Δευτέρα, 22η Ιουνίου 2026 μ.Χ., ξημέρωσα στο πολύπαθο σπίτι μου, μετά από δεκαπέντε προσφυγικές ημέρες και νύχτες. Ήδη τρία συνεργεία είχαν μπει και αποκαταστήσει το μεγαλύτερο καμένο μέρος, το οποίο...
Δευτέρα, 22η Ιουνίου 2026 μ.Χ., ξημέρωσα στο πολύπαθο σπίτι μου, μετά από δεκαπέντε προσφυγικές ημέρες και νύχτες.
Ήδη τρία συνεργεία είχαν μπει και αποκαταστήσει το μεγαλύτερο καμένο μέρος, το οποίο δεν μπορούσα καν να αντικρύσω, μετά τη φωτιά.
Είχαν καθαρίσει, στοκάρει, είχαν τοποθετηθεί γεννήτριες όζοντος, σε κάθε δωμάτιο, για τυχόν υπολείμματα διοξειδίου του άνθρακα, βακτήρια, καπνό και γενικότερα ό,τι θα μπορούσε να επιμολύνει έναν χώρο που κάηκε.
Έπεται μακρά συνέχεια, κυρίως όσον αφορά την αποκατάσταση των εκτεταμένων υλικών ζημιών.
Επέστρεψα, λοιπόν, στην καμένη κουζίνα μου, στα καμένα μου ντουλάπια, στα καμένα μου λουλούδια, στους καμένους πάγκους, στους καμένους τοίχους, τα καμένα παράθυρα, τις καμένες πόρτες, στο μισοκαμένο μου πλυντήριο, στα μαύρα μου πλακάκια, στα σημειώματα, τις κάρτ-ποστάλ και τις φωτογραφίες από ξένοιαστες στιγμές, που κόλλαγα με μαγνητάκια, από τα ταξίδια μας, στο ψυγείο.
Μου απόμεινε η στάχτη τους.
Η πυρκαγιά, μου χάλασε όλες τις νοσταλγικές αναμνήσεις.
Τις έναστρες βραδιές, στις παραλίες του Χορευτού, της Πάρου, της Αμοργού, στις σπηλιές της Σούγιας και της Γαύδου, φίλοι, φιλιά, γιορτές, γέλια, χαρές και τραγούδια, γύρω από τη φωτιά, μετά το βραδινό κολύμπι.
Μπορεί να είναι η ιδέα μου, αλλά ακόμη τα μαλλιά μου, μυρίζουν καπνό.
Το σάλιο μου έχει καπνό, τα μάτια μου στάζουν υγρό καπνό.
Ανέκαθεν η Λίνα έβρισκε και βρίσκει τον αμείλικτα λυρικό τρόπο να μιλήσει τα τραύματά μας: «Τόσο καπνό που πίνω μέσα μου / άμα τον είχα ταξιδέψει, / θα 'χα γυρίσει όλη τη γη / από τη νύχτα ως την αυγή / παρά που λες πως μ' αγαπάς / να 'χα πιστέψει.
Τόσο καπνό που είδαν τα μάτια μου / άμα τα βλέφαρα είχα κλείσει / ίσως και να 'χα ονειρευτεί / πως σαν την έρημο καυτή / είναι η ψευτιά που λόγια αγάπης / πάει να χτίσει.» Στον ύπνο μου έρχονται τα έπιπλα, τα σκεύη, τα χέρια μου, τα ίδια, σαν δράκοι με γλώσσες κόκκινες γιγάντιες, αφρίζοντας.
Ξερνούν φωτιά, ουρλιάζουν σε ακατανόητες διαλέκτους.
Στέκομαι πάλι με δάχτυλα και πέλματα γυμνά, απέναντί της.
Αντιμέτωπη με τη φωτιά.
Φωτιά τεράστια, που καταπίνει στο πέρασμά της ό,τι της στέκεται εμπόδιο.
Τη χαζεύω να καίει αμείωτη και να συνθλίβει τα πάντα.
Δεν μπορώ να μυρίσω την ίδια, μπορώ όμως να μυρίσω όσα καίγονται. Ανατροφοδοτούμενη. Αέναη. Αδάμαστη. Κυρίαρχη.
Άγριο θηρίο. Ύπουλο.
Και εγώ ηλίθια ατρόμητη.
Παραμιλάω σαν παρακρουσμένη και προσπαθώ να σβήσω, να σώσω κάτι, οτιδήποτε.
Δεν θυμάμαι περισσότερα, ούτε πώς και γιατί μπήκα σε αυτόν τον διάπυρο εφιάλτη· δεν έχει καμία σημασία.
Μπορεί και να τρελάθηκα.
Σίγουρα, δεν επιθυμούσα να γίνω οσιομάρτυρας.
Και όμως ήμουν η μάρτυρας· όχι απαραίτητα η αγία.
Αλλά, εκείνη που είδα τελικά μόνη μου την αλήθεια. Καρέ-καρέ.
Γκρο πλαν.
Στοπ καρέ.
Νον στοπ.
Εδώ, στην περίληψη του καμένου πρώην κόσμου μου, μπροστά στη μεγάλη φωτιά, δεν υπάρχει χώρος για αμαρτίες, λάθη, πονηρίες, ύβρεις.
Εάν ήμουν πιο γενναία θα ριχνόμουν περισσότερο μέσα της, σαν μια μορφή θυσίας και εξαγνισμού, στον ιερό της ρόλο ως φάρου πορείας, να σιγοκαίω, αιώνια ψυχή, παραδομένη.
Όμως, με αυτό το φινάλε, θα αναιρούσα τη ζωή μου, για μία ακόμη φορά.
Ενώ τώρα, έξω από αυτή την πολυδαίδαλη καταστροφή, παρατηρώ την καμένη φιγούρα μου να τέμνει κάθετα τον ορίζοντα και να ξεμακραίνει από ό,τι δεν είναι αληθινό.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους