Σήμερα το πρωί περπάτησα λίγο στο Κουκάκι και συνειδητοποίησα πόσο πολύ έχει αλλάξει η περιοχή μέσα σε δέκα χρόνια. Η Γεωργίου Ολυμπίου είχε βιβλιοπωλεία, μαγαζιά με υδραυλικά και ηλεκτρολογεία, αλλά...
Σήμερα το πρωί περπάτησα λίγο στο Κουκάκι και συνειδητοποίησα πόσο πολύ έχει αλλάξει η περιοχή μέσα σε δέκα χρόνια. Η Γεωργίου Ολυμπίου είχε βιβλιοπωλεία, μαγαζιά με υδραυλικά και ηλεκτρολογεία, αλλά και μερικά πολύχρωμα καφέ.
Σήμερα είδα αυτή την πολυχρωμία να έχει δώσει τη θέση της σε μια σειρά από πανομοιότυπα μαγαζιά, φτιαγμένα κυρίως για την εξυπηρέτηση των τουριστών.
Όσο γερνάω, μάλλον γίνομαι νοσταλγικός τύπος.
Θέλω, πάντως, να πιστεύω ότι δεν ανήκω σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που λένε «αχ, παλιά ήταν όλα ωραία», με ύφος γέρου που περπατάει με τα χέρια πίσω από την πλάτη και δείχνει γύρω του λέγοντας ότι κάποτε εδώ ήταν όλα χωράφια.
Για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι παλιά ήταν όλα καλύτερα.
Νομίζω όμως ότι η Αθήνα και οι γειτονιές της έχουν αλλάξει πιο γρήγορα απ’ όσο μπορώ να αφομοιώσω.
Από το 2005, όταν επέλεξα να περάσω τη ζωή μου εδώ, ένα πράγμα εκτίμησα: τα μαγαζιά που είχαν χαρακτήρα.
Και δεν εννοώ απλώς ότι ηταν «ωραία μαγαζιά», ούτε μέρη όπου πήγαινες για ένα ποτό επειδή κάπου έπρεπε να καθίσεις.
Μιλάω για μπαρ στα οποία πήγαινες επειδή ήταν αυτά που ήταν.
Για να ακούσεις συγκεκριμένη μουσική, να χορέψεις, να φλερτάρεις με ανθρώπους που, κατά κάποιον τρόπο, ήδη ήξερες, επειδή βρίσκονταν εκεί για τους ίδιους λόγους με εσένα.
Το μαγαζί τούς πρόσφερε κάτι μοναδικό.
Κάτι που δεν μπορούσες να βρεις αλλού.
Άσχετα με το αν άρεσε σε κάποιον/α η αισθητική τους, υπήρχαν μπαρ όπως το Decadence, το Boiler, το After Dark, το Ρόντεο, το Mo Better, το Six Dogs, το Παράφωνο και το Αλάβαστρον.
Τα περισσότερα, αν δεν κάνω λάθος, έχουν πλέον κλείσει.
Κάπως έτσι, τελευταίος των Μοϊκανών μοιάζει να έχει απομείνει το Booze.
Αυτά τα μέρη είχαν ταυτότητα, η οποία λείπει από την πλειονότητα των σημερινών μπαρ.
Πλέον, όλο και πιο συχνά αισθάνεσαι ότι πίνεις ποτό στο ΙΚΕΑ.
Όλα είναι ίδια.
Μίνιμαλ διακόσμηση (αχ αυτή η μίνιμαλ διακόσμηση), κάτι ξύλα, κάτι φυτά και από πίσω μια παντελώς αδιάφορη μουσική που δεν ενοχλεί κανέναν, ακριβώς επειδή δεν σημαίνει τίποτα για κανέναν.
Μαγαζιά φτιαγμένα περισσότερο για τους τουρίστες που μένουν παραδίπλα σε κάποιο Airbnb παρά για τους ανθρώπους που ζουν σε αυτή την πόλη.
Μαγαζιά που πουλάνε τα πάντα σε όλους, πίτσα και κοκτέιλ, πρωινό και μπιφτέκια, cappuccino και ουίσκι.
Κάπου εκεί εμφανίζεται και η νέα αθηναϊκή μάστιγα: οι σπριτσερίες και οι πιτσαρίες με attitude εστιατορίου με αστέρι Michelin, ενώ παραμένουν πιτσαρίες.
Και αγαπώ τις πιτσαρίες.
Το πρόβλημά μου είναι ότι μπαίνουμε κάπου και πρέπει όλοι να προσποιούμαστε ότι έχουμε μπει κάπου αλλού.
Δεν σκέφτομαι καθόλου το γιατί αλλάζει μια πόλη.
Οι πόλεις αλλάζουν και ευτυχώς.
Αυτό που με τυραννάει είναι το για ποιον αλλάζει μία πόλη.
Όταν όλα αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους, είτε βρίσκεσαι στο Κουκάκι είτε στα Εξάρχεια, είτε στη Βαρκελώνη είτε στη Σεούλ, δεν χάνεται μόνο η αισθητική.
Χάνεται ένας τρόπος να υπάρχουμε και να κατοικούμε μέσα στην πόλη.
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ευρύτερο.
Η εστίαση καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο, ενώ τα μαγαζιά που έχουν πρακτικό νόημα για τους κατοίκους κλείνουν το ένα μετά το άλλο.
Βιβλιοπωλεία, ηλεκτρολογεία, τσαγκάρηδες, μικρά συνεργεία φεύγουν και στη θέση τους μένουν καφέ, καφέ, καφέ. Η Αθήνα έχει γίνει μία πόλη που φτιάχνεται όλο και λιγότερο για εκείνους που ζουν καθημερινά μέσα της και όλο και περισσότερο για εκείνους που απλώς περνούν από αυτήν. Υ.Γ. Αλληλεγγύη στο καφενείο «Η Μουριά», ένα ιστορικό στέκι των Εξαρχείων.
Θα είμαστε εκεί γιατί τα στέκια που έχουν απλώσει τις ρίζες τους στις γειτονιές δεν πρέπει να παραδίδονται χωρίς μάχη. Υπογράφουμε εδώ: https://www.openpetition.eu/gr/petition/online/e-istoria-den-allazei-chrese-111-chronia-mouria?fbclid=IwY2xjawSkwHJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETE2MGF3aTNaRjFUY3RWVUExc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHsNWANgihSbcUb4hp14bf5yjNdOapV4mUHepvNt1Y26ub4EP_9oMRhBPHSi3_aem_5MPQ5V5CjhAvBHyubsxTyg
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους