"Με λένε Μπόμπαν. Μπόμπαν Νικιφόροβιτς και είμαι 47 χρονών. Γεννήθηκα στο Βελιγράδι, από Κροάτη πατέρα με καταγωγή από το Μαυροβούνιο και Σλοβένα μητέρα, που οι δικοί της γονείς είχαν γεννηθεί στη...
"Με λένε Μπόμπαν. Μπόμπαν Νικιφόροβιτς και είμαι 47 χρονών. Γεννήθηκα στο Βελιγράδι, από Κροάτη πατέρα με καταγωγή από το Μαυροβούνιο και Σλοβένα μητέρα, που οι δικοί της γονείς είχαν γεννηθεί στη Βοσνία. Ήταν Ιούνιος του 1989.
Εγώ ήμουν 10 χρονών.
Μικρός, μα με μάτια και καρδιά ορθάνοιχτα στον κόσμο, με την ψυχή ακόμα άθικτη από τα σημάδια της ιστορίας.
Ζούσαμε στο Ζάγκρεμπ, στην καρδιά της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, μιας χώρας που όπως έλεγαν οι μεγάλοι είχε πολλές φυλές, πολλές γλώσσες, αλλά ένα σώμα.
Δεν καταλάβαινα το βάρος του ονόματος Γιουγκοσλαβία, για εμένα ήταν απλά η πατρίδα μου, ένας μεγάλο καμβάς στον οποίο ζωγραφίζαμε τις καθημερινές στιγμές με οικογενειακή ζεστασιά.
Τότε, δεν καταλάβαινα τις πολιτικές εντάσεις που σιγόβραζαν κάτω από την επιφάνεια.
Το μόνο που ένιωθα ήταν ότι ζούσα σε μια χώρα που λάτρευε το μπάσκετ.
Και το καλοκαίρι του '89, η χώρα αυτή έλαμπε. Το Ευρωμπάσκετ είχε έρθει στη γειτονιά μας.
Θυμάμαι ακόμα τη ζεστασιά εκείνων των ημερών, όχι τόσο από τον καλοκαιρινό ήλιο όσο από τον παλμό, την ένταση, τη λαχτάρα.
Η πόλη έβραζε.
Παντού σημαίες, φωνές, πρόσωπα βαμμένα τρίχρωμα, χαμόγελα.
Θυμάμαι τον πατέρα μου να με παίρνει από το χέρι και να με σηκώνει στους ώμους του, για να βλέπω πάνω από το πλήθος.
Δεν είχαμε εισιτήρια για όλους τους αγώνες αλλά είχαμε την τηλεόραση, τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις, τις φωνές της γειτονιάς που ενώνονταν σαν μία, κάθε φορά που η μπάλα έμπαινε στο καλάθι.
Εκείνη η ομάδα, εκείνη η εθνική...Τι ομάδα Θεέ μου. Παρτιζάν, Τσιμπόνα, Γιουγκοπλάστικα, Ερυθρός Αστέρας, παίκτες από κάθε γωνιά της Γιουγκοσλαβίας. Κροάτες, Σέρβοι, Σλοβένοι, Βόσνιοι… Ήταν αδέρφια. Ο Ντράζεν έμοιαζε με μάγο στα παιδικά μου μάτια. Ο Κούκοτς, ο ο Πάσπαλι, ο Ντίβατς… Ήρωες.Υπεράνθρωποι.
Είχαν όλοι κάτι που τότε δεν μπορούσα να το περιγράψω, αλλά τώρα το καταλαβαίνω...Ένιωθαν και ήταν, ακόμα ενωμένοι.
Έπαιζαν για μια σημαία που μπορεί να ήταν φτιαγμένη από διαφορετικά κομμάτια, αλλά είχε ακόμα ένα νόημα για όλους.
Θυμάμαι τον τελικό.
Θυμάμαι τα δάκρυα του πατέρα μου όταν η Γιουγκοσλαβία σήκωσε το τρόπαιο.
Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει.
Μου είπε... "Αυτό, παιδί μου, είναι κάτι που θα θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή". Δεν ήξερα τότε πόσο δίκιο είχε.
Γιατί λίγα χρόνια αργότερα, όλα διαλύθηκαν.
Πρώτα οι λέξεις άρχισαν να αλλάζουν.
Στο σχολείο, οι φίλοι μου έγιναν "Σέρβοι" και "Κροάτες" και όχι πια ο Μάρκο ή ο Αλεξάντερ.
Άρχισαν να φεύγουν οικογένειες, η κυρία Λουμπίνκα από το διπλανό διαμέρισμα, ήρθε μια μέρα και αποχαιρέτησε τη μάνα μου με δάκρυα στα μάτια, την καλύτερη της φίλη. Ήταν Σέρβα... Μετά ήρθε η μυρωδιά του καπνού.
Οι σειρήνες.
Οι στρατιώτες.
Ο θάνατος.
Οι φωνές που έπαψαν να είναι πανηγυρισμοί και έγιναν ουρλιαχτά.
Και το Ζάγκρεμπ που τότε έσφυζε από ζωή, έπεσε σε σιωπή.
Μια σιωπή διαπεραστική, βαριά, σαν ένοχο μυστικό που όλοι γνώρισαν μα κανείς δεν μιλούσε.
Ο εμφύλιος μας δίδαξε πως ακόμα και το πιο όμορφο τραγούδι μπορεί να σιγήσει απότομα.
Οι παίκτες της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας, έγιναν "προδότες", "εχθροί", "ξένοι". Ο Ντράζεν σκοτώθηκε σε εκείνο το καταραμένο τροχαίο το 1993, και μαζί του έθαψα μια για πάντα την αθωότητά μου.
Γιατί ο Ντράζεν δεν ήταν απλώς μπασκετμπολίστας.
Ήταν το τελευταίο σύμβολο της ενότητας πριν από τον κατακλυσμό, μιας ενότητας με όλες τις αρετές της και τα ελαττώματα της.
Κάποτε, σε μια φωτογραφία εκείνης της χρυσής ομάδας, μέτρησα τα πρόσωπα.
Ήταν δώδεκα άντρες που γελούσαν, αγκαλιασμένοι, με μια κούπα στα χέρια.
Έμαθα αργότερα ότι κάποιοι από αυτούς στα χρόνια του πολέμου δεν μιλούσαν πια.
Κάποιοι έφυγαν από τη ζωή πρόωρα.
Άλλοι δεν ξαναγύρισαν ποτέ στο παρελθόν.
Και όμως για μια στιγμή, το 1989, αυτοί οι δώδεκα είχαν γίνει ένας.
Όπως και εκείνη η χώρα, εκείνη η εξέδρα στο Ζάγκρεμπ.
Σήμερα, 37 χρόνια μετά, όταν μιλάω στα παιδιά μου για αυτό το Ευρωμπάσκετ, δεν τους μιλάω μόνο για καλάθια, τρίποντα και τελικούς.
Τους μιλάω για το πώς είναι να βλέπεις τον κόσμο σου ενωμένο, να γιορτάζει χωρίς να νοιάζεται ποιος είναι τι και από που.
Τους μιλάω για ένα καλοκαίρι που για εμένα κράτησε μια αιωνιότητα.
Και τελείωσε απότομα.
Κρατάω ακόμα μια φωτογραφία από τότε.
Είμαι εγώ με μια μπάλα στα χέρια, μπροστά από το "Dom Sportova". Χαμογελάω.
Όχι γιατί δεν ήξερα τι ερχόταν, αλλά γιατί ήμουν ακόμα παιδί.
Και ίσως, παρά τον πόνο, τη σιωπή, τη μνήμη, κάπου πολύ βαθιά μέσα μου να είμαι ακόμα.
Γιατί αυτό που ζήσαμε ήταν περισσότερο από μία μεγάλη αθλητική διοργάνωση.
Ήταν το τελευταίο όνειρο μιας ενότητας που χάθηκε.
Και μιας παιδικής καρδιάς που έμαθε, ίσως πολύ νωρίς, πως ακόμα και τα θαύματα έχουν ημερομηνία λήξης.
Αν κλείσω τα μάτια, ακούω ακόμα τον ήχο της μπάλας που σκάει στο ξύλινο παρκέ.
Βλέπω τον εαυτό μου με μία μπλε φόρμα, να φωνάζω, να χειροκροτώ, να γελάω.
Και όταν τα ανοίγω στο σήμερα, βλέπω τα νέα παιδιά που μεγάλωσαν σε διαφορετικές χώρες, κάτω από άλλες σημαίες.
Δεν ξέρουν τι ήταν η Γιουγκοσλαβία, δεν το έζησαν και ίσως δεν τους νοιάζει κιόλας.
Αλλά είμαι σίγουρος πως ονειρεύονται, όπως κάποτε ονειρευόμουν και εγώ. Τότε, στο Ζάγκρεμπ της Γιουγκοσλαβίας"... Antreas Tsemperlidis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους