Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος μάς ζητά για ακόμη μία φορά να πιστέψουμε ότι δεν είναι απλώς αθώος. Είναι το μεγαλύτερο θύμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε αμετάκλητα από την...
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος μάς ζητά για ακόμη μία φορά να πιστέψουμε ότι δεν είναι απλώς αθώος.
Είναι το μεγαλύτερο θύμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε αμετάκλητα από την ελληνική Δικαιοσύνη ως ηγετικό στέλεχος της 17 Νοέμβρη, αλλά κατά την εκδοχή του έπεσε θύμα μιας τεράστιας συνωμοσίας που διαρκεί εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα.
Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι επιμένει στην αθωότητά του.
Κάθε καταδικασμένος έχει δικαίωμα να το κάνει.
Το εντυπωσιακό είναι η απαίτηση να θεωρηθεί η προσωπική του αφήγηση ανώτερη από την αμετάκλητη δικαστική κρίση.
Η λογική της επιστολής του είναι απλή: αν το δικαστήριο τον καταδίκασε, το δικαστήριο υπέκυψε σε πιέσεις.
Αν κάποιος δικαστής διαφώνησε, αποδεικνύεται ότι είχε δίκιο.
Αν η Δικαιοσύνη τον αποφυλακίσει, λειτουργεί σωστά.
Αν δεν τον αποφυλακίσει, είναι «χουντική». Πρόκειται για ένα σχήμα όπου ο Γιωτόπουλος δικαιώνεται ανεξαρτήτως αποτελέσματος.
Παράλληλα εμφανίζεται ως υπερασπιστής του κράτους δικαίου, επικαλούμενος τις διατάξεις περί υφ’ όρον απόλυσης.
Όμως το κράτος δικαίου δεν λειτουργεί αλά καρτ.
Δεν μπορεί κάποιος να επικαλείται τη δεσμευτικότητα του νόμου όταν πρόκειται για την αποφυλάκισή του και ταυτόχρονα να χαρακτηρίζει «παραμύθι», «μούφα» και «δικαστικό σκάνδαλο» την αμετάκλητη καταδίκη που τον οδήγησε στη φυλακή.
Δεν γίνεται να αποδέχεσαι τη Δικαιοσύνη όταν σε ωφελεί και να την απορρίπτεις όταν σε καταδικάζει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συζήτηση περί «μετάνοιας». Ο Γιωτόπουλος ορθά επισημαίνει ότι η μετάνοια δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την υφ’ όρον απόλυση.
Από αυτό όμως επιχειρεί να συνάγει ότι κανείς δεν δικαιούται να σχολιάζει τη στάση του.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη παραπλάνηση.
Άλλο τι απαιτεί ο νόμος για την αποφυλάκιση και άλλο τι δικαιούται να κρίνει η κοινωνία για τη δημόσια συμπεριφορά ενός καταδικασμένου τρομοκράτη.
Κανείς δεν υποχρεούται να τον θεωρήσει μεταμελημένο.
Και ασφαλώς κανείς δεν υποχρεούται να αγνοήσει ότι, 24 χρόνια μετά, δεν υπάρχει ούτε μία λέξη αυτοκριτικής για τη δράση της οργάνωσης, ούτε μία λέξη συμπόνιας για τα θύματα.
Υπάρχουν μόνο χιλιάδες λέξεις για τον εαυτό του.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η προσπάθεια να εμφανιστεί ως θύμα μιας διαρκούς και παγκόσμιας συνωμοσίας.
Στην αφήγησή του συνυπάρχουν δικαστές, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, κυβερνήσεις, κρατικοί μηχανισμοί και ακόμη και ξένες δυνάμεις.
Όλοι φέρονται να υπηρετούν το ίδιο σχέδιο εις βάρος του.
Το μόνο που δεν εξηγείται είναι πώς μια τέτοια συνωμοσία παρέμεινε αρραγής επί 24 χρόνια, μέσα από διαφορετικές κυβερνήσεις, διαφορετικές συνθέσεις δικαστηρίων και διαφορετικούς πολιτικούς συσχετισμούς.
Τέλος, η επίκληση της τραγωδίας των Τεμπών αποτελεί ίσως το πιο κυνικό σημείο της επιστολής.
Η υπόθεση των Τεμπών δεν αποδεικνύει την αθωότητα του Γιωτόπουλου, όπως και η υπόθεση Γιωτόπουλου δεν αποδεικνύει τίποτα για τα Τέμπη.
Η σύνδεση των δύο υποθέσεων γίνεται αποκλειστικά για να δανειστεί το κοινωνικό φορτίο μιας εθνικής τραγωδίας και να το μεταφέρει στη δική του υπόθεση.
Η συζήτηση για το αν δικαιούται υφ’ όρον απόλυση με βάση τον νόμο είναι απολύτως θεμιτή.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό ζήτημα από την προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας της 17 Νοέμβρη.
Η επιστολή του δεν είναι νομικό κείμενο.
Είναι ένα μανιφέστο αυτοθυματοποίησης, όπου η μόνη αλήθεια που αναγνωρίζεται είναι η εκδοχή του ίδιου του καταδικασμένου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους