Ο Ουρανοξύστης της Σεμίνας: Ένας «Δούρειος Ίππος» στα Άδυτα της Μπουρζουαζίας Σε πρώτη φάση, αν ακολουθούσα τις πάγιες αναγνωστικές μου αρχές, αυτό το βιβλίο δεν θα το άνοιγα ποτέ. Ο λόγος είναι...
Ο Ουρανοξύστης της Σεμίνας: Ένας «Δούρειος Ίππος» στα Άδυτα της Μπουρζουαζίας Σε πρώτη φάση, αν ακολουθούσα τις πάγιες αναγνωστικές μου αρχές, αυτό το βιβλίο δεν θα το άνοιγα ποτέ.
Ο λόγος είναι απλός, σχεδόν δογματικός: πρόκειται για ένα έργο σουρεαλιστικό, κι εγώ με τον σουρεαλισμό, την αφηρημένη τέχνη και όλα τα σχετικά συμπαρομαρτούντα, δεν τα πήγα εξαρχής διόλου καλά.
Πάντοτε πίστευα —και συνεχίζω να υποστηρίζω— ότι ο σουρεαλισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά η πραγματικότητα φιλτραρισμένη μέσα από το μυαλό ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, μια διεργασία τόσο βαθιά, γεμάτη αφαιρέσεις και αυθαίρετες προσθέσεις, που αναγκαστικά καταλήγει στην παραμόρφωση.
Αυτή η «καλλιτεχνική παραμόρφωση» ποτέ δεν με αφορούσε.
Δεν με ενδιαφέρει τι μπορεί να κρύβει στο μυαλό του ο εκάστοτε δημιουργός, ούτε έχω την παραμικρή διάθεση να κάνω την ψυχανάλυσή του μέσα από το έργο του.
Δεν είναι αυτή η δουλειά μου.
Αφήνω αυτό το παιχνίδι για τους «ψαγμένους» —ένας τίτλος που ποτέ δεν επεδίωξα για τον εαυτό μου.
Για μένα, η πραγματική τέχνη —είτε πρόκειται για γλυπτική, αρχιτεκτονική, είτε για συγγραφή— οφείλει να προκαλεί μια ακαριαία αποκάλυψη στο υποκείμενο που την αντικρίζει, οδηγώντας το στον αυθόρμητο αφορισμό: «αυτό μου αρέσει». Από τη στιγμή που κάτι απαιτεί επεξήγηση για να γίνει κατανοητό, παύει να λειτουργεί ως τέχνη για τις δικές μου αισθήσεις.
Δεν με αγγίζουν οι ακαδημαϊκές αναλύσεις για το μεγαλείο του Πικάσο, του Νταλί ή τη γεωμετρία του Καντίνσκι, αναζητώ το love at first sight, αυτό το ακατανίκητο σκίρτημα που σε αρπάζει για να σε μπάσει στην ουσία.
Αν το έργο αποτύχει σε αυτό, μου είναι παντελώς αδιάφορο.
Εδώ ακριβώς κουμπώνει απόλυτα ο τρόπος με τον οποίο ο Μάνος Χατζιδάκις όριζε τη σχέση του δημιουργού με το έργο και το κοινό: «Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει». Αυτός είναι ο πραγματικός ρόλος του καλλιτέχνη: να καταφέρει, μέσα από το έργο του, να με αποκαλύψει.
Αν αποτύχει, για μένα παύει να υφίσταται ως καλλιτέχνης.
Και η αποτυχία αυτή έχει δύο αναγνώσεις: ή το έργο είναι όντως αδιάφορο, ή εγώ τη δεδομένη στιγμή στερούμαι των προσλαμβανουσών και της επαρκούς καλλιέργειας για να δεχτώ το ερέθισμα.
Σε κάθε περίπτωση, η καλλιτεχνική πράξη ακυρώνεται.
Υπό αυτό το αυστηρό πρίσμα, λοιπόν, το βιβλίο της Σεμίνας Διγενή θα παρέμενε κλειστό, αν πίσω από τις σελίδες του δεν κρυβόταν μια όμορφη, σκαμπρόζικη, σκανδαλιάρικη και προκλητικά κοριτσίστικη φατσούλα.
Μια φατσούλα που, εντελώς συνωμοτικά, με εκείνο το γνώριμο χαμόγελο που διαπερνά την οθόνη, μου έκλεισε το μάτι ψιθυρίζοντας: «διάβασέ με». Σαν το χάπι που συνάντησε η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων με την επιγραφή «κατάπιέ με». Και κάπως έτσι, αφού κατάπια το χάπι, άρχισα να στροβιλίζομαι στους ορόφους του ουρανοξύστη της Σεμίνας. μπαίνοντας, όμως, επί της ουσίας του έργου, συνειδητοποιείς γρήγορα ότι αυτός ο ουρανοξύστης, αυτή η ιδιότυπη πολυκατοικία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ίδιο το μυαλό της συγγραφέως.
Μέσα σε αυτό το αρχιτεκτόνημα της μνήμης διατηρούνται ατόφιες, με έναν σχεδόν ιερατικό σεβασμό, εμβληματικές προσωπικότητες της ιστορίας και του πολιτισμού: ο Προυστ, η Βασιλειάδου, η Σπεράντζα Βρανά, ο Κρίστοφερ Λι, η Μαρλέν Ντίτριχ, η Γκρέτα Γκάρμπο και ένα σωρό άλλοι άνθρωποι-μνημεία.
Ό,τι παρατίθεται σχετικά με τις ιδιότητές τους είναι πέρα για πέρα πραγματικό, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο η Σεμίνα επιλέγει να τους φωτίσει, απομονώνοντας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συνιστά μια βαθιά υποκειμενική παρέμβαση.
Τους μετατρέπει σε «πειραγμένα» γεγονότα του δικού της εσωτερικού κόσμου, χρησιμοποιώντας τους ως το συνεκτικό υλικό για να ορθώσει το οικοδόμημά της.
Το βιβλίο βρίθει μιας πυκνής σημειολογίας —ένας καμβάς από χρώματα, εικόνες, γεγονότα και εσωτερική πλοκή που απαιτεί χρόνο και πνευματική διαύγεια για να αναλυθεί σε βάθος.
Ολόκληρος ο ουρανοξύστης δεν είναι παρά το σκηνικό ενός έντονου, προσωπικού διανοητικού διαλόγου της Σεμίνας.
Η ίδια θέτει τα υπαρξιακά και φιλοσοφικά της ερωτήματα και τα απαντά μέσα από τα ευρήματα των διαλόγων των ηρώων της, στους οποίους εμπλέκεται συχνά και η ίδια προσωπικά.
Εδώ, ωστόσο, κρύβεται η μεγάλη λογοτεχνική και ιδεολογική ανατροπή.
Με μια πρώτη, επιδερμική ανάγνωση, ο αναγνώστης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι από το έργο απουσιάζει η παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση, ότι υπάρχει μια πεντακάθαρη έλλειψη της αναμενόμενης ταξικής θεωρίας που θα χαρακτήριζε τη συγγραφέα.
Αντίθετα, ο ουρανοξύστης φαίνεται να διαπνέεται από τα θεμέλια μέχρι την κορυφή από μια καθαρά μπουρζουά κουλτούρα.
Στην πραγματικότητα, όμως, η Σεμίνα στήνει μια εξαιρετικά ευφυή, σχεδόν ύπουλη λογοτεχνική παγίδα.
Χρησιμοποιεί την αστική αισθητική ως έναν ιδιότυπο «Δούρειο Ίππο». Υιοθετεί το περιβάλλον και τα υλικά της μπουρζουαζίας όχι για να τα εξωραΐσει, αλλά για να διεισδύσει στα άδυτά τους και να στιγματίσει εκ των έσω, με τρόπο υπόγειο αλλά αμείλικτο, όλη τη διαχρονική της σαπίλα και την παρακμή.
Το μεγαλύτερο προτέρημα αυτής της στρατηγικής είναι ο βαθύτατος σεβασμός προς τον αναγνώστη. Η Σεμίνα του παρέχει όλα τα απαραίτητα σημειολογικά υλικά, αλλά αρνείται πεισματικά να χειραγωγήσει τη σκέψη του ή να βιάσει την άποψή του με έτοιμα, στρατευμένα συμπεράσματα.
Η τελική κριτική αποτίμηση επαφίεται εξολοκλήρου στον «πατριωτισμό» και τη συνείδηση του ίδιου του αναγνώστη.
Είναι όμως τέτοια η δεξιοτεχνία με την οποία ξεδιπλώνει αυτόν τον παρακμιακό μικρόκοσμο, που η απειλή και η σήψη της αστικής τάξης αποκαλύπτονται μπροστά στα μάτια μας, γυμνές και αναπόδραστες.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους