[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

**Γιώργης: Ήμουν στον πόλεμο, αλλά δεν σκότωσα κανέναν. Μόνο εκφόβιζα, εκβίαζα... Αλλά καλύτερα να σκότωνα... Όταν βλέπεις τα μάτια φοβισμένων ανθρώπων... (Στην Άννα) Ξέρεις πώς κοιτάει ένας άνθρωπος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

**Γιώργης: Ήμουν στον πόλεμο, αλλά δεν σκότωσα κανέναν. Μόνο εκφόβιζα, εκβίαζα... Αλλά καλύτερα να σκότωνα... Όταν βλέπεις τα μάτια φοβισμένων ανθρώπων... (Στην Άννα) Ξέρεις πώς κοιτάει ένας άνθρωπος πριν πεθάνει; Ξέρεις; Θέλει να πάρει και εσένα μαζί του.

Την ψυχή σου θέλει να πάρει! Αν την έχεις, φυσικά... Δεν ξέρεις; Ξέρω εγώ.

Δεν σκότωνα, μόνο εκβίαζα! (Πάει στο μπαρ, γεμίζει ένα ποτήρι με ουίσκι και το πίνει μονοκοπανιά.) Βότκα ήθελα να πιω και πήρα ουίσκι... Ωραίο ποτό, αλλά με κάνει να νιώθω ξένος... (Πιάνει ένα μπουκάλι.) Περνάει στην άκρη της σκηνής. Η Άννα κάθεται στον καναπέ και ο Βενιανόρ όρθιος με το μπουκάλι του κρασιού στα χέρια από την άλλη μεριά της σκηνής.

Έφτασα στην Αμπχαζία τις πρώτες ημέρες του πολέμου, αρχές Σεπτεμβρίου.

Ήμουν μόνο είκοσι χρονών και είχα μόλις απολυθεί από το στρατό.

Ο φίλος μου ο Ζόρα μου λέει: "Πάμε στον αληθινό πόλεμο, να μάθουμε τι αξίζουμε!" Ο Ζόρα έλεγε ότι ο κόσμος εκεί πρέπει να έχει πλούτη.

Είναι η χώρα των μανταρινιών και των τουριστών, δεν μπορεί να έχει φτωχούς.

Και έτσι ήταν.

Έλεγε επίσης ότι στον πόλεμο νικάει πάντα αυτός που έχει τη μεγαλύτερη λεία, όποιος ξέρει να ληστεύει και να εξαφανίζεται την κατάλληλη στιγμή. (Στον Βενιανόρ) Θέλεις ποτό; Αλήθεια, στο Σουχούμι σήμερα πίνουν ουίσκι ή ακόμα πίνουν τη τσάστα (σ.σ. το τσίπουρο); Πολύ δυνατό, δεν πίνεται... /Περνάει πάλι στην άκρη της σκηνής και κάθεται οκλαδόν./ Έφτασα στο Σουχούμι με κανονική πτήση από την Τιφλίδα και με ταξί πήγα στην στρατολογία.

Εκεί με γράψανε σε ειδική ομάδα στρατιωτών.

Μου έδωσαν στολή και όπλο.

Την ίδια μέρα συνάντησα δύο παλιούς γνωστούς, δεν ήταν φίλοι... Ο Ζόρα συναντήθηκε με τον Μίσα, που είχε έρθει από την Ρωσία πριν μια εβδομάδα και ήδη είχε καλή λεία.

Μας πήρε μαζί του. (Πάει ξανά στο μπαρ, βάζει ποτό και πλησιάζει τον Βενιανόρ.) Γιατί εσείς οι Αμπχάζιοι δεν πίνετε αλκοόλ; Η υπερηφάνεια θα σας καταστρέψει! Εσύ θυμάσαι τα μελαγχολικά μου μάτια, ενώ εγώ τα δικά σου - φοβισμένα... Χέστηκες.

Ούτε λέξη δεν είπες, έβγαλες τα δολάρια και τα παρέδωσες. **Βενιανόρ: Πλήρωσα με δολάρια για τη ζωή μου. **Γιώργης: Στο σπίτι σου μας έφερε ο Ζόρα.

Έμαθε από έναν ντόπιο ότι το συγκρότημα επέστρεψε από την Ελλάδα.

Ξέραμε, είχατε το σκληρό νόμισμα... (Ο Βενιανόρ σηκώνεται και πλησιάζει τον Γιώργη με το μπουκάλι στο χέρι) **Βενιανόρ: Έμαθα ότι για ένα δολάριο σκοτώνατε τους ανθρώπους σαν μύγες.

Προτίμησα να ζήσω, δεν ήθελα να πεθάνω από τα χέρια των αδίστακτων εγκληματιών. (Σηκώνει το μπουκάλι ψηλά πάνω από το κεφάλι του Γιώργη, που μένει ακίνητος.) Θα σε σκότωνα τότε, μπορώ να σε σκοτώσω και τώρα, αλλά δεν θέλω να λερώσω τα χέρια μου με το βρώμικο αίμα, τσακάλι! (Απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντας και πετάει το μπουκάλι στον τοίχο.

Σπάει το μπουκάλι και το κόκκινο κρασί ρέει, σαν αίμα.) Φτάνει! Δεν θέλω να σε ακούω.

Πήγαινε σε κανέναν παπά αν θέλεις να ξεφορτωθείς το παρελθόν σου! **Γιώργης:** Την ίδια μέρα βρήκαμε ένα γκαράζ, σπάσαμε την κλειδαριά και κλέψαμε ένα αυτοκίνητο, ένα «Λάντα». Με αυτοκίνητο πήγαμε προς το λιμάνι, όπου βρήκαμε εκατοντάδες πρόσφυγες να μπαίνουν στο πλοίο που ήρθε να τους πάρει, να τους μεταφέρει στο Σοτσι.

Ντυμένοι στρατιώτες, αρχίσαμε να κάνουμε "έλεγχο" στα διαβατήρια.

Κανένας δεν αντιδρούσε.

Μαζί μας ήταν ένας τύπος που ήξερε πολλούς απ’ την ουρά.

Αυτός μας έδειχνε ανθρώπους που πρέπει να είχαν πολύτιμα πράγματα, χρυσό ή χρήματα.

Τους βγάζαμε έξω από την ουρά και τους κάναμε κατάσχεση των χρυσαφικών.

Κανένας δεν διαμαρτυρόταν.

Μία γυναίκα από τη χαρά της, που έμεινε ζωντανή, έκανε και τον σταυρό της.

Στα μάτια τους ήμασταν άγιοι, που τους αφήναμε να φύγουν με το πλοίο.

Τη δεύτερη μέρα μπήκαμε σε ένα συμβολαιογραφικό γραφείο και, απειλώντας με όπλο τον συμβολαιογράφο, πήραμε τη σφραγίδα του.

Μετά φτιάξαμε έγγραφα για αγοραπωλησία σπιτιών... Στο τέλος της εβδομάδας εγώ είχα στην κατοχή μου έξι μονοκατοικίες και τέσσερα διαμερίσματα! Ο πανικός άρχισε τον Οκτώβρη.

Οι δικοί σου, Αμπχάζιοι, μαζί με Ρώσους, είχαν πάρει και την πόλη Γκάγκρα, ενώ ακούστηκαν διάφορα... Ότι κατεβαίνουν από τα βουνά εκατοντάδες Τσετσένοι με σπαθιές και κόβουν τα κεφάλια των γεωργιανών και όλων που δεν τους συμπαθούν.

Εγώ πια δεν πίστευα στην νίκη μας.

Α, ναι, είχαμε και πολλούς δημοσιογράφους εκεί... Κάποιοι απ’ αυτούς συμμετείχαν και στις ανακρίσεις.

Όλοι τους έπιναν πολύ αλκοόλ, μεθούσαν, και τα ρεπορτάζ τους ήταν όλο ψέματα.

Γράφανε ότι άκουγαν, φοβόντουσαν να βγουν έξω από το ξενοδοχείο.

Στην πόλη επικρατούσε χάος.

Κάθε μέρα βρίσκαμε γνωστούς ή άγνωστους με μια σφαίρα στο κεφάλι... Μια μέρα και εγώ δέχτηκα μαχαιριά στο δεξί πλευρό.

Κάθε μέρα είχαμε κηδείες.

Κάθε μέρα είχαμε τραπεζώματα – μνημόσυνα μετά από κηδείες.

Κηδεύαμε τους σκοτωμένους, τους πεθαμένους, μετά τρώγαμε και πίναμε με ατέλειωτες προσφωνήσεις προς τη μνήμη τους... Το αστείο ήταν πως δεν ξεχνούσαμε τα γενέθλια, τα γιορτάζαμε με μεγάλα φαγοπότια.

Μερικοί περαστικοί που καθόντουσαν στο τραπέζι για να τιμήσουν την παρέα, ρωτούσαν: "Για ποιο πράγμα πίνουμε, για τη ζωή ή τον θάνατο;" Το πανηγύρι δεν είχε τελειωμό... Μετά από όλα αυτά, τι μπορούσαν να γράψουν οι δημοσιογράφοι; Μόνο τις φαντασιώσεις τους.

Οργισμένοι, λεηλατούσαμε τα πάντα: φαρμακεία, μαγαζιά, σπίτια, γραφεία, αρχεία, βιβλιοθήκες, σχολεία... φάμπρικες.

Κάποια στιγμή κάναμε και αστεία, λέγαμε ότι πρέπει να πάρουμε μαζί μας και το χαλίκι από τις παραλίες.

Όλοι ήταν πιο μεθυσμένοι, είτε με τη βότκα είτε με τσάτσα, είτε με κάνναβη που μας φέρανε και κάτι τσουβάλια μεγάλα από την Κρήτη της Ελλάδας, για να αφήσουμε τους Έλληνες πρόσφυγες να φύγουν ελεύθερα με το καράβι.

Ήταν η συμφωνία με την Ελλάδα, με το υπουργείο εξωτερικών, που τόσο πολύ ήθελε να βγάλει τους Έλληνες από τον πόλεμο.

Μαστουρωμένοι από ναρκωτικά, ήμασταν ανεξέλεγκτοι.

Κυριαρχούσε η αναρχία και κανένας δεν καταλάβαινε ποιος σκότωνε ποιον.

Δεν είχε πια καμία σημασία.

Σα να είχε έρθει το τέλος του κόσμου.

Τότε αποφάσισα να φύγω.

Με εκατό δολάρια αγόρασα μια βεβαίωση ότι έχασα τα έγγραφά μου στη διάρκεια του βομβαρδισμού, πήρα καινούριο διαβατήριο στην πόλη Κουταϊση, πούλησα το αυτοκίνητο και όλη τη λεία μου, και με 500 δολάρια αγόρασα μια βεβαίωση ότι είμαι ελληνικής καταγωγής και μπήκα στο καράβι που ήρθε από την Ελλάδα να πάρει τους δικούς του.

Έτσι βρέθηκα εδώ... /Σηκώνεται/ Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται ελληνικά... Μου λένε ότι μιλάω καλά ελληνικά και δεν έχω ίχνος ξένης προφοράς. (γελάει νευρικά) Να, η Άννα ακόμα μιλάει με σπαστά ελληνικά, και κάθε φορά την ρωτάνε "Από πού είστε;". Εμένα δεν με ρωτάει πια κανείς. /Βγάζει ένα πιστόλι από την τσέπη του παντελονιού του, το δείχνει στους θεατές./ Τίποτα δεν έφερα μαζί μου, εκτός από ένα πιστόλι.

Ήθελα να έχω κάτι μαζί μου από τον πόλεμο.

Ένα σουβενίρ! /Πηγαινοέρχεται.

Κρατάει ψηλά το χέρι με το πιστόλι./ Είναι πραγματικό.

Ένα σουβενίρ από τον αληθινό πόλεμο! Οι φίλοι μου έφυγαν στη Ρωσία. Ο Ζόρα έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας στη Σιβηρία, έρχεται κάθε χρόνο τουρίστας στην Κρήτη.

Τον είδα μια φορά σε μια ταβέρνα, μιλήσαμε πολύ λίγο, δεν ήθελε περισσότερα, ούτε αναφερθήκαμε στο παρελθόν.

Μαζί του ήταν μια ωραία γυναίκα και δυο παιδιά... Ο άλλος, ο Μίσα, άκουσα, βρίσκεται στη φυλακή... /Με το πιστόλι στο χέρι ψηλά, φεύγει από τη σκηνή. Η Άννα και ο Βενιανόρ δεν έχουν λόγια να πουν.

Στη σκηνή επικρατεί σιωπή και, ξαφνικά, ακούγεται σαν «πυροβολισμός». / **Άννα:** Ό-χ-ί! /Τρέχει στον Βενιανόρ και οι δύο σταματούν ο ένας απέναντι στον άλλον και δεν προχωρούν.

Ακούγεται και άλλος πυροβολισμός και στη σκηνή εμφανίζεται όλη η παρέα, εκτός από τον Γιώργη, με πολύ κέφι και χαρά. Η Ελλάδα τρέχει στο πιάνο και παίζει μια ελληνική μουσική./ **Δήμαρχος: Έκπληξη! Σας έχω έκπληξη! Τρία, δύο, ένα! /Η σκηνή φωτίζεται με χρώματα των πυροτεχνημάτων./ Δεν σας είπα ότι στη γιορτή μας θα έχουμε πυροτεχνήματα; Ωραία δεν είναι! Ο κόσμος χαίρεται όπως τα μικρά παιδιά! **Μαρία:** (στα ρωσικά) Σαλιούτ! Σαλιούτ! Ουρά! **Πατέρας Νικόλαος:** Δήμαρχε, μέτρα ασφαλείας πήραμε; **Δήμαρχος: Μην φοβάσαι, πατέρα, ο Θεός μαζί μας, αφού ξέρεις... **Ιάσων: Ο Θεός δεν θα μας προστατέψει, έτσι που γίναμε.

Κανένας πουθενά στη γη δεν μπορεί πια να νιώθει ασφαλής. **Ελλάδα: /Σταματάει να παίζει, σηκώνεται και κοιτάζει μαζί με όλους τα πυροτεχνήματα./ Είναι τόσο όμορφα! Μου φαίνεται ότι όλοι οι άνθρωποι στη Γη βλέπουν τώρα το δικό μας φωτισμένο ουρανό! /Ακούγεται ακόμα ένα πυροτέχνημα και όλοι στη σκηνή γυρισμένοι με τις πλάτες στους θεατές, θαυμάζουν τον φωτισμένο από πυροτεχνήματα ουρανό στην οθόνη.

Ακούγεται ένα τελευταίο «μπαμ». Όλοι χειροκροτούν, αλλά αντί για πυροτέχνημα, η οθόνη σβήνει, τα φώτα σβήνουν.

Σκοτάδι και απόλυτη σιωπή./ **Δήμαρχος: Που είναι ο Γιώργης;! Αυτό ήτανε όλο; Γιατί σταμάτησε τόσο γρήγορα τα πυροτεχνήματα;! Τέλος.

Θεσσαλονίκη, 2005 —_ Διαβάσατε την τελευταία σκηνή του αντιπολεμικού θεατρικού μου έργου «Η χώρα των μανταρινιών», με θέμα τον πόλεμο στη Γεωργία (1992-1993), βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, που είχα γράψει πριν 20 χρόνια αλλά δεν ανέβηκε σε θεατρική σκηνή, ακόμα

)))... https://www.facebook.com/share/19AwvzkLaA/?mibextid=wwXIfr ---

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences