[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ Ήμουν πολύ μικρός, στην προσχολική ηλικία θυμάμαι, όταν ο πατέρας μου δούλευε εκτός Αθήνας για έναν ολόκληρο χρόνο. Κάποια Σ-Κ κατάφερνε να έρχεται να μας βλέπει και κάποια όχι...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ Ήμουν πολύ μικρός, στην προσχολική ηλικία θυμάμαι, όταν ο πατέρας μου δούλευε εκτός Αθήνας για έναν ολόκληρο χρόνο. Κάποια Σ-Κ κατάφερνε να έρχεται να μας βλέπει και κάποια όχι.

Έτσι εκείνο το καλοκαίρι ήμασταν συνεχώς μαζί με τις θείες, μιας και τα σπίτια μας ήταν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο και μαζί με τη μητέρα μου δούλευαν στο καθαριστήριο που είχαν τότε.

Μαζί τα μεσημέρια για φαγητό και ξεκούραση.

Μαζί και το βράδυ όταν έκλειναν το μαγαζί κι αφού τρώγαμε, πηγαίναμε στα καλοκαιρινά σινεμαδάκια του Παγκρατίου να δούμε την Αλίκη, τον Βουτσά, την Καρέζη, τον Κωσταντάρα, την Βλαχόπουλου κ. α. Τα πιτσιρίκια κάτω των 6-7 ήταν δωρεάν... Αλλά έλα που είχαμε καρφίτσες στον κώλο!!! Πού να κάτσουμε ήσυχα να δούμε την ταινία? Τρέχαμε γύρω-γύρω απ τις πάνινες καρέκλες, σηκώνοντας σκόνη απ το χαλικάκι, κυνηγώντας καμία γατούλα η παίζοντας κρυφτό ανάμεσα στους θεατές.

Ένα παρατεταμένο σσσσσστ... ακουγόταν συνεχώς από κάποιους αγανακτισμένους θεατές - "Κάντε επιτελούς λίγη ησυχία". - Κάποιες φόρες οι μανάδες μας μάζευαν μαλώνοντας μας.

Κάποιες άλλες φόρες θύμωναν με μερικούς κακότροπους που επικαλούντο τον Ηρώδη!!! - "Ε... τι να κάνουμε? Παιδιά είναι, θα παίξουν κι αυτά"... Έτσι περνούσαν οι καλοκαιρινές βραδιές εκεί στις γειτονίες του Παγκρατίου.

Άντε και καμία βόλτα στην πιο φωτισμένες Χρεμωνίδου, Υμηττού, Ευτυχίδου κλπ. για σουβλάκι η παγωτό και χάζι στις βιτρίνες.

Μέχρι που έφτανε η Κυριακή.

Η λαμπερή εκείνη μέρα της βδομάδας που πάντα πηγαίναμε για μπάνιο στις κοντινές παράλιες. Κάποιες Τετάρτες που ήταν ημιαργία κι ήταν κλειστό το καθαριστήριο μετά τις 2.30, πηγαίναμε για μια βουτιά μέχρι τη Λουμπάρδα τ απόγευμα, εκεί μετά την τρύπα του Καραμανλή, αν δεν ήταν πολύ κουρασμένοι και μπαϊλντισμένοι όλοι.

Αλλά οι Κυριακές όμως ήταν άλλο πράγμα… Υπήρχε απ το πρωί μια γλυκεία αναμονή ως την ώρα που θα ξεκινούσαμε με το παλιό OPEL του θείου για τον Πόρτο-Ραφτη.

Ολοήμερη εκδρομή με μπάνιο, φαγητό κλπ.

Οι μεγάλοι έπαιρναν το πρωινό τους στην αυλή, εκεί στο σπίτι στην Φορμίωνος.

Εγώ έπαιζα με ένα τόπι, που όταν όμως πήγαινε πίσω από γλάστρες με κάτι τεράστια φύλλα που μοιάζουν με παλάμες χεριού, δεν τολμούσα να πλησιάσω να το πάρω.

Τα φοβόμουν πολύ αυτά τα φυτά.

Νόμιζα πως ήταν χεριά που θα με αρπάξουν.

Μέχρι να βρω κάποιον να κάνει αυτό το επικίνδυνο τόλμημα και να μου φέρει την μπάλα, έπαιζα με κάτι πιο ακίνδυνο που είχα ανακαλύψει.

Έβαζα καρφίτσες σε μια πρίζα στο πίσω μέρος της αυλής που ήταν το πλυντήριο κι ένοιωθα ένα ευχάριστο ελαφρό τίναγμα απ το ρεύμα!!! Μου άρεσε πολύ αυτό το παιχνίδι κι απορούσα που μου έλεγαν όλοι να μην πλησιάζω εκεί.

Η θεία μου με τον θείο μου έπαιζαν τάβλι πιο πέρα, χτυπώντας δυνατά τα πουλιά και σιγο-τραγουδώντας κάποιο τραγούδι του Γιάννη Βογιατζή η της Τζένη Βάνου που ακουγόταν απ το ραδιόφωνο.

Κάποιες στιγμές το τραγούδι και το χαλαρό ύφος τους γινόταν ειρωνικό σχόλιο πάνω στο παιχνίδι, που τελείωνε πάντα με καυγά και μπινελίκια κλείνοντας δυνατά το τάβλι, με κίνδυνο να μαγκώσουν τίποτα δάχτυλα.

Ήταν όμως τόσο συνηθισμένη αυτή η κατάληξη του παιχνιδιού, που κανένας απ τους υπολοίπους δεν ξαφνιαζόταν γι αυτό.

Ένας γείτονας δίπλα, φορώντας μπεζ σορτσάκι με μαύρες κάλτσες και σκαρπίνια, έπλενε με το λάστιχο το λευκό Ford Taunus, για να είναι έτοιμο για την κυριακάτικη εκδρομή του.

Ανταλλάζαμε κάτι καλημέρες και άλλες τυπικές κουβέντες... Εγώ καθόμουν σ αναμμένα κάρβουνα. "Άντε να τελειώνουμε, για φύγουμε καμιά φορά.

Πήγε 10 η ώρα κι ακόμα τίποτα". Η αναμονή τις περισσότερες φόρες, ήταν για να ψηθούν τα γεμιστά η το φαγητό που θα παίρναμε μαζί μας.

Γύρω στις 11 επιτελούς φεύγαμε, Όλοι μέσα στο Opel, σαν σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία.

Φτάναμε στον Αγ. Σπυρίδωνα εκεί στον Πόρτο-Ραφτη.

Πίσω ακριβώς απ την εκκλησία υπήρχαν δυο μεγάλα πεύκα και δυο σπασμένα μαρμάρινα σκαλοπάτια που κατεβαίναν ως το νερό.

Εκεί ακριβώς ήταν το σημείο που στήναμε τα μπαγκάζια μας… Υπήρχε χώρος για το αμάξι, που έπρεπε να είναι δίπλα μας, μιας και το χρησιμοποιούσαν σαν παραβάν για να αλλάξουν οι μεγάλοι, αλλά και γιατί μέσα ήταν όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ για τη θάλασσα.

Βατραχοπέδιλα, μάσκες, στρώματα, απόχες, τρόμπες κλπ.

Εκεί δέναμε κι ένα μεγάλο σεντόνι απ το ένα δέντρο στο άλλο για να μας κάνει σκιά, κάτι σαν σκηνή κι από κάτω ανοίγαμε τις πάνινες πολυθρόνες, το τραπεζάκι, τα παγούρια κι όλα τα υπόλοιπα συμπράγκαλα που κουβαλούσαμε.

Κρεμασμένο στο δεντρό και το τρανζιστοράκι για τη μουσική μας.

Ένα καρπούζι σφηνωμένο στις πέτρες, εκεί που σκάει το κύμα για να διατηρείται δροσερό.

Μας είχαν μάθει όλοι στην περιοχή και δεν τολμούσε κανένας άλλος να πάει σ αυτό το σημείο.

Αν πήγαινε άλλος, αυτοί που έμεναν σε κάτι σπιτάκια εκεί δίπλα, τον έδιωχναν, λέγοντας του πως θα έρθουμε εμείς.

Δεν κατάλαβα ποτέ μου με ποιο αντάλλαγμα το έκαναν αυτό.

Μούλιαζα λοιπόν μες στο νερό με τις ώρες.

Με το ζόρι με κρατούσαν μετά το φαγητό να μην ξαναμπώ στη θάλασσα μέχρι να γίνει η χώνευση, όπως έλεγαν. -"Τότε τι χρειάζεται το φαγητό?"- αναρωτιόμουν- "αν είναι να μου στερεί το κολύμπι". Ήμουν που ήμουν λιγόφαγος και τους παίδευα για να φάω, τώρα είχα κι έναν επιπλέον λόγο να μισώ το φαγητό.

Τα γεμιστά ήταν ως επί τω πλείστον πιπεριές, που τις έτρωγαν οι περισσότεροι και ελάχιστες ντομάτες, ίσα για να παίρνει χρώμα το ταψί.

Τυρί φέτα και ζεστό ψωμί απ τον διπλανό φούρνο, συνόδευαν το υπαίθριο αυτό γεύμα.

Και το απόγευμα παγωτά απ το περίπτερο.

Εγώ πάντα κακάο η σοκολάτα.

Πήγαινε 9 το βράδυ για να μαζέψουμε πάλι όλο το νοικοκυριό μας, να το φορτώσουμε και να φύγουμε… Εγώ μέχρι εκείνη την ώρα ήμουν στο νερό κι έβγαινα πάντα τρέμοντας, μιας κι είχε φύγει ο ήλιος από ώρα, με τα δάχτυλα των χεριών μου να έχουν κάνει αυλάκια απ το μούλιασμα τόσες ώρες.

Στον δρόμο της επιστροφής συνήθως νύσταζα και κοιμόμουν στην αγκαλιά της θείας μου, μιας κι ήταν αρκετά ευτραφής κι η αγκαλιά της μου έμοιαζε με ένα μεγάλο αναπαυτικό μαξιλάρι.

Αυτές οι Κυριακές του Ιούνη, είναι πάντα τόσο ζωντανές στη μνήμη μου.

Ακόμα κι οσμές απ τη θάλασσα, τα γεμιστά, το καρπούζι, τα λιβάνια του Αγ. Σπυρίδωνα, της ζεστής άσφάλτου, της ξαναμμένης μηχανής του Opel, που κάποιες φόρες χρειαζόταν να σταματήσουμε για να του προσθέσουμε λίγο νερό ενδιάμεσα εκεί κάπου στο Κορωπί, όταν η ζεστή χτύπαγε 35αρια και βάλε.

Όλα τόσο ζωντανά στον σκληρό δίσκο μου... Και κάθε φορά που κάνω ανασυγκρότηση δίσκου τα θυμάμαι πάλι...

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences