για ένα συγκεκριμένο θέμα και αντί να απαντήσει, σου πετάει ένα άλλο θέμα στο τραπέζι.

Του λες “γιατί έγινε αυτό;” και σου απαντάει “ναι, αλλά οι άλλοι τι έκαναν;” Του λες “υπάρχει πρόβλημα εδώ” και σου λέει “ναι, αλλά εκεί δεν βλέπεις τι γίνεται;” Του λες “ας μιλήσουμε για αυτή την ευθύνη” και σου απαντάει “μα και οι προηγούμενοι χειρότεροι ήταν”. Και κάπως έτσι, η συζήτηση δεν προχωράει ποτέ.

Το whataboutism δεν είναι επιχείρημα.

Είναι υπεκφυγή.

Είναι η τέχνη του να μη δίνεις απάντηση στο θέμα που έχει τεθεί, αλλά να τραβάς τον άλλον σε άλλο γήπεδο για να χαθεί η μπάλα.

Και το χειρότερο είναι ότι στην Ελλάδα το έχουμε σχεδόν αναγάγει σε εθνικό σπορ.

Δεν συζητάμε για το αν κάτι είναι σωστό ή λάθος.

Συζητάμε για το αν κάποιος άλλος, κάποτε, κάπου, έκανε κάτι χειρότερο. - Έκλεψε ο δικός μας; Ναι, αλλά οι άλλοι έκλεψαν περισσότερο. - Απέτυχε ο δικός μας; Ναι, αλλά οι προηγούμενοι τα διέλυσαν. - Είπε ανοησία ο δικός μας; Ναι, αλλά ο άλλος είχε πει μεγαλύτερη.

Και έτσι, πολύ απλά, δεν φταίει ποτέ κανείς.

Όλοι έχουν πάντα ένα “ναι, αλλά” έτοιμο στο στόμα.

Το πρόβλημα δεν είναι να θυμίζεις την υποκρισία κάποιου.

Υπάρχουν φορές που η υποκρισία πρέπει να επισημαίνεται.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η υποκρισία του άλλου χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία για να μη μιλήσουμε για το αρχικό θέμα.

Άλλο πράγμα είναι να λες “πρόσεξε, αυτός που κατηγορεί τώρα έκανε τα ίδια”. Και άλλο πράγμα είναι να λες “επειδή ο άλλος έκανε τα ίδια, δεν θα απαντήσω εγώ για τίποτα”. Το πρώτο μπορεί να είναι πολιτική παρατήρηση.

Το δεύτερο είναι φυγή από την ευθύνη.

Το whataboutism σκοτώνει τη συζήτηση επειδή μετατρέπει κάθε θέμα σε κομματικό πινγκ πονγκ.

Δεν ψάχνουμε πλέον τι ισχύει.

Ψάχνουμε ποιος θα πετάξει πιο γρήγορα το επόμενο “ναι, αλλά”. Και φυσικά, στα social media αυτό δουλεύει τέλεια.

Γιατί εκεί δεν χρειάζεται να πείσεις πραγματικά.

Αρκεί να μπερδέψεις.

Αρκεί να αλλάξεις θέμα.

Αρκεί να πετάξεις μια άλλη κατηγορία, ένα άλλο σκάνδαλο, μια άλλη εικόνα, ένα άλλο σύνθημα, ώστε ο άλλος να χάσει την αρχική γραμμή της συζήτησης.

Το αποτέλεσμα είναι απλό.

Δεν λύνουμε τίποτα.

Δεν ξεκαθαρίζουμε τίποτα.

Δεν ζητάμε λογαριασμό από κανέναν.

Απλά αλλάζουμε θέμα μέχρι να κουραστούν όλοι.

Η σωστή απάντηση στο whataboutism είναι ήρεμη αλλά κοφτή: “Μπορούμε να μιλήσουμε και για αυτό.

Αλλά τώρα μιλάμε για το συγκεκριμένο θέμα.” Αυτό είναι όλο.

Δεν χρειάζεται να πέφτεις στην παγίδα.

Δεν χρειάζεται να κυνηγάς κάθε λαγό που σου πετάνε μπροστά.

Γιατί αυτό ακριβώς θέλουν.

Να φύγεις από την ουσία και να αρχίσεις να απολογείσαι για κάτι άλλο.

Όμως εδώ υπάρχει και η άλλη πλευρά, η πιο πρακτική και πιο δύσκολη.

Αν προσπαθήσεις να κινηθείς εντελώς έξω από τη λογική του whataboutism, για παράδειγμα σε ένα τηλεοπτικό πάνελ, μάλλον θα χάσεις αν δεν ξέρεις ακριβώς τι κάνεις.

Γιατί τα τηλεοπτικά πάνελ, ειδικά όταν έχουν πάνω από έναν εκπρόσωπο κομμάτων, δεν λειτουργούν σαν ήρεμα εργαστήρια πολιτικής σκέψης.

Λειτουργούν σαν αρένες.

Εκεί δεν κυριαρχεί πάντα όποιος έχει την καλύτερη πρόταση.

Συχνά κυριαρχεί όποιος ξέρει να επιβιώνει μέσα στον θόρυβο.

Ο κανόνας των τριών είναι σωστός και καθαρός: - Εντοπισμός προβλήματος. - Σχόλιο πάνω στο πρόβλημα. - Πρόταση λύσης.

Αυτό είναι σοβαρή πολιτική επικοινωνία.

Είναι αυτό που θα έπρεπε να γίνεται.

Μόνο που στα περισσότερα πάνελ δεν γίνεται πραγματική συζήτηση πολιτικής.

Γίνεται τελετουργική κομματική μονομαχία.

Και εκεί το whataboutism δεν είναι ατύχημα.

Είναι βασικό όπλο.

Οπότε ναι, αν πας σε πάνελ και πεις “εγώ θα είμαι σοβαρός, θα μιλήσω μόνο με προτάσεις και δεν θα μπω στη λάσπη”, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να φανείς αδύναμος.

Όχι επειδή είσαι αδύναμος, αλλά επειδή το γήπεδο είναι στημένο για σύγκρουση, όχι για επεξεργασία λύσεων.

Το λάθος που κάνουν πολλοί είναι ότι νομίζουν πως η σοβαρότητα σημαίνει πλήρη άρνηση της σύγκρουσης.

Δεν σημαίνει αυτό.

Σημαίνει ελεγχόμενη σύγκρουση.

Δηλαδή δεν πας να γίνεις whataboutιστής σαν τους άλλους.

Αλλά δεν πας και άοπλος.

Πρέπει να έχεις έτοιμη μία κοφτή απάντηση για την υποκρισία του αντιπάλου και μετά αμέσως να επιστρέφεις στο δικό σου πλαίσιο.

Κάπως έτσι: “Ναι, ο κύριος τάδε δεν δικαιούται να κάνει μάθημα ηθικής, γιατί όταν είχε την ευθύνη έκανε αυτά και αυτά.

Αλλά το σημερινό θέμα δεν λύνεται με ανταλλαγή κατηγοριών.

Το πρόβλημα είναι συγκεκριμένο, η ζημιά είναι συγκεκριμένη και η λύση που προτείνουμε είναι αυτή.” Αυτό δεν είναι whataboutism.

Είναι πολιτική άμυνα με επιστροφή στην ουσία.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να χρησιμοποιείς την υποκρισία του αντιπάλου για να κρύψεις τη δική σου ευθύνη και άλλο πράγμα είναι να την εντοπίζεις γρήγορα, να την καρφώνεις στο τραπέζι και μετά να επιστρέφεις στο θέμα.

Το πρώτο είναι υπεκφυγή.

Το δεύτερο είναι έλεγχος πλαισίου.

Βέβαια, το πρόβλημα δεν τελειώνει στο πάνελ.

Συχνά αρχίζει μετά το πάνελ.

Γιατί όταν επιστρέφεις πίσω στο κόμμα, δεν σε κρίνουν μόνο οι τηλεθεατές.

Σε κρίνουν και οι εσωτερικοί επιτηρητές.

Τα πολλά μάτια που σε κοιτούσαν δεν ήταν μόνο απέναντι από τις κάμερες.

Ήταν και μέσα στο ίδιο σου το στρατόπεδο.

Και εκεί αρχίζει το γνωστό πανηγύρι. - “Μα γιατί ρε συ δεν είπες για τα σκάνδαλα του άλλου;” - “Γιατί δεν τον στόλισες όταν είπε εκείνη τη βλακεία;” - “Γιατί δεν είπες αυτό που είχε πει ο πρόεδρος;” - “Γιατί μίλησες για προτάσεις;” - “Τι πάει να πει κάνουμε προτάσεις; Έξω θα λες μόνο ό,τι έχει πει ο πρόεδρος.” Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι πολλές φορές το κόμμα δεν θέλει εκπρόσωπο.

Θέλει ψάλτη.

Δεν θέλει πολιτικό λόγο.

Θέλει επανάληψη ιερών φράσεων.

Δεν θέλει ανάλυση.

Θέλει επιβεβαίωση.

Δεν θέλει να λύσεις το πρόβλημα.

Θέλει να ευλογήσεις τον θεοδάρχη.

Αυτό είναι το πραγματικό αδιέξοδο της κομματικής επικοινωνίας.

Από τη μία, ο πολίτης χρειάζεται λύσεις.

Από την άλλη, το πάνελ απαιτεί σύγκρουση.

Και από την τρίτη, το κόμμα πολλές φορές απαιτεί υποταγή στη γραμμή, όχι πολιτική σκέψη.

Άρα ο άνθρωπος που βγαίνει σε πάνελ πρέπει να εξυπηρετήσει τρία ακροατήρια ταυτόχρονα. - Τον πολίτη που θέλει να ακούσει κάτι χρήσιμο. - Τον αντίπαλο που θέλει να τον παγιδεύσει. - Και το κόμμα του που θέλει να δει αν ήταν αρκετά πιστός, αρκετά επιθετικός και αρκετά προβλέψιμος.

Εκεί χρειάζεται τέχνη.

Όχι απλώς θράσος.

Όχι απλώς ευγένεια. Τέχνη.

Η σωστή τεχνική είναι τριπλή.

Πρώτον, δεν αφήνεις την επίθεση αναπάντητη.

Την κόβεις σύντομα.

Δεύτερον, δεν παγιδεύεσαι σε ατελείωτο whataboutism.

Δεν χαρίζεις το θέμα.

Τρίτον, περνάς την πρόταση με τρόπο που να ακούγεται σαν πολιτικό χτύπημα, όχι σαν τεχνοκρατική διάλεξη.

Για παράδειγμα: “Ακούστε, το να μας κουνάνε το δάχτυλο αυτοί που άφησαν πίσω τους αυτά τα αποτελέσματα, είναι τουλάχιστον προκλητικό.

Αλλά ο κόσμος δεν πληρώνει λογαριασμούς με κομματικές ατάκες.

Το πρόβλημα είναι εδώ, σήμερα και χρειάζεται τρία πράγματα: έλεγχο, διαφάνεια και συγκεκριμένο σχέδιο εφαρμογής.

Αυτό προτείνουμε.” Έτσι έχεις και μαχαίρι και χάρτη.

Το καθαρό “εμείς κάνουμε προτάσεις” ακούγεται πολιτισμένο, αλλά τηλεοπτικά μπορεί να βγει άχρωμο.

Το καθαρό “ναι, αλλά εσείς” βγάζει ένταση, αλλά σκοτώνει την αξιοπιστία.

Η λύση είναι ελεγχόμενη επιθετικότητα με επιστροφή στο θέμα.

Και αυτό είναι που λείπει από τον δημόσιο διάλογο.

Όχι επειδή δεν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να το κάνουν.

Αλλά επειδή τα κόμματα συχνά δεν τους αφήνουν.

Προτιμούν τον φωνακλά που λέει τη γραμμή, από τον άνθρωπο που μπορεί να σκεφτεί, να απαντήσει, να χτυπήσει και να επιστρέψει στην ουσία.

Ο σοβαρός διάλογος θέλει πειθαρχία.

Θέλει να μένεις στο θέμα.

Θέλει να απαντάς στην ερώτηση που σου γίνεται και όχι στην ερώτηση που σε βολεύει.

Αλλά η σοβαρότητα δεν σημαίνει να πηγαίνεις άοπλος σε αρένα.

Σημαίνει να έχεις ασπίδα, να έχεις ξίφος και να ξέρεις πότε τα χρησιμοποιείς.

Όταν κάποιος σου απαντάει συνεχώς με “ναι, αλλά οι άλλοι;”, δεν κάνει ανάλυση.

Κάνει απόδραση.

Και όταν ένα κόμμα απαιτεί από τους εκπροσώπους του να κάνουν μόνο αυτό, δεν παράγει πολιτική.

Παράγει θόρυβο με κομματικό λογότυπο.

Κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να χειροκροτούμε τις αποδράσεις και να αρχίσουμε να απαιτούμε απαντήσεις.

Και κάποια στιγμή τα κόμματα πρέπει να καταλάβουν ότι ο εκπρόσωπος που ξέρει να εντοπίζει το πρόβλημα, να καρφώνει την υοκρισία και να επιστρέφει στη λύση, είναι πολύ πιο χρήσιμος από εκείνον που απλώς φωνάζει “ναι, αλλά εσείς”. Γιατί ο πρώτος κάνει πολιτική. Ο δεύτερος απλώς αλλάζει θέμα. #JustMyTwoCents

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences