[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Λαγοκέφαλοι και Λεσσεψιανοί μετανάστες: η βιολογική εισβολή που αλλάζει την Ανατολική Μεσόγειο Η Μεσόγειος Θάλασσα δεν είναι ένα κλειστό, στατικό οικοσύστημα. Είναι μια θάλασσα με πολύπλοκη γεωλογική...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Λαγοκέφαλοι και Λεσσεψιανοί μετανάστες: η βιολογική εισβολή που αλλάζει την Ανατολική Μεσόγειο Η Μεσόγειος Θάλασσα δεν είναι ένα κλειστό, στατικό οικοσύστημα.

Είναι μια θάλασσα με πολύπλοκη γεωλογική ιστορία, έντονες κλιματικές διαβαθμίσεις και αυξανόμενη ανθρώπινη πίεση.

Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που αλλάζουν τη βιολογική της σύνθεση είναι η είσοδος ειδών από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδο-Ειρηνικό μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.

Τα είδη αυτά είναι γνωστά ως Λεσσεψιανοί μετανάστες, από τον Ferdinand de Lesseps, τον μηχανικό και διπλωμάτη που συνδέθηκε με την κατασκευή της διώρυγας. Η Λεσσεψιανή μετανάστευση άρχισε μετά το άνοιγμα της Διώρυγας του Σουέζ το 1869, αλλά η έντασή της αυξήθηκε ιδιαίτερα τον 20ό και τον 21ο αιώνα.

Η διώρυγα δημιούργησε έναν τεχνητό θαλάσσιο διάδρομο ανάμεσα στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο.

Έτσι οργανισμοί που εξελίχθηκαν σε θερμότερα, τροπικά ή υποτροπικά νερά βρήκαν πρόσβαση στην ανατολική Μεσόγειο.

Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, η τροποποίηση των οικοσυστημάτων, η υπεραλίευση και οι αλλαγές στις τροφικές αλυσίδες διευκολύνουν την εγκατάσταση ορισμένων από αυτά τα είδη.

Δεν είναι όλοι οι Λεσσεψιανοί μετανάστες εξίσου επιβλαβείς.

Ορισμένοι ενσωματώνονται σχετικά αθόρυβα στα τοπικά οικοσυστήματα.

Άλλοι όμως γίνονται εισβολικά είδη, δηλαδή εγκαθίστανται, πολλαπλασιάζονται και προκαλούν οικολογικές, οικονομικές ή υγειονομικές επιπτώσεις.

Από τα πιο χαρακτηριστικά και προβληματικά παραδείγματα είναι ο λαγοκέφαλος, κυρίως το είδος Lagocephalus sceleratus, γνωστό στα αγγλικά ως silver-cheeked toadfish.

Ο λαγοκέφαλος ανήκει στην οικογένεια Tetraodontidae, δηλαδή στα τετραοδοντίδια, την ίδια ευρύτερη ομάδα στην οποία ανήκουν τα γνωστά pufferfish.

Το σώμα του είναι επίμηκες, ισχυρό, με γκριζοπράσινη ή καστανή ραχιαία επιφάνεια, ασημόχρωμες πλευρές και χαρακτηριστική δυνατότητα διόγκωσης όταν απειλείται.

Το πιο επικίνδυνο μορφολογικό του χαρακτηριστικό είναι το ισχυρό ρύγχος με συγχωνευμένα δόντια, που σχηματίζουν ένα είδος σκληρού «ράμφους». Με αυτό μπορεί να κόβει δίχτυα, πετονιές, δολώματα, μαλάκια, καρκινοειδή και ιστούς θηραμάτων.

Η είσοδος του Lagocephalus sceleratus στη Μεσόγειο καταγράφεται στις αρχές του 21ου αιώνα.

Από την ανατολική Μεσόγειο εξαπλώθηκε γρήγορα προς το Αιγαίο, την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, την Τουρκία, τη Λεβαντίνη, τη βόρεια Αφρική και αργότερα δυτικότερα.

Η ταχύτητα εξάπλωσης δείχνει ότι το είδος βρήκε κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες και επαρκείς τροφικούς πόρους. Η Ανατολική Μεσόγειος, θερμότερη και πιο ολιγοτροφική, φαίνεται να προσφέρει περιβάλλον που ευνοεί τέτοια θερμόφιλα είδη.

Από οικολογική άποψη, ο λαγοκέφαλος είναι ιδιαίτερα επιτυχημένος εισβολέας.

Είναι ευρύτροφος θηρευτής.

Τρέφεται με ψάρια, μαλάκια, καρκινοειδή και άλλα βενθικά ή νεκτονικά ζώα.

Μελέτες σε ελληνικές περιοχές, όπως η Ρόδος και η Κρήτη, δείχνουν ότι χρησιμοποιεί διαφορετικά ενδιαιτήματα ανάλογα με το στάδιο ζωής του.

Τα νεαρά άτομα συχνά συνδέονται με αμμώδεις βυθούς, ενώ τα μεγαλύτερα και αναπαραγωγικά άτομα μπορεί να χρησιμοποιούν και περιοχές με θαλάσσια λιβάδια, όπως της Posidonia oceanica.

Η διατροφή του μεταβάλλεται με το μέγεθος, καθώς τα μεγαλύτερα άτομα μπορούν να εκμεταλλεύονται πιο ανθεκτικά ή μεγαλύτερα θηράματα.

Οι επιπτώσεις του στις αλιείες είναι σημαντικές.

Οι αλιείς αναφέρουν καταστροφές σε δίχτυα, παραγάδια και εργαλεία, απώλεια αλιευμάτων και αυξημένο χρόνο εργασίας για την αποκατάσταση ζημιών.

Ο λαγοκέφαλος συχνά επιτίθεται σε εγκλωβισμένα ψάρια, χταπόδια, σουπιές ή άλλα εμπορικά είδη που έχουν ήδη πιαστεί στα εργαλεία.

Έτσι δεν μειώνει μόνο την ποσότητα του αλιεύματος, αλλά προκαλεί και άμεσο οικονομικό κόστος.

Σε περιοχές όπου το είδος είναι άφθονο, όπως η Κρήτη, η πίεση στη μικρή παράκτια αλιεία μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Το σοβαρότερο όμως ζήτημα είναι η τοξικότητα. Ο Lagocephalus sceleratus μπορεί να περιέχει τετροδοτοξίνη ή TTX, μία ισχυρή νευροτοξίνη.

Η τετροδοτοξίνη δρα κυρίως μπλοκάροντας τα τασεοεξαρτώμενα κανάλια νατρίου στα νευρικά και μυϊκά κύτταρα.

Όταν αυτά τα κανάλια δεν λειτουργούν, η μετάδοση των νευρικών ώσεων διακόπτεται.

Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μούδιασμα, αδυναμία, παράλυση, αναπνευστική ανεπάρκεια και, σε σοβαρές περιπτώσεις, θάνατος.

Η τοξίνη δεν βρίσκεται πάντα στην ίδια συγκέντρωση σε όλους τους ιστούς.

Συχνά υψηλότερες συγκεντρώσεις εντοπίζονται σε όργανα όπως οι γονάδες και το ήπαρ, αλλά η παρουσία της μπορεί να αφορά και άλλους ιστούς.

Η τοξικότητα μεταβάλλεται ανάλογα με το φύλο, την εποχή, την αναπαραγωγική κατάσταση, την περιοχή και τη διατροφή.

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ασφαλής πρακτικός τρόπος για τον απλό πολίτη ή τον αλιέα να ξεχωρίσει ένα «επικίνδυνο» από ένα «λιγότερο επικίνδυνο» άτομο.

Για λόγους δημόσιας υγείας, το είδος πρέπει να θεωρείται μη βρώσιμο.

Η τετροδοτοξίνη είναι ιδιαίτερα ύπουλη επειδή δεν καταστρέφεται αξιόπιστα με απλό μαγείρεμα, ψήσιμο, κατάψυξη ή πλύσιμο.

Η ιδέα ότι ένα τοξικό pufferfish μπορεί να γίνει ασφαλές στο σπίτι είναι επικίνδυνη.

Σε χώρες όπως η Ιαπωνία, όπου το fugu καταναλώνεται σε ειδικό πολιτισμικό και γαστρονομικό πλαίσιο, η προετοιμασία γίνεται από αυστηρά εκπαιδευμένους και αδειοδοτημένους επαγγελματίες.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την τυχαία κατανάλωση λαγοκέφαλου στη Μεσόγειο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα αλιευτικά προϊόντα που προέρχονται από δηλητηριώδη ψάρια της οικογένειας Tetraodontidae δεν επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά.

Εκτός από την τοξικότητα μέσω κατανάλωσης, υπάρχει και ζήτημα άμεσης επαφής.

Ο λαγοκέφαλος έχει πολύ ισχυρά δόντια και μπορεί να προκαλέσει σοβαρά τραύματα αν χειριστεί λανθασμένα ή αν δαγκώσει.

Τα δαγκώματα δεν είναι ο κύριος μηχανισμός δηλητηρίασης, αλλά είναι σοβαρός μηχανικός κίνδυνος λόγω της δύναμης των γνάθων.

Γι’ αυτό τα άτομα που αλιεύονται δεν πρέπει να πιάνονται με γυμνά χέρια, ούτε να αφήνονται σε σημεία όπου μπορεί να τα αγγίξουν παιδιά ή λουόμενοι.

Η διαχείριση του λαγοκέφαλου είναι δύσκολη.

Από τη στιγμή που ένα θαλάσσιο εισβολικό είδος εγκατασταθεί σε μεγάλη κλίμακα, η πλήρης εξάλειψη είναι σχεδόν αδύνατη.

Η πρακτική διαχείριση στοχεύει συνήθως σε τρία επίπεδα: μείωση πληθυσμιακής πίεσης, περιορισμό οικονομικών ζημιών και προστασία δημόσιας υγείας.

Σε ορισμένες περιοχές, όπως η Κύπρος, έχουν εφαρμοστεί ή συζητηθεί προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης για στοχευμένη αφαίρεση λαγοκέφαλων από τη θάλασσα.

Παράλληλα, ερευνητικά προγράμματα έχουν εξετάσει τρόπους αξιοποίησης της βιομάζας του είδους, όπως η μετατροπή του σε ιχθυάλευρο μετά από ασφαλή απενεργοποίηση ή απομάκρυνση της τοξικότητας.

Τέτοιες λύσεις όμως απαιτούν αυστηρό βιομηχανικό έλεγχο και δεν πρέπει να μεταφράζονται σε κατανάλωση από τον άνθρωπο.

Η περίπτωση του λαγοκέφαλου δείχνει κάτι ευρύτερο για τη Μεσόγειο.

Η θάλασσα αυτή βρίσκεται σε διαδικασία βιογεωγραφικής αλλαγής.

Η αύξηση των θερμοκρασιών, η συνεχής λειτουργία και διεύρυνση του διαδρόμου του Σουέζ, η έντονη ναυσιπλοΐα και οι αλλαγές στα ενδιαιτήματα δημιουργούν συνθήκες για περισσότερες βιολογικές εισβολές. Η Ανατολική Μεσόγειος λειτουργεί πλέον ως είσοδος και εργαστήριο εγκατάστασης ειδών του Ινδο-Ειρηνικού. Οι Λεσσεψιανοί μετανάστες δεν είναι απλώς «ξένα ψάρια». Είναι δείκτες μιας βαθύτερης μεταβολής.

Μερικά είδη αλλάζουν τις τροφικές σχέσεις.

Άλλα ανταγωνίζονται τοπικά είδη.

Άλλα δημιουργούν νέες αλιευτικές δυνατότητες.

Και μερικά, όπως ο λαγοκέφαλος, συνδυάζουν οικολογική πίεση, οικονομική ζημιά και κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει άμεση σημασία.

Τα νότια και ανατολικά θαλάσσια διαμερίσματα, όπως η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και το νοτιοανατολικό Αιγαίο, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα.

Οι αλιείς βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, επειδή βλέπουν την αύξηση του είδους καθημερινά στα εργαλεία τους.

Όμως η ενημέρωση πρέπει να αφορά και τους καταναλωτές, τους ψαράδες αναψυχής, τους επαγγελματίες της εστίασης και τους λουόμενους.

Το βασικό μήνυμα δημόσιας υγείας είναι απλό: ο λαγοκέφαλος δεν πρέπει να καταναλώνεται.

Δεν πρέπει να πωλείται, δεν πρέπει να καθαρίζεται για φαγητό, δεν πρέπει να δοκιμάζεται από περιέργεια και δεν πρέπει να συγχέεται με ασφαλή εμπορικά ψάρια.

Αν αλιευθεί, πρέπει να αναγνωρίζεται, να χειρίζεται με προσοχή και να απορρίπτεται σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών.

Επιστημονικά, ο λαγοκέφαλος είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς μια ανθρώπινη κατασκευή, η Διώρυγα του Σουέζ, μπορεί να αλλάξει τη βιογεωγραφία μιας ολόκληρης θάλασσας.

Δεν είναι απλώς ένα «επικίνδυνο ψάρι». Είναι σύμπτωμα μιας Μεσογείου που θερμαίνεται, ανοίγεται σε νέα είδη και χάνει σταδιακά την παλαιότερη οικολογική της ισορροπία.

Οι λαγοκέφαλοι, και γενικότερα οι Λεσσεψιανοί μετανάστες, μας δείχνουν ότι η βιολογική εισβολή δεν είναι μελλοντικό σενάριο.

Συμβαίνει ήδη.

Και απαιτεί παρακολούθηση, επιστημονική τεκμηρίωση, ενημέρωση του κοινού και σοβαρή πολιτική διαχείριση.Τα βασικά σημεία του άρθρου στηρίζονται σε επίσημες και επιστημονικές πηγές: η FAO-EastMed έχει ειδική τεχνική έκθεση για τον Lagocephalus sceleratus στην Ανατολική Μεσόγειο και τον συνδέει με τη Λεσσεψιανή μετανάστευση και τις επιπτώσεις στην αλιεία.

Μελέτες από το Αιγαίο δείχνουν υψηλή τοξικότητα, με ιδιαίτερη σημασία για γονάδες και ήπαρ, ενώ η κατανάλωση παραμένει επικίνδυνη. Η Ευρωπαϊκή νομοθεσία απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά αλιευτικών προϊόντων από δηλητηριώδη ψάρια της οικογένειας Tetraodontidae.

Για τις οικονομικές επιπτώσεις στην ελληνική μικρή παράκτια αλιεία, πρόσφατη μελέτη σε Κρήτη και Ιόνιο δείχνει σοβαρές απώλειες και αλλαγές στις αλιευτικές πρακτικές.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences