Η ανθρωπότητα – και οι ΗΠΑ – μπροστά σε μια επικίνδυνη καμπή – Του συνάδελφου Σαράντου Φιλιππόπουλου Posted by Σαράντος Φιλιππόπουλος - Η ανθρωπότητα έχει...
https://www.ionikienotita.gr/?p=54736 Η ανθρωπότητα – και οι ΗΠΑ – μπροστά σε μια επικίνδυνη καμπή – Του συνάδελφου Σαράντου Φιλιππόπουλου Posted by Σαράντος Φιλιππόπουλος
------------------------------------------------------------------------- Η ανθρωπότητα έχει εισέλθει σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη περίοδο, εξαιτίας των επιλογών δύο ηγετών που καθορίζουν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Ο πόλεμος που ξέσπασε στο Ιράν μετά από τη συντονισμένη επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ και επεκτάθηκε στην ευρύτερη περιοχή, δεν είναι μια τοπική σύγκρουση.
Έχει ήδη προκαλέσει παγκόσμιες οικονομικές αναταράξεις, εντείνοντας την ανασφάλεια και τη φτώχεια.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ, ένας απρόβλεπτος και βαθιά διχαστικός πρόεδρος, και από την άλλη ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος αντιμετωπίζει έντονες διεθνείς αντιδράσεις και κατηγορίες για τη διαχείριση των επιχειρήσεων.
Οι επιλογές τους δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Οι ΗΠΑ φαίνεται να οδηγήθηκαν σε αυτή τη σύγκρουση από το Ισραήλ πριν από περίπου τρεις μήνες, χωρίς σαφείς πολιτικούς στόχους ή πειστικό σχέδιο εξόδου.
Η ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι αρχίζουν εύκολα, αλλά χωρίς στρατηγική για την επόμενη ημέρα, οι συνέπειες είναι καταστροφικές για τη διεθνή σταθερότητα.
Παράλληλα, δοκιμάζεται η ισορροπία του διεθνούς συστήματος.
Για δεκαετίες, ο ΟΗΕ αποτελούσε βασικό πυλώνα της διεθνούς τάξης, παρέχοντας ένα πλαίσιο κανόνων που περιόριζε, έστω και μερικώς, την αυθαιρεσία των ισχυρών κρατών.
Τα τελευταία χρόνια όμως, παρατηρείται συνεχής υποβάθμιση του διεθνούς δικαίου.
Ειδικά από την περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ, η αμφισβήτηση διεθνών συμφωνιών και οι ανοιχτές εδαφικές διεκδικήσεις (όπως για τη Γροιλανδία) καλλιεργούν την αντίληψη ότι η ισχύς υπερισχύει των κανόνων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κλίμα γενικευμένης αβεβαιότητας, όπου όλο και περισσότερες χώρες αμφισβητούν το μεταπολεμικό σύστημα ασφαλείας. . Κίνα, ο μεγάλος γεωπολιτικά κερδισμένος Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο μεγάλος γεωπολιτικά κερδισμένος φαίνεται να είναι η Κίνα.
Με μια σταθερή και μακροπρόθεσμη εξωτερική πολιτική, το Πεκίνο έχει καταφέρει να διευρύνει σημαντικά την οικονομική και πολιτική επιρροή της στην Ασία, την Αφρική, αλλά και στην Ευρώπη στο οικονομικό πεδίο.
Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλέκονται σε συνεχείς συγκρούσεις και εσωτερικές αντιπαραθέσεις, η Κίνα εμφανίζεται σε πολλές χώρες ως δύναμη σταθερότητας και ως ο πιθανότερος διεκδικητής της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας στον 21ο αιώνα.
Η ιστορία διδάσκει ότι η παρακμή μιας μεγάλης αυτοκρατορίας σπάνια εξελίσσεται ομαλά.
Συχνά συνοδεύεται από έντονες συγκρούσεις, επικίνδυνες επιλογές και προσπάθειες διατήρησης της ισχύος με κάθε κόστος. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν ασφαλώς να αποτελούν μία Υπερδύναμη, ιδιαίτερα σε επίπεδο στρατιωτικής ισχύος.
Ωστόσο, ο βαθύς πολιτικός και κοινωνικός διχασμός στο εσωτερικό τους, οι οικονομικές ανισότητες και οι έντονες γεωπολιτικές προκλήσεις δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την πορεία τους τα επόμενα χρόνια.
Στο παρελθόν, οι ΗΠΑ είχαν τη δυνατότητα να απορροφούν τέτοιου είδους στρατηγικά λάθη.
Το 1961, η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων στην Κούβα ήταν ίσως η πιο εξευτελιστική αποτυχία στην ιστορία της CIA, ωστόσο δεν επηρέασε ουσιαστικά την πορεία της αμερικανικής αυτοκρατορίας.
Τότε οι ΗΠΑ βρίσκονταν στην απόλυτη ακμή τους: ήταν ο αδιαμφισβήτητος βιομηχανικός, οικονομικός και τεχνολογικός κυρίαρχος του πλανήτη.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι ριζικά διαφορετική: Οι ΗΠΑ είναι επιβαρυμένες με το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην ανθρώπινη ιστορία, το οποίο πλέον ξεπερνά τα 39 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Παράλληλα, έχουν χάσει τα πρωτεία σε κρίσιμους τομείς από την Κίνα, καθώς δεν διαθέτουν την ίδια υπεροχή στην έρευνα, την καινοτομία και την παραγωγή εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού (τίτλων διδακτορικού). Η Ουάσινγκτον δεν έχει πλέον τις ίδιες αντοχές.
Ήδη ο Τραμπ πληρώνει ακριβά αυτόν τον πόλεμο, καθώς η δημοτικότητά του κατρακυλά, ενώ οι βασικοί οικονομικοί του στόχοι έχουν εκτροχιαστεί, με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, μάλιστα, να μην προχωρά στις μειώσεις επιτοκίων που ο ίδιος επιθυμούσε, αλλά να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. . Ποιος οδηγεί το «τρένο» Κατά μία άποψη, ο Τραμπ δεν είναι ο πραγματικός οδηγός αυτού του «τρένου», αλλά επιβάτης του.
Η στρατηγική, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, διαμορφώνεται από τμήματα της κοινότητας πληροφοριών, του στρατιωτικού μηχανισμού και ισχυρών οικονομικών συμφερόντων.
Ακόμη όμως και σε επίπεδο ηγεσίας, η σύγκριση με το παρελθόν αναδεικνύει μια τεράστια ποιοτική υποβάθμιση. Ο Νίξον, παρά τα εγκληματικά του λάθη, είχε δίπλα του πρόσωπα με τεράστια διπλωματική εμπειρία – όπως ο Κίσινγκερ – και στηριζόταν σε ολόκληρες σχολές συγκροτημένης στρατηγικής σκέψης. Ο Τραμπ, αντίθετα, περιβάλλεται από πρόσωπα όπως ο Χέγκσεθ –έναν πρώην τηλεοπτικό παρουσιαστή– και μια ομάδα παρατρεχάμενων που συχνά του παρουσιάζουν μόνο τις εικόνες που τον ευχαριστούν… Ως αποτέλεσμα, ο Αμερικανός πρόεδρος θυμίζει πλέον έναν ηλικιωμένο σε πάρκο που επαναλαμβάνει μονότονα τις ίδιες λέξεις, ζητώντας από το Ιράν να αποδεχθεί μια «ήττα» που δεν προκύπτει από πουθενά! Ο τελικός στόχος αυτής της στρατηγικής είναι βεβαίως ο έλεγχος των ενεργειακών πόρων του Ιράν, η αποδυνάμωση ή διάσπασή του, η πίεση προς τη Ρωσία από το νότο και τελικά ο γεωπολιτικός περιορισμός της Κίνας.
Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι η νέα αυτή πολεμική περιπέτεια έχει ήδη δημιουργήσει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι ακόμη και τμήματα του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού, των υπηρεσιών ασφαλείας και του στρατιωτικού κατεστημένου επιχειρούν να συγκρατήσουν την περαιτέρω κλιμάκωση.
Από ό,τι φαίνεται από τις κινήσεις το τελευταίο διάστημα, το βαθύ κράτος στις ΗΠΑ θεωρεί ότι η σύγκρουση έχει ήδη φθάσει σε ένα σημείο όπου οι κίνδυνοι υπερβαίνουν κατά πολύ τα πιθανά οφέλη, καθιστώντας αναγκαία την αναζήτηση μιας πολιτικής διεξόδου πριν οι εξελίξεις καταστούν ανεξέλεγκτες. . Τα στρατηγικά λάθη των ΗΠΑ και ο κίνδυνος μιας μεγάλης ήττας στο Ιράν Ο πόλεμος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών (και Ισραήλ) και του Ιράν εξελίσσεται σε μία από τις πιο επικίνδυνες και απρόβλεπτες συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών στη Μέση Ανατολή.
Πέρα από τις καθημερινές στρατιωτικές εξελίξεις, όλο και περισσότεροι σοβαροί αναλυτές αμφισβητούν ανοιχτά κατά πόσο η Ουάσινγκτον διαθέτει ένα ρεαλιστικό σχέδιο νίκης.
Μάλιστα, πολλοί επισημαίνουν ξεκάθαρα ότι ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Ιράν χάνεται.
Η μεγαλύτερη πανωλεθρία και στρατηγική ήττα των ΗΠΑ των τελευταίων δεκαετιών φαίνεται να πλησιάζει.
Στο προσκήνιο παρουσιάζεται ένα ψευδεπίγραφο δίλημμα: είτε ο Τραμπ θα αποχωρήσει τώρα, είτε θα κλιμακώσει.
Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, το αποτέλεσμα μεταφράζεται σε ήττα. Οι ΗΠΑ έχουν το ιστορικό προηγούμενο να κλιμακώνουν στρατιωτικές επιχειρήσεις όταν βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο.
Όσο όμως κλιμακώνεται η βία – η οποία βεβαίως είναι παράνομη και ανήθικη – τόσο κλείνει και κάθε δίαυλος επικοινωνίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι δεν θα ξεκινούσε νέους πολέμους και ότι θα τερμάτιζε τις συγκρούσεις στις οποίες είχε εμπλακεί η χώρα του.
Σήμερα, όμως, βρίσκεται εγκλωβισμένος.
Αν η κατάσταση επιδεινωθεί, το πολιτικό κόστος ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα βαρύ για τον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος θεωρώ ότι θα χάσει τις επόμενες εκλογές, ενώ πιθανώς θα κινδυνεύσει και με δικαστικές περιπέτειες.
Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι ΗΠΑ εισήλθαν σε μια πολεμική αναμέτρηση χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου και χωρίς ξεκάθαρη εικόνα του τι ακριβώς συνιστά «νίκη». – Η αεροπορική υπεροχή δεν αρκεί και η αδυναμία χερσαίας εισβολής Η αμερικανική στρατηγική βασίζεται κυρίως στην αεροπορική ισχύ.
Επτά μοίρες F-35 έχουν αναπτυχθεί στην περιοχή, ενώ οι αεροπορικές επιθέσεις αποτελούν το βασικό εργαλείο πίεσης κατά του Ιράν.
Ωστόσο, η στρατιωτική ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι σπάνια κερδίζονται αποκλειστικά από αέρος.
Οι βομβαρδισμοί μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές, αλλά δεν αρκούν για να επιβάλουν πολιτικό έλεγχο ή να καταστρέψουν πλήρως τη βούληση ενός κράτους να συνεχίσει να πολεμά.
Αν η αεροπορική ισχύς δεν επαρκεί, τότε λογικά θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο χερσαίων επιχειρήσεων.
Όμως εδώ τα δεδομένα γίνονται ακόμη πιο προβληματικά. Το Ιράν διαθέτει περίπου 500.000 άνδρες στην Επαναστατική Φρουρά και στον τακτικό στρατό.
Με βάση τους κλασικούς στρατιωτικούς υπολογισμούς (αναλογία 3/1 υπέρ του επιτιθέμενου), μια επιτυχημένη εισβολή θα απαιτούσε περίπου 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν τέτοια δύναμη για μια επιχείρηση αυτού του μεγέθους (ο συνολικός αριθμός των στρατιωτών τους, διασκορπισμένων σε όλο τον κόσμο, είναι περίπου 580.000). Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κερδίσουν εύκολα μόνο από αέρος, αλλά ούτε και να εισβάλουν αποτελεσματικά στο Ιράν.
Αυτό από μόνο του αποτελεί σοβαρή ένδειξη στρατηγικού αδιεξόδου.
Στον αντίποδα, η Τεχεράνη βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε πολύ καλύτερη διαπραγματευτική θέση απ’ ό,τι ήταν στην έναρξη των επιχειρήσεων.
Παρά τους χιλιάδες νεκρούς, τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων στη Μέση Ανατολή και την καταστροφή βασικών υποδομών, το Ιράν κάθεται στο τραπέζι από θέση ισχύος.
Αυτό φάνηκε καθαρά από το γεγονός ότι οι Ιρανοί αξιωματούχοι ουσιαστικά «έκλειναν το τηλέφωνο» στον Τραμπ.
Δεν συμπεριφέρεσαι έτσι στον πλανητάρχη, αν δεν αισθάνεσαι ότι διαθέτεις πλεονέκτημα… Επιπλέον, η εσωτερική δομή του Ιράν ευνοεί την ανθεκτικότητά του.
Έχοντας χάσει μέρος της παλιάς του ηγεσίας, δεν υπάρχει πλέον ένας συμπαγής σκληρός πυρήνας που θα έδινε προτεραιότητα στην προσωπική του αυτοπροστασία.
Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης διαθέτουν μια εξαιρετικά αποκεντρωμένη δομή διοίκησης και ουσιαστικά οι Ιρανοί μάχονται πλέον για την ίδια την ύπαρξή τους, γεγονός που καθιστά τη βούλησή τους για αντίσταση ακλόνητη. – Τα «μαθηματικά του πολέμου» που… δεν βγαίνουν Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο αφορά την αντιπυραυλική άμυνα.
Σε μία μόνο νύχτα του πολέμου εκτοξεύθηκαν περίπου 140 ιρανικοί πύραυλοι.
Για την αναχαίτισή τους χρειάστηκαν περίπου 280 πύραυλοι – δηλαδή δύο αμερικανικοί ή συμμαχικοί πύραυλοι για κάθε έναν επιθετικό. Οι ΗΠΑ παράγουν περίπου 600 έως 800 τέτοιους πυραύλους Patriot ετησίως.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε μία μόνο ημέρα καταναλώθηκε περίπου το 35% της ετήσιας αμερικανικής παραγωγής! Εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής.
Σε έναν πόλεμο φθοράς δεν αρκεί να διαθέτεις πιο προηγμένα όπλα.
Πρέπει να μπορείς να τα αντικαθιστάς γρηγορότερα από ό,τι τα καταναλώνεις.
Αν οι αριθμοί αυτοί συνεχίζονταν για εβδομάδες, τα αμερικανικά και ισραηλινά αποθέματα θα κατέρρεαν υπό το βάρος της πίεσης. Το Ιράν δεν χρειάζεται απαραίτητα να καταστρέψει τον αμερικανικό στρατό για να θεωρηθεί ότι πέτυχε τους στόχους του.
Αρκεί να αντέξει.
Αυτό είναι το μάθημα πολλών πολέμων του τελευταίου μισού αιώνα (Βιετνάμ, Αφγανιστάν κ.ά.): η Υπερδύναμη ηττάται όταν το κόστος της συνέχισης του πολέμου ξεπερνά κάθε πιθανό όφελος.
Άλλωστε, αν όντως οι ΗΠΑ κέρδιζαν αυτό τον πόλεμο, όπως διατείνονται με όλους τους τόνους, γιατί ζήτησαν κατάπαυση του πυρός; Όταν ο αντίπαλος είναι «στα σχοινιά», κανείς δεν κάνει εκκλήσεις για εκεχειρία… – Το Στενό του Ορμούζ ως γεωοικονομικό όπλο και τα ιδιωτικά συμφέροντα Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω του Στενού του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και το οποίο ελέγχεται από το Ιράν.
Η παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και κατακόρυφη άνοδο των τιμών της ενέργειας.
Ταυτόχρονα, πανάκριβα αμερικανικά πλοία και συστήματα αεράμυνας αναγκάζονται να αντιμετωπίζουν εξαιρετικά φθηνούς πυραύλους και drones – μια αναλογία κόστους που ευνοεί συντριπτικά τον αμυνόμενο.
Στο οικονομικό μέτωπο των Στενών του Ορμούζ παίχτηκε μεγάλο μέρος του παιχνιδιού και οι αμερικανικές πιέσεις απέτυχαν.
Την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται μια σκοτεινή επιχειρηματική διάσταση.
Υπάρχει έντονη συζήτηση για συγκεκριμένα οικονομικά κέντρα που πλουτίζουν από αυτή την κρίση, διαθέτοντας εσωτερική πληροφόρηση πριν από τις εξελίξεις.
Ωστόσο, αυτή η άνοδος των τιμών του πετρελαίου κρύβει μια στρατηγική παγίδα για την Ουάσινγκτον: καθιστά ταυτόχρονα πολύ πιο ελκυστικές τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, την ανάπτυξη και κυριαρχία των οποίων προωθεί σε παγκόσμια κλίμακα η Κίνα.
Το τελικό και πιο κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο Τραμπ, στην προσπάθειά του να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ενός στενού κύκλου οικονομικών και επιχειρηματικών παραγόντων, υπονομεύει μακροπρόθεσμα τα ευρύτερα συμφέροντα της ίδιας της αμερικανικής οικονομίας! – Η πυρηνική διάσταση και το τελικό αδιέξοδο Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος που συχνά παραβλέπεται.
Για χρόνια η Δύση υποστήριζε ότι στόχος της ήταν να αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Ωστόσο, αν η ιρανική ηγεσία πειστεί ότι απειλείται η ίδια η επιβίωση του καθεστώτος και της χώρας, ενδέχεται να καταλήξει στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα: ότι μόνο η πυρηνική αποτροπή μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλειά της.
Αν συμβεί αυτό, τότε η στρατηγική που υποτίθεται ότι αποσκοπούσε στην αποτροπή της πυρηνικοποίησης του Ιράν μπορεί τελικά να την επιταχύνει! Συμπερασματικά, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις ΗΠΑ είναι ότι τα βασικά στρατηγικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: • Πώς μπορεί να επιτευχθεί νίκη χωρίς χερσαία εισβολή; • Πώς μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον η αντιπυραυλική άμυνα απέναντι σε μαζικές επιθέσεις; • Πώς θα προστατευθούν οι θαλάσσιες οδοί χωρίς δυσανάλογο και μη βιώσιμο κόστος; • Ποιος είναι ο τελικός πολιτικός στόχος της σύγκρουσης; Όσο τα ερωτήματα αυτά παραμένουν χωρίς πειστική απάντηση, τόσο ενισχύεται η βεβαιότητα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βαδίζουν όχι μόνο προς μια εξαιρετικά επώδυνη ήττα, αλλά προς κάτι ακόμα πιο βαθύ: μια στρατηγική αποτυχία που θα αποκαλύψει με τον πιο δραματικό τρόπο τα όρια της αμερικανικής ισχύος και θα επιταχύνει τις τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη στον κόσμο. Σαράντος Φιλιππόπουλος
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους