Προβάλλεται αυτές τις μέρες σε επανέκδοση μια ταινία του Φριτς Λανγκ από το 1945, με τίτλο «Η Σκύλα», η οποία με τη σειρά της διασκεύασε ταινία του 1931 του Zαν Ρενουάρ, βασισμένη σε μυθιστόρημα του...
Προβάλλεται αυτές τις μέρες σε επανέκδοση μια ταινία του Φριτς Λανγκ από το 1945, με τίτλο «Η Σκύλα», η οποία με τη σειρά της διασκεύασε ταινία του 1931 του Zαν Ρενουάρ, βασισμένη σε μυθιστόρημα του 1929.
Μέσα σ’ αυτήν την τόσο παλιά «Σκύλα» υπάρχει μια στοιχειωτική σύμπτωση με την επικαιρότητα.
Εκτός και αν δεν πρόκειται για σύμπτωση, εκτός δηλαδή κι αν όλα αυτά που τώρα στην αληθινή ζωή αποκτούν μια άλλη ορατότητα και αντιμετωπίζονται με μια άλλη αντίληψη, ήταν πολύ συχνότερα απλωμένα μπροστά στα μάτια και τα αυτιά μας σε βιβλία, τραγούδια, ταινίες, ονομασμένα διαφορετικά, φωτισμένα διαφορετικά, με διαφορετική ίσως νοηματοδότηση, τελικά και με διαφορετική εντός ή εκτός εισαγωγικών νομιμοποίηση.
Τα σπόιλερ για να πω αυτά που θέλω είναι από εδώ και μπρος υποχρεωτικά.
Ο ήρωας είναι ένας μεσήλικος ταμίας σε επιχείρηση.
Θα τον έλεγες κακόμοιρο και ανθρωπάκι, αν δεν είχε και μια καλλιτεχνική πλευρά, όντας ερασιτέχνης ζωγράφος που έδειχνε ότι δεν ζει αποκλειστικά μέσα στην εργασιακή ρουτίνα και την οικογενειακή κακοποίηση.
Η ταινία ξεκινά από ένα τραπέζωμα του αφεντικού του, που τιμά τον ήρωα για τα πολλά χρόνια της προσφοράς του.
Στο τραπέζι άνδρες μεταξύ ανδρών, άρα κατεργάρηδες μεταξύ κατεργαρέων, το αφεντικό ενημερώνει πως πρέπει να φύγει σχετικά νωρίς, αφού τον περιμένει η εντυπωσιακή και φυσικά δεκαετίες νεότερή ερωμένη του από κάτω.
Ο ήρωας που μέσα στην απόλυτη αφέλειά του αναρωτιέται πώς θα ήταν να τον αγαπούσε κι εκείνον μια γυναίκα σαν αυτή, θα βρεθεί παγιδευμένος ανάμεσα στη σκύλα και τη χάρυβδη ή ανάμεσα σε δύο σκύλες.
Η σύζυγός του τον προγκάει διαρκώς, απειλεί να πετάξει στα σκουπίδια τους πίνακες ζωγραφικής του, τον συγκρίνει διαρκώς με τον μακαρίτη πρώην άντρα της και τον βρίσκει λίγο, δεν του δείχνει ίχνος στοργής.
Όχι βέβαια κι ότι της δείχνει εκείνος, ωστόσο εκείνος είναι που διαρκώς υφίσταται τη λεκτική επιθετικότητά της.
Είναι τόσο σκύλα, που είναι επιφορτισμένος μέχρι και με το πλύσιμο των πιάτων (των φαγητών πάντως που εκείνη φαίνεται πως του μαγειρεύει, αφού δεν πληροφορούμαστε κάτι διαφορετικό). Αλλά η σκύλα του τίτλου είναι μια φαμ φατάλ που τον παγιδεύει, τον ξελογιάζει (αλλά χωρίς να τον αφήνει να την αγγίξει), τον βάζει να της νοικιάσει σπίτι και του ζητά διαρκώς λεφτά, θεωρώντας ότι έχει χρήματα που όμως εκείνος δεν έχει, κάνοντάς τον έτσι να αναγκαστεί να υπεξαιρέσει χρήματα απ’ το ταμείο της επιχείρησης.
Η ταινία εξετάζει κι άλλα εξαιρετικά ενδιαφέροντα ζητήματα (σε σχέση π.χ. με την τέχνη και τους καλλιτέχνες), αλλά ας τα αφήσουμε στην άκρη ως εκτός του συγκεκριμένου θέματος.
Μένοντας λοιπόν στο συγκεκριμένο θέμα, μια σειρά εξελίξεων θα τον φέρουν πρώτα να την πιάσει στα πράσα στο νοικιασμένο σπίτι με τον γκόμενό της και ύστερα, αφού πρώτα το μεταβολίσει στο αλκοόλ, να της προτείνει να αρχίσουν να ζουν πια μαζί.
Τότε εκείνη τον περιγελά, τον ταπεινώνει, του αποκαλύπτει ότι τον σιχαίνεται, τον λέει μέσα στα μούτρα του ηλίθιο που πίστευε όλον αυτόν τον καιρό ότι τον γουστάρει.
Ώρα εκείνος να περάσει στο τρίτο στάδιο της μεταμόρφωσής του: αρχικά από πιστός είχε μετατραπεί σε σύζυγο που διατηρεί παράνομο δεσμό (έστω κι αν αυτός δεν είχε φτάσει στο σαρκικό στάδιο), από νομοταγής είχε μετατραπεί σε κλέφτη που σηκώνει λεφτά από το ταμείο το οποίο η δουλειά του ήταν να τηρεί, και τέλος από φιλήσυχος, μη βίαιος πολίτης μετατρέπεται σε γυναικοκτόνο: μόλις την ακούει να του αποκαλύπτει την αλήθεια για τα συναισθήματά της, το μεθυσμένο του μυαλό σκοτεινιάζει και την κατασφάζει.
Η «σκύλα» παίρνει την τιμωρία που της αξίζει.
Η ταινία δεν είναι σε καμία περίπτωση μονοσήμαντη, πηγαίνει σε πολλά επίπεδα, έχει και στη συνέχεια μια πολύ ενδιαφέρουσα και πλούσια ηθικοφιλοσοφικά εξέλιξη, αλλά ας το πούμε έτσι: μέχρι τη στιγμή που τη σφάζει, ως θεατής είσαι με το μέρος του, έχεις έρθει στη θέση του, καταλαβαίνεις ότι η συμπεριφορά της είναι αποτρόπαια και ότι τον πνίγει όλη η ματαίωση του κόσμου.
Το θέμα είναι ότι πίσω από τη σκύλα και τη συμπεριφορά της, υπάρχει ένας άντρας – σκύλος – νταβατζής από τον οποίο είναι συναισθηματικά εξαρτημένη και ο οποίος την κάνει ό,τι θέλει.
Όλο το σχέδιο για να φάνε λεφτά από τον ήρωα είναι δικό του.
Υπάρχει δηλαδή μια τριαδική σχέση.
Η σαφώς κάθε άλλο παρά αθώα γυναίκα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άντρες.
Έναν που την εξουσιάζει κι έναν που εκείνη εξουσιάζει.
Η ερωτική εξάρτηση είναι διπλή, όχι μονή.
Κι όταν ο ήρωας συλλαμβάνεται, όχι για τον φόνο, αλλά για τις υπεξαιρέσεις, το αφεντικό θα τον απολύσει μεν, αλλά δεν θα προβεί σε μήνυση, γιατί του κάνει την καταλυτική ερώτηση: «Για μια γυναίκα τα έκλεψες τα λεφτά, ε;». Υπάρχουν δυο τρόποι για να βλέπουμε καλλιτεχνικές δημιουργίες του παρελθόντος και δη του μακρινού: το να τις εξετάζουμε ωσάν να είναι σημερινές και όχι εντός του πλαισίου της εποχής τους, είναι αναχρονισμός και ηλιθιότητα.
Αλλά εκτός από τα κάνσελ κι όλη αυτή την καφρίλα, υπάρχει και ένας δεύτερος τρόπος.
Να προσπαθήσουμε να τις δούμε υπό το σημερινό βλέμμα, όχι όμως για να τις αξιολογήσουμε «ηθικά» ή για να σχετικοποιήσουμε τη συνολική αξία τους, αλλά για να καταλάβουμε μια στάλα καλύτερα αφενός το καθρέφτισμα και αφετέρου την αναπαραγωγή κυρίαρχων αντιλήψεων και μοτίβων συμπεριφοράς.
Η φαμ φατάλ της ταινίας βρέθηκε ανάμεσα σε δύο άντρες: ερωτεύτηκε έναν πανάθλιο σκύλο και έκανε ό,τι της ζητούσε, ενώ δολοφονήθηκε βάναυσα από έναν άντρα που είχε ερωτευτεί εκείνη, μια πανάθλια σκύλα.
Μια σκύλα όμως που φερόταν σκυλίσια έχοντας τουλάχιστον τη δικαιολογία του έρωτά της και που κυρίως η ματαίωση του δικού της έρωτα δεν την οδήγησε στο να ανδροκτονήσει κανέναν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους