Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πως εκτελείται  Στην περίπτωση του βουλευτή Ηλείας της νέας Δημοκρατίας και πρώην επίτροπου της ευρωπαΐκής ένωσης κ Δημήτρη Αβραμόπουλου , Που φέρεται να έλαβε αποζημίωση...
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, πως εκτελείται  Στην περίπτωση του βουλευτή Ηλείας της νέας Δημοκρατίας και πρώην επίτροπου της ευρωπαΐκής ένωσης κ Δημήτρη Αβραμόπουλου , Που φέρεται να έλαβε αποζημίωση αμοιβή συνολικά 70.000 € από οργάνωση ευρωπαΐκή με εγκληματική δραστηριότητα που σχετίζεται με το Κατάρ gate εφόσον αρθεί από την βουλή η ασυλία του θα ακολουθήσει η μεταγωγή του στην εισαγγελία Βρυξελλών ,όπου θα του απαγγελθούν κατηγορίες και υπάρχει το ενδεχόμενο να του επιβληθούν περιοριστικοί όροι και σε ακραία περίπτωση προσωρινή κράτηση αν υφίσταται κίνδυνος διαφυγής παρεμπόδισης της δικαιοσύνης ή επανάληψης της ίδιας πράξης Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3251/2004 το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσής του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Στο άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του νόμου αυτού, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4947/2022, ορίζεται ότι " 1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον: α) Η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών. β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως τέτοια". Αντίθετα, στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 10 ορίζεται ότι η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αξιόποινες πράξεις που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων, η ανθρωποκτονία με πρόθεση, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 11 του νόμου αυτού, όπως διαμορφώθηκε μετά τη διαγραφή με το άρθρο 30 ν. 4947/2022 (ΦΕΚ Α 124/23.06.2022 των ισχυουσών έως τότε περιπτώσεων δ', ε', στ', ζ', η', ορίζεται ότι : "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Ελλάδα είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους". Τέλος, στο άρθρο 12 του ως άνω ν. 3251/2004, η παρ.1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4596/2019, ΦΕΚ Α 32, και με το άρθρο 31 ν. 4947/2022, ΦΕΚ Α 124, και διαμορφώθηκε με το άρθρο 36 ν. 5108/2024, ΦΕΚ Α 65/02.05.2024 ορίζεται ότι : "1. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, β) αν οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, γ) αν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, δ) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ε) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα ή είναι Έλληνας υπήκοος και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, στ) αν ο εκζητούμενος, με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, ζ) αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, η) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία είτε θεωρείται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο με αυτόν τόπο είτε για αξιόποινη πράξη η οποία τελέστηκε εκτός του εδάφους του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, απαγορεύεται η δίωξη για το έγκλημα που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Ελλάδας, θ) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης, είναι υπήκοος ή κάτοικος Ελλάδας και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη". (ΑΠ 1275/2024, ΑΠ 381/2023). Από την αρχή της ειδικότητας, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 14 της Ε.Σ.Ε., επιβάλλεται η έκδοση να γίνεται για το έγκλημα που ορίζεται ειδικά (ως προς τα στοιχεία που το συγκροτούν) τόσο στην αίτηση έκδοσης όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση και όχι για οποιαδήποτε άλλη πράξη.
Η αρχή της ειδικότητας, η οποία θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση έκδοσης, περιορίζει την κυριαρχική εξουσία του κράτους που ζητεί την έκδοση, το οποίο δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις, που τελέστηκαν πριν από την παράδοση του και είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες έγινε η έκδοση (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), αποτρέποντας, έτσι, και το ενδεχόμενο να διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικά εγκλήματα ή για πολιτικούς λόγους και σκοπούς.
Επίσης, η συνακόλουθη τούτων υποχρέωση για εξειδίκευση, συγκεκριμενοποίηση και ακριβή καθορισμό της διωκόμενης πράξης για την έκδοση θεμελιώνεται και στις αυξημένης τυπικής ισχύος και έχουσες υπερνομοθετική ισχύ (κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ΝΔ 53/1974, καθώς και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της που έχουν κυρωθεί από την Χώρα μας, καθώς και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, η τήρηση των υποχρεώσεων της χώρας μας που έχουν αναληφθεί σχετικά, επιβάλλεται ρητά και στις περιπτώσεις που οι δικαστικές αρχές κρίνουν επί αιτημάτων έκδοσης, κατά τη ρητή περί τούτου πρόβλεψη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, με την όποια ορίζεται ότι "η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγει υποχρεώσεις αναληφθείσας ή αναληφθησομένας υπό των Συμβαλλομένων μερών κατά τους όρους ετέρας διεθνούς συμβάσεως, πολυμερούς χαρακτήρος". Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ "κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία", ενώ κατά το 6 παρ. 1 της ίδιας σύμβασης, "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του, είτε για την βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης", ενώ κατά το ίδιο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α' αυτής, αλλά και το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), "κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί λεπτομερώς το συντομότερο δυνατό και σε γλώσσα που κατανοεί, τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας". Ένα δικαστήριο είναι ανεξάρτητο και αμερόληπτο όταν ανταποκρίνεται σε μια σειρά προϋποθέσεων που σχετίζονται κυρίως και πρωτίστως, με την νομιμότητα της σύνθεσής του και την ανεξαρτησία του έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και των διαδίκων και την εφαρμογή της νομιμότητας και την απουσία κάθε σκοπιμότητας κατά την διαδικασία λήψης των αποφάσεών του (ΑΠ 1177/2024, ΑΠ 516/2023). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Έλληνας δικαστής, ως δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερικά νομότυπη έκδοση (π.χ. έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές, που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητούμενου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητούμενου ή, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος (ΑΠ 348/2024, ΑΠ 769/2024, ΑΠ 1234/2023). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ν. 3251/2004 προβλέπεται μόνο τυπικός έλεγχος από την αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος και όχι έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των σε βάρος του ενδείξεων ενοχής, καθόσον ο έλεγχος αυτός ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος, με αποτέλεσμα τέτοιος έλεγχος κατά το στάδιο της λήψης της απόφασης για την εκτέλεση ή μη του εντάλματος από την αρμόδια δικαστική αρχή, όχι μόνο να καθίσταται περιττός και να είναι αντίθετος προς τις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις οποίες εδράζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, θεμελιώνονται δε (οι εν λόγω αρχές) στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ώστε να δημιουργείται ένα κοινό και οικείο νομικό περιβάλλον και να μην υφίσταται δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΑΠ 498/2021), αλλά και να αντιμάχεται την έννοια του μηχανισμού του, ως μιας ενιαίας διακρατικής επιμεριστικής διαδικασίας, για άλλα εγκλήματα της οποίας αρμόδια καθίσταται η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και για άλλα η δικαστική αρχή εκτέλεσής του, φέροντας η καθεμία την ευθύνη για το δικό της τμήμα της όλης διαδικασίας.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. ε' του ν. 3251/2004, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης συμπεριλαμβάνεται και "περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος", αφού τα στοιχεία αυτά αποσκοπούν στον έλεγχο, από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της εκτέλεσης του εντάλματος, όλων των προϋποθέσεων και κωλυμάτων της προσαγωγής του εκζητούμενου, όπως η συνδρομή του διττού αξιοποίνου και της αρχής του ne bis in idem, καθώς και της συνδρομής περιστάσεων που απαγορεύουν την εκτέλεση του εντάλματος, ενώ ο έλεγχος της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας προϋποθέτει και διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία βασίζεται αυτή, προϋπόθεση όμως που δεν προβλέπεται από το ν. 3251/2004.
Ομοίως, υποχρέωση ελέγχου της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής σε βάρος του εκζητούμενου δεν απορρέει ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 στοιχ. γ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, αφού η ρύθμιση αυτή αφορά στην προσωρινή κράτηση και όχι στην κράτηση με σκοπό την έκδοση.
Επίσης, μια τόσο σημαντική προϋπόθεση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όπως είναι η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής θα αναφερόταν οπωσδήποτε στο νόμο, η απουσία δε ρητής πρόβλεψης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ουσιαστικός έλεγχος της κατηγορίας δεν περιλαμβανόταν στο σκοπό του νομοθέτη, για τους λόγους, που προαναφέρθηκαν.
Ούτε, τέλος, υπάρχει υποχρέωση ελέγχου της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής με βάση τη διάταξη του άρθρου 443 παρ. 1 α' του ΚΠΔ, που επιβάλλει την προσκόμιση από την αιτούσα την έκδοση δικαστική αρχή των εγγράφων που απαιτούνται για να βεβαιωθεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του εκζητούμενου, με βάση τη διάταξη του άρθρου 449 παρ. 3 ΚΠΔ, κατά την οποία το συμβούλιο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση αν κρίνει ότι λείπουν τα στοιχεία που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 443, καθώς και με βάση τη διάταξη του άρθρου 450 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει, με βάση τα προσαγόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αν υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας, διότι η ρύθμιση του νεότερου ν. 3251/2004 είναι ειδική έναντι των ρυθμίσεων των διατάξεων των άρθρων 436 έως 461 ΚΠΔ, που ρυθμίζουν κατά τρόπο γενικό τα σχετικά με την "έκδοση" ζητήματα, δεδομένου μάλιστα του ότι, όπως προαναφέρθηκε, έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ο έλεγχος δε της ουσιαστικής βασιμότητας της σε βάρος του εκζητούμενου κατηγορίας και των ενδείξεων ενοχής από τις δικαστικές αρχές του κράτους που αποφασίζει για την εκτέλεση του Εντάλματος Σύλληψης είναι αντίθετος προς την αρχή της μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δικαίως, δημόσια, εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης και θα διασφαλίσει τα αναφερόμενα σ' αυτήν υπερασπιστικά του δικαιώματα (τεκμήριο αθωότητας, έγκαιρη και πλήρη ενημέρωση για τη σε βάρος του κατηγορία, δικαίωμα σε συνήγορο επιλογής του, δικαίωμα σε εξέταση μαρτύρων), καθώς και οι συναφείς διατάξεις των άρθρων 47, 48, 51 και 52 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφορούν σε δικαιώματα που γεννιούνται υπέρ του συλληφθέντος προσώπου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και την προσαγωγή του ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής του κράτους που ζήτησε την έκδοσή του και αφού ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, οπότε και θα προετοιμάσει την υπεράσπισή του κατά της εναντίον του κατηγορίας.
Έτσι, τα παραπάνω υπερασπιστικά δικαιώματα του συλληφθέντος και τελούντος υπό έκδοση σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκζητούμενου, δεν είναι δυνατόν να ελέγχονται από το κράτος που εκτελεί το ευρωπαϊκό ένταλμα, αλλά εμπίπτει στον έλεγχο των δικαστικών αρχών του κράτους που ζήτησε την έκδοσή του.
Δηλαδή η παροχή δυνατότητας άσκησης ή η παραβίαση των υπερασπιστικών αυτών δικαιωμάτων του εκζητούμενου προσώπου, ως κατηγορουμένου, μετά την παράδοσή του στο κράτος που εξέδωσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εναπόκειται στο τελευταίο (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 1263/2022, ΑΠ 304/2022, ΑΠ 329/2020). Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3251/2004 ορίζει ότι: "Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση". Με τη διάταξη αυτή, ο νόμος αναθέτει στο αρμόδιο όργανο για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, την ενδελεχή έρευνα του γεγονότος της προσβολής ή όχι θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που διατυπώνονται στο Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την εκτέλεση του εντάλματος.
Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικότητας, απορρέουσα από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου, καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό.
Ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διάταξης, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό (ΑΠ 304/2022). Τέτοιο δεν συνιστά το ενδεχόμενο να κρατηθεί προσωρινά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο κατά τους ελληνικούς νομούς, ούτε βεβαίως η ενδεχόμενη προσωρινή του κράτηση παραβιάζει την αρχή της ισότητας ή της αναλογικότητας έναντι των ισχυόντων ως προς τους υπόδικους, που έχουν μόνιμη κατοικία στο κράτος μέλος έκδοσης.
Η αρχή της αναλογικότητας, άλλωστε, ισχύει στα πλαίσια της έννομης τάξης κάθε κράτους και η παραβίασή της πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει και του είδους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αναλογικότητας (ΑΠ 273/2022). Είναι χωρίς έννομη επιρροή ότι η ελληνική έννομη τάξη επιφυλάσσει ηπιότερη ποινική μεταχείριση για τη διωκόμενη πράξη, καθόσον, για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. αρκεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου ή στις προβλεπόμενες περιπτώσεις χωρίς την προϋπόθεση αυτή, η δε επαπειλούμενη ποινή να είναι η αντίστοιχη κατά ανώτατο όριο, και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το γεγονός ότι η αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο της χώρας έκδοσης του εντάλματος προβλέπει βαρύτερη ποινή από το δίκαιο της χώρας εκτέλεσης του εντάλματος (ΑΠ 240/2023). Και τούτο διότι στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω του ευρωπαϊκού εντάλματος, δεν δικαιολογείται από τις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης, που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις οποίες εδράζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αλλά και να αντιμάχεται την έννοια του μηχανισμού του, ως μιας ενιαίας διακρατικής επιμεριστικής διαδικασίας, για άλλα εγκλήματα της οποίας αρμόδια καθίσταται η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και για άλλα η δικαστική αρχή εκτέλεσής του, φέροντας η καθεμία την ευθύνη για το δικό της τμήμα της όλης διαδικασίας (ΑΠ 240/2023, ΑΠ 1508/2023), και ο εκζητούμενος δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να υποβληθεί στο εκζητούν κράτος, που είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε οποιαδήποτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση ή να τιμωρηθεί με προφανώς δυσανάλογη ποινή σε σχέση με τα εγκλήματα που διώκεται (ΑΠ 855/2016) ενώ η αρχή της αναλογικότητας άλλωστε ισχύει στα πλαίσια της έννομης τάξης κάθε κράτους και η παραβίαση της πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του είδους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αναλογικότητας (ΑΠ 273/2022, ΑΠ 854/2016). Kατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3251/2004, αν η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος δεν αρκούν, ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την προσαγωγή, ζητεί, μέσω του Εισαγγελέα Εφετών, την κατεπείγουσα προσκόμιση των απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων, ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 2 και 11 έως 13 του ιδίου νόμου και μπορεί να τάξει προθεσμία για την παραλαβή τους, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση τήρησης των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 21 του ίδιου ως νόμου (ΑΠ 201/2023, ΑΠ 334/2023). Με τις διατάξεις των άρθρων 121, 126, 127 και 54 του Ελληνικού Π.Κ. ορίζονται τα εξής: Άρθρο 121 : "1. Στο κεφάλαιο αυτό με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν ηλικία μεταξύ του δωδέκατου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων. 2. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων". Άρθρο 126 : "1. Η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από ανήλικο δώδεκα έως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτόν.
Το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα. 2. Σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη και έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του επιβάλλονται επίσης αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, εκτός αν κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων κατά το επόμενο άρθρο". Άρθρο 127: "1. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται μόνο σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον η πράξη τους, αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα.
Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.
Κρίνοντας από τις περιστάσεις, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει εν όλω ή εν μέρει, την έκτιση του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σε κατ' οίκον έκτιση ή σε κοινωφελή εργασία, με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 104Α και 105. 2. Στην απόφαση ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραμονής του ανηλίκου στο κατάστημα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 54". Άρθρο 54 : "Η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ούτε είναι κατώτερη των έξι (6) μηνών, αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη ως δέκα (10) έτη.
Αν η απειλούμενη κάθειρξη είναι ισόβια ή πρόσκαιρη ανώτερη από αυτήν του προηγούμενου εδαφίου, η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη ούτε είναι κατώτερη από δύο (2)." ΒΑΣΙΛΗΣ Δ ΝΟΥΛΕΖΑΣ Δικηγόρος ΑΠ Ποινικού Δικαίου
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους