Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα παιδί που ζούσε σε ένα σπίτι γεμάτο καθρέφτες. Κάθε πρωί σηκωνόταν και κοιτούσε το είδωλό του. Ένας καθρέφτης του έλεγε: «Είσαι καλός. Όλοι σε αγαπούν». Ένας άλλος...
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα παιδί που ζούσε σε ένα σπίτι γεμάτο καθρέφτες.
Κάθε πρωί σηκωνόταν και κοιτούσε το είδωλό του.
Ένας καθρέφτης του έλεγε: «Είσαι καλός.
Όλοι σε αγαπούν». Ένας άλλος ψιθύριζε: «Δεν είσαι αρκετός.
Όσο κι αν προσπαθήσεις, πάντα κάτι θα σου λείπει». Ένας τρίτος γελούσε: «Μην περιμένεις να σε διαλέξουν.
Στο τέλος όλοι φεύγουν». Το παιδί μεγάλωσε μέσα σε αυτό το σπίτι και πίστεψε πως όλοι αυτοί οι καθρέφτες ήταν η αλήθεια του.
Άρχισε να φτιάχνει πανοπλίες.
Μια για να τον θαυμάζουν.
Μια για να μην τον πληγώνουν.
Μια για να μην καταλάβει κανείς πόσο φοβόταν.
Και όσο περνούσαν τα χρόνια, το σπίτι γέμιζε με περισσότερους καθρέφτες.
Κάθε άνθρωπος που γνώριζε άφηνε κι έναν πίσω του. «Είσαι αυτό». «Είσαι εκείνο». «Σε ξέρω». Και το παιδί άρχισε να χάνεται.
Προσπαθούσε να ικανοποιήσει έναν καθρέφτη και αμέσως διαμαρτυρόταν ένας άλλος.
Όταν γινόταν δυνατός, κάποιος τον έβρισκε σκληρό.
Όταν γινόταν ευγενικός, κάποιος τον έβρισκε αδύναμο.
Όταν μιλούσε, ήταν υπερβολικός.
Όταν σιωπούσε, ήταν απόμακρος.
Όταν έψαχνε για αγάπη, φοβόταν την απόρριψη.
Όταν ζητούσε αποδοχή, φοβόταν την κριτική.
Όταν προσπαθούσε να ξεχωρίσει, φοβόταν πως δεν ήταν αρκετό.
Έτσι πέρασε τη ζωή του προσπαθώντας να διορθώσει τον εαυτό του.
Να γίνει κάτι άλλο... Να γεμίσει ένα κενό που δεν καταλάβαινε.
Και όσο περισσότερο προσπαθούσε, τόσο πιο πολύ απομακρυνόταν από αυτό που ήταν.
Είχε ξεχάσει εντελώς τον εαυτό του.
Και όταν ένας άνθρωπος ξεχάσει τον εαυτό του, διχάζεται ανάμεσα σε χίλιες εικόνες, χίλιες φωνές και χίλιες απαιτήσεις.
Δεν γνωρίζει πως αυτό που ψάχνει δεν βρίσκεται σε κανέναν καθρέφτη.
Ο αληθινός εαυτός δεν ζητά να γίνει κάτι.
Δεν ζητά να αποδείξει κάτι.
Δεν ζητά να συμπληρωθεί.
Απλώς είναι.
Μια νύχτα, όταν το σπίτι είχε ησυχάσει, το παιδί περπάτησε στους ατέλειωτους διαδρόμους και έφτασε στο τελευταίο δωμάτιο.
Εκεί δεν υπήρχε κανένας καθρέφτης.
Μόνο σιωπή.
Και τότε μια φωνή μέσα από το σκοτάδι ρώτησε: «Ποιος είσαι;» Το παιδί απάντησε: «Είμαι αυτό που είπαν οι άλλοι για μένα». Η φωνή γέλασε απαλά. «Όχι.
Αυτά είναι φαντάσματα». Το παιδί σκέφτηκε για λίγο και είπε: «Τότε είμαι αυτό που πιστεύω εγώ για μένα». Η φωνή γέλασε ξανά. «Και αυτό είναι ένα φάντασμα που έφτιαξες μόνος σου». Το παιδί φοβήθηκε.
Γιατί κατάλαβε πως όλη του η ζωή ήταν χτισμένη πάνω σε φαντάσματα.
Εικόνες που άλλαζαν.
Ιδέες που γεννιόνταν και πέθαιναν.
Ιστορίες που προσπαθούσε να προστατεύσει.
Τότε η φωνή είπε: «Σταμάτα να κυνηγάς τις σκιές στον τοίχο. Βρες Αυτό που βλέπει τις σκιές». Και για πρώτη φορά το παιδί δεν κοίταξε κανέναν καθρέφτη.
Έμεινε απλώς ακίνητο.
Και μέσα στη σιωπή κατάλαβε κάτι τρομακτικό και όμορφο: Όλη του τη ζωή προσπαθούσε να γίνει κάποιος άλλος.
Και ποτέ δεν είχε καλωσορίσει αυτόν που ήταν ήδη εκεί.
Τον αληθινό, σιωπηλό εαυτό του.
Εκείνη την παρουσία που υπήρχε πριν από όλες τις ιστορίες. Πριν από όλους τους καθρέφτες. Πάντα. Ήσυχη. Περιμένοντας να την αναγνωρίσεις.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους