Μια ζωή τρωγόταν ο μπάρμπα-Γιάννης κι’ ο δάσκαλος. Του σχολαρχείου ήταν ο πρώτος, αλλά με πίστη βουνό. Ο δεύτερος, δάσκαλος με προοδευτικές αντιλήψεις και δεν το ‘κρυβε πως ήταν μαρξιστής και δεν...
Μια ζωή τρωγόταν ο μπάρμπα-Γιάννης κι’ ο δάσκαλος. Του σχολαρχείου ήταν ο πρώτος, αλλά με πίστη βουνό.
Ο δεύτερος, δάσκαλος με προοδευτικές αντιλήψεις και δεν το ‘κρυβε πως ήταν μαρξιστής και δεν πίστευε αυτά, που πίστευαν οι παλιοί, σαν τον μπάρμπα-Γιάννη.
Κοντοχωριανοί και φίλοι χρόνια.
Κι αντίθετοι απ’ την ρίζα στις ιδέες. — Μωρέ δεν τα παρατάς αυτά τα συναξάρια και τις άλλες φυλλάδες, πού διαβάζεις, τον πείραζε.
Ξύπνα μπάρμπα-Γιάννη, ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι κι’ εσύ διαβάζεις ακόμα παραμύθια! — Παραμύθια είναι αυτά, πού πιστεύεις και λες, εσύ, αξιοθρήνητε.
Και είσαι και δάσκαλος και στραβώνεις και τα μικρά παιδιά, με τις δήθεν, προοδευτικές σου ιδέες, πού αντί να πάνε τον άνθρωπο μπροστά, τον πάνε πίσω στα σκοτάδια! Κρίμα σε σένα και στα γράμματα, πού έμαθες!… Έτσι γινόταν η κουβέντα τους, όταν συναντιόταν στο καφενείο του χωριού τους στο Μακρολίβαδο.
Σαν τον σκύλο με την γάτα.
Χαμογελούσε ο δάσκαλος, πού τον έλεγαν και Στάλιν το παρατσούκλι του, κι’ όλο έριχνε φαρμάκι στα λόγια του, όταν μιλούσε.
Με πραότητα του απαντούσε ο μπάρμπα-Γιάννης, πού είχε περάσει τα εξήντα του, ενώ είχαν αρχίσει να ασπρίζουν και τα μαλλιά του δασκάλου Στάλιν η το επίσημο του Αργύρης Δρεπάνης.
Μια χειμωνιάτικη Κυριακή με λιακάδα ο μπαρμπα-Γιάννης καθόταν σε μιαν άκρη του καφενείου, όπου την χτύπαγε ο ήλιος και διάβαζε κάποιο βιβλίο, γιατί ήταν πολύ μελετηρός άνθρωπος κι’ όλο διάβαζε για την πίστη και την Εκκλησία.
Ήταν μάλιστα και επίτροπος στην Αγία Τριάδα και δεν έλειπε ποτέ από τον ναό τις Κυριακές και τις γιορτές. — Χαιρετώ τον εκλεκτόν επίτροπον Ιωάννην! είπε ειρωνικά ο δάσκαλος και κάθησε στην αντικρυνή καρέκλα του τραπεζιού. — Είμαι επίτροπος της Εκκλησίας, κύριε Αργύρη και όχι της κομμούνας.
Γι’ αυτό άσε τις ειρωνείες, πού σου στενεύουν το μυαλό. — Δεν το ήξερα, μπάρμπα-Γιάννη, ότι η ειρωνεία στενεύει το μυαλό και σ’ ευχαριστώ, πού μου τόπες.
Σήμερα όμως δεν σε ειρωνεύομαι.
Απόδειξη ότι θα σε κεράσω και ούζο. — Δεν θέλω ούζα και πιοτά.
Με βλάφτουν… —Τότε πάρε ο,τι θέλεις.
Είσαι φίλος μου και κοντοχωριανός μου.
Και το ξέρεις ότι σ’ εκτιμώ.
Ας διαφωνούμε στα μυαλά. —Δεν θέλω να σε πικράνω, κυρ-δάσκαλε, αλλά βρίσκεσαι σε πολύ λανθασμένο δρόμο.
Άλλαξε στράτα όσον είναι καιρός και δες την αλήθεια και στηρΐξου σ’ αυτήν.
Τούτος ο ψεύτης κόσμος τελειώνει γρήγορα.
Φεύγουμε ξαφνικά και τότε…. — Αυτά τα έχουμε ξαναπεί.
Δεν με αλλάζεις με τίποτα… Παρήγγειλαν δυο καφέδες κι’ ο μπάρμπα-Γιάννης έβαλε ένα άσπρο χαρτάκι στο βιβλίο για σημάδι κι’ ετοιμαζόταν να το κλείση. — Τί διαβάζεις, αν επιτρέπεται; — Εΐναι ένα πνευματικό βιβλίο για την Ορθόδοξη Πίστη… — Δηλαδή συναξάρι, πού λένε, συναξάρι.
Και τι γράφει; —Εξηγεί πολλά, κύριε κομμουνιστή.
Άκουσε την τελευταία φράση, πού διάβαζα πριν έρθης.
Είναι μια φράση από το Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον κι’ αν έχης μέσα σου μυαλό σκέψου την βαθειά, όσο μπορείς.
Σου την διαβάζω: «Πάλιν αμήν λέγω υμίν ότι εάν δύο υμών συμφωνήσωσιν επί της γης περί παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται, γενήσεται αυτοίς παρά τον πατρός μου τον εν ουρανοίς» (Ματθ. 18, 19). Είναι από το κεφάλαιο δεκαοχτώ και ο στίχος δεκαεννιά. — Και θες, μπάρμπα-Γιάννη, εγώ ο ελεύθερος στοχαστής, ο μαρξιστής… — Σταμάτα, σταμάτα, τον έκοψε ο μπάρμπα-Γιάννης, βγάζοντας τα γυαλιά του.
Αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί.
Η ελεύθερος στοχαστής η μαρξιστής.
Βέβαια και οι δυο είναι σκλάβοι της λογικής τους, αλλά ο μαρξιστής δυο φορές δεμένος κι’ ανίκανος να κάνη ένα βήμα παρά πέρα.
Κατάλαβες, κύριε Δρεπάνη; — Εγώ αυτά δεν τα δέχομαι, και λέγε ο,τι θέλεις… — Μη γίνεσαι άπιστος, δάσκαλε, και χάσης την ψυχή σου από πείσμα! — Εγώ ασπάζομαι μονάχα όσα στέκουν λογικά! — Αυτά, πού σου λέγω, κυρ-Αργύρη, είναι πιο πάνω από την λογική.
Είναι λόγια του Θεού, μαρτυρημένα μέσα στο Ευαγγέλιο! — Είσαι απόλυτος, μπάρμπα-Γιάννη. — Στην πίστη όλα είναι απόλυτα.
Η λογική είναι σχετική και πολλές φορές άσχετη στα μεγάλα θέματα, πού δεν τα χωρά μέσα της και τα πετά.
Καλή ώρα σαν και σένα, πού αρνιέσαι την πίστη και το μέγα μυστήριό της! — Ξέρεις, μπάρμπα-Γιάννη, τι μου κάνει εντύπωσι σε σένα; — Για ν’ ακούσω. — Ότι είσαι τόσο σίγουρος για πράγματα, πού δεν μπορείς να τα απόδειξης και να τα έλέγξης.
Γιατί; — Γιατί οποίος πιστεύει έχει ανοιχτά μάτια.
Ο άπιστος περπατά με κλειστά τα μάτια του και γι’ αυτό σκουντουφλά και πέφτει.
Και για την απόδειξη, που λες, θέλεις να βάλουμε στοίχημα γι’ αυτό, πού σου διάβασα από το βιβλίο; — Χα, χα! Τί στοίχημα; είπε απορημένος ο δάσκαλος. — Γι’ αυτά, πού πιστεύω εγώ και δεν πιστεύεις εσύ! — Και πώς θα γίνη αυτό; — Θα συμφωνήσουμε τώρα οι δυο μας, όπως λέγει το Ευαγγέλιον, ότι οποίος πεθάνη πρώτος, να του επιτρέψη ο Κύριος να ειδοποίηση τον άλλον την ίδια μέρα ότι πέθανε, όπου κι’ αν βρίσκεται ο άλλος.
Συμφωνείς; — Τί έχω να χάσω; Συμφωνώ. — Τί θα χάσης; Την απιστία σου θα χάσης, άθλιε.
Κι’ αυτό θα είναι η καλύτερη επιβεβαίωση της αληθινής πίστης του Χριστού. — Αν και η λογική μου δεν το δέχεται, συμφωνώ να γίνη όπως λες… Ξαφνικά σταμάτησαν κι’ έμειναν σιωπηλοί με τις σκέψεις του ο καθένας.
Δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτό.
Χώρισαν φιλικά κι’ ο δάσκαλος πήρε μετάθεση για ένα χωριό σε γειτονικό νομό της Πελοποννήσου.
Πέρασαν αρκετοί μήνες και ο κυρ-Αργύρης είχε ξεχάσει και την συζήτηση και το στοίχημα και τον μελετηρό μπάρμπα-Γιάννη με την καλή καρδιά και την σωστή κουβέντα.
Φτάσανε οι γιορτές των Χριστουγέννων, έπεσε χιόνι στα βουνά και όταν ξανάρχισαν τα μαθήματα ο δάσκαλος ρίχτηκε πάλι στην δουλειά με τα μικρά παιδόπουλα, με τα γυαλιστερά ματάκια τα πανέξυπνα.
Το χαιρόταν αυτό και τα καμάρωνε, πού μέσα στην χωριάτικη φτώχειά τους, άναβαν οι ψυχές τους σαν μικρές λαμπάδες κι’ ήθελαν να μάθουν όλο και πιο πολλά.
Κι’ όλα ρωτούσαν κι’ όλο ανεβαίνανε στον δικό τους δρόμο τον ανηφορικό.
Μια νύχτα του Γενάρη ο δάσκαλος ξύπνησε ταραγμένος πολύ.
Ένα όνειρο παράξενο κι’ ολοζώνταντο τον έκανε να ξεπεταχτή απ’ το κρεββάτι του.
Άναψε το φως για να πιη λίγο νερό. — Κοίτα, μωρέ κάτι μυστήρια, πού βλέπει κανείς στον ύπνο του, μουρμούρησε κι’ ανακάθησε λίγο να ξανασκεφτή το όνειρό του.
Μέσα στον βαθύ ύπνο είδε τον μπάρμπα-Γιάννη τον φίλο και κοντοχωριανό του, να ανεβαίνη την σκάλα του σπιτιού του και να χτυπά την πόρτα δυνατά δυό-τρεϊς φορές. — Κυρ-δάσκαλε, κυρ-δάσκαλε, άνοιξέ μου! — Ποιος είναι τέτοια ώρα; ρώτησε στον ύπνο του. — Άνοιξε, κυρ-δάσκαλε, εγώ είμαι ο μπάρμπα-Γιάννης απ’ το Μακρολίβαδο και ήρθα να σου πω ότι πέθανα.
Τ’ ακούς; Στο ξαναλέω: σήμερα πέθανα και ήρθα να στο πω, κατά την συμφωνία μας! Στο ξαναλέω άλλη μια φορά για να μη το ξεχάσης: σήμερα το πρωΐ πέθανα, πέθανα, πέθανα! Είμαι ο φίλος σου ο μπάρμπα-Γιάννης από το Μακρολίβαδο και τώρα φεύγω! Ο δάσκαλος θυμήθηκε το στοίχημα.
Κρύος ιδρώς τον έλουσε και η λογική του κατρακύλησε κι’ έλιωσε σαν χιόνι πάνω σ’ αναμμένο καμίνι.
Σάστισε και δεν ήξερε τι να πη και τι να σκεφτή.
Έγραψε βιαστικά δυο λόγια πάνω στο μπλοκάκι, πού βρισκόταν στο κομοδίνο του. — «Να τηλεφωνήσω για τον μπάρμπα-Γιάννη… » Το άλλο απόγευμα, όταν τέλειωσε το μάθημα στο σχολειό, πήγε και τηλεφώνησε στον ξάδερφό του τον Ζήση στο Μακρολίβαδο, πού ήταν και πρόεδρος της Κοινότητας. — Πώς ήταν αυτό και μας θυμήθηκες, βρε ξάδερφε; —….Θέλω να μάθω για τον μπάρμπα-Γιάννη… — Αυτός, πάει σχόλασε… — Δηλαδή, τι σχόλασε; — Πέθανε χτες το πρωί.
Γιατί ρωτάς; — Τίποτα, τίποτα… Έτσι.
Ήταν φίλος μου… — Και πως το έμαθες πως πέθανε; Σου τόπε κανείς; — Άσε, αυτήν την ώρα.
Είναι μεγάλη ιστορία.
Θα στην πω, σαν έρθω στο χωριό… Είπαν ακόμα μερικά, τα συνηθισμένα, κι’ όταν έκλεισε το τηλέφωνο λίγο έλειψε να σωριαστή στο πάτωμα.
Τον έπιασε τρόμος ψυχής, σαν να παράλυσε.
Ένοιωθε τέτοιαν έκπληξι, ένα τέτοιο ξάφνιασμα, πού ανατράπηκαν όλα μέσα του και γύρω του… — Ώστε είναι αλήθεια… Ο μπάρμπα-Γιάννης λοιπόν είχε δίκιο και είναι σωστά όσα έλεγε και πίστευε…, μονολόγησε άθελά του.
Του ήρθε αμέσως η διάθεση να βρίση τον εαυτό του, να τον ελεεινολογήση, να τον μουτζώση εκατό φορές και τις ιδέες του τις ψεύτικες και την ειρωνική λογική του και τον μαρξισμό του, πού τον θεωρούσε αλάθητον… — Αχ, μπάρμπα-Γιάννη μου! Να αγιάση το κόκκαλό σου! Είχες δίκιο! Κι’ εγώ σε κορόϊδευα, σκέφτηκε με πολλή πίκρα.
Το κέρδισες το στοίχημα…. Έβαλε κάτω το κεφάλι και τράβηξε για το σπίτι του.
Από την ημέρα εκείνη ο δάσκαλος άλλαξε απότομα.
Σαν να τον άγγιξε μια δύναμη αόρατη και μυστική και την μεταμόρφωσε από την κορφή ως τα νύχια.
Τα λόγια και τα έργα του, θύμιζαν τον μακαρίτη μπάρμπα-Γιάννη.
Σε όλα. — Θεός σχωρέστον τον καλόν άνθρωπο! Αυτός μου άνοιξε τα μάτια, με το παράξενο στοίχημά του, ομολογούσε στους φίλους του, πού αναρωτιόταν για την μεγάλη και απότομη αλλαγή στο φέρσιμό του.
Τώρα ο κυρ-Αργύρης ζη σαν συνταξιούχος και κάπου-κάπου πηγαίνει στον τάφο του μπάρμπα-Γιάννη και μένει σιωπηλός για ώρα πολλή, σαν να κουβεντιάζη μαζί του και του ζητά συγχώρεση.
Και από ευγνωμοσύνη στον αξέχαστο φίλο του, πήρε την θέση του στην εκκλησιά και έγινε επίτροπος στην Αγία Τριάδα. — Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστε αδελφέ!, μουρμουρίζει από μέσα του ο δάσκαλος, σε κάθε λειτουργία για τον μπάρμπα-Γιάννη και έχει αρχίσει να διαβάζη όλα τα εκκλησιαστικά βιβλία με δίψα αληθινή.
Τώρα πιά είναι σίγουρος και δεν ειρωνεύεται όσα ξεπερνούν την λογική του katixitikoinois.blogspot.de
***** Φώτης Κόντογλου “Πριν από πολλά χρόνια, στο ίδιο Μοναστήρι έμενε μαζί με μένα κι ένα πνευματικό μου παιδί, πολύ μικρότερός μου και ήταν καθηγητής Θεολόγος.
Καθημερινά μιλούσαμε για όλα τα θέματα που είχαν σχέση με τη θρησκεία… Μια μέρα ο καθηγητής έφερε προς συζήτηση το θέμα της υπάρξεως του Θεού.
Αφού το εξαντλήσαμε το θέμα αυτό…καταλήξαμε στο αβίαστο συμπέρασμα ότι υπάρχει Θεός.
Ο νεαρός τότε καθηγητής γυρίζει και μου λέει: – Όλα αυτά που μου είπες, πάτερ, είναι σωστά και οι δύο πιστεύουμε ότι υπάρχει Θεός.
Όμως, σε παρακαλώ πολύ να μου υποσχεθείς, όταν πεθάνεις, ότι θα έρθεις να μου πεις εάν υπάρχει Θεός. – Και πώς είσαι βέβαιος, του είπα, ότι θα πεθάνω εγώ πρώτος και όχι εσύ; Και ο νεαρός καθηγητής μου απάντησε: – Αυτό εξυπακούεται, αφού έχεις διπλάσια ηλικία από τη δική μου ηλικία.
Εγώ, όμως, με τη Χάρη που έχω από το Θεό, γνώριζα ότι εκείνος που θα πέθαινε πρώτος και μάλιστα πολύ σύντομα, δεν θα ήμουν εγώ αλλά ο νεαρός καθηγητής.
Του είπα ότι υπόσχομαι, όταν πεθάνω να έρθω να σου πω αν υπάρχει Θεός ή όχι, αλλά θέλω και από εσένα να μου υποσχεθείς το ίδιο. – Σου το υπόσχομαι, πάτερ, μου είπε και δώσαμε τα χέρια μας να τηρήσουμε την υπόσχεση αυτή”. . Και συνεχίζει την αφήγηση ο Άγιος Γέροντας Πορφύριος: ” Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, μετά από μία μακρά προσευχή που έκανα στο κελί μου, έσβησα το φως και προσπάθησα να με πάρει ο ύπνος.
Οπότε, μέσα στο σκοτάδι, ακούω μια βροντερή φωνή που συνοδεύετο από μια δυνατή βοή να λέει: – Έστι Θεός! Έστι Θεός! Έστι Θεός! τρεις φορές. (Υπάρχει Θεός). Γνώρισα τη φωνή.
Ήταν η φωνή του καθηγητού! Έντρομος σηκώθηκα και προσευχήθηκα για την ψυχή του, μέχρι το πρωί”. Ἅγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης proskynitis.blogspot.com hristospanagia.gr
***** Τη Λαμπροδευτέρα το βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πριν νά πλαγιάσω για νά κοιμηθώ, βγήκα στο μικρό περιβολάκι πού έχουμε πίσω από το σπίτι μας, και στάθηκα για λίγο, κοιτάζοντας το σκοτεινό ουρανό με τ’ άστρα.
Σαν νά τον έβλεπα πρώτη φορά.
Μου φάνηκε πολύ βαθύς, και Σαν νά ερχότανε από πάνω μία μακρινή ψαλμωδία. το στόμα μου είπε σιγανά: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών, και προσκυνείτε τω υποπόδιο των ποδών αυτού». ‘Ένας αγιασμένος γέροντας μου είχε πει μία φορά πώς κατά τούτες τις ώρες ανοίγουνε τά ουράνια.
Ό αγέρας μοσκοβολούσε από τά λουλούδια κι από τά άγιοχόρταρα, πού έχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ ουρανός και ή γη της δόξης του Κυρίου». Θα στεκόμουνα έχει πέρα μοναχός ως το ξημέρωμα.
Σαν νά μην είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό με Τη γη. Άλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα ατό σπίτι και ανησυχήσουνε πού έλειπα, και γι’ αυτό μπήκα μέσα και ξάπλωσα.
Δέ με είχε θολώσει καλά-καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη. ‘Ήτανε κατακίτρινος, Σαν πεθαμένος, μα τά μάτια του ήτανε Σαν ανοιχτά και μ’ έβλεπε τρομαγμένος. το πρόσωπό του ήτανε Σαν μάσκα, Σαν μούμια, με το πετσί του γυαλιστερά, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκέφαλο με όλα τά βαθουλώματα.
Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος. στο ‘να χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, πού δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τ’ άλλο έσφιγγε το στήθος του, λες και πονούσε.
Εκείνο το πλάσμα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. το κοίταζα, και με κοίταζε, δίχως νά μιλήσει, Σαν νά περίμενε νά το γνωρίσω. και στ’ αλήθεια, μ’ όλο πού ήτανε τόσο αλλόκοτο, σαν νά μου είπε μία φωνή: «ΕΙναι ο τάδε!». Μόλις άκουσα τη φωνή, τον γνώρισα ποιος ήτανε.
Τότε κι εκείνος άνοιξε το στόμα του κι αναστέναξε. μα ή φωνή του Σαν νά ερχότανε από πολύ μακριά, σα νά ‘βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι. ‘Έβλεπα πώς βρισκότανε σε μία μεγάλη αγωνιά, κι υπόφερα κι εγώ μαζί του.
Τά χέρια του, τά πόδια του, τά μάτια του, όλα φανερώνανε πώς βασανιζότανε.
Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του νά τον βοηθήσω, μα εκείνος μου’ κάνε νόημα με το χέρι του νά σταματήσω.
Άρχισε νά βογκά, με τέτοιον τρόπο, πού πάγωσα.
Έπειτα μου λέγει: «δεν ήρθα, με στείλανε. ‘Εγώ ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σε ζάλη μεγάλη.
Παρακάλεσε τον Θεό νά με λυπηθεί.
Θέλω νά πεθάνω, μα δέ μπορώ. «Αχ! ‘Όσα έλεγες βγήκανε αληθινά.
Θυμάσαι, λίγες μέρες πριν πεθάνω, πού ήρθες στο σπίτι μου και μιλούσες για θρησκευτικά; «Ήτανε και δύο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί Σαν κι εμένα. ‘Εκεί πού μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε.
Σαν έφυγες, μου είπανε: Κρίμα, νά ‘χει τέτοιο μυαλό, και νά πιστεύει στις ανοησίες πού πιστεύουνε οί γριές! μία άλλη μέρα, σου είχα πει όπως και πολλές άλλες Φορές: «Βρε Φ., μάζευε λεφτά, Θα πεθάνεις στην ψάθα.
Βλέπεις εγώ πόσα έχω, και πάλι θέλω κι άλλα». »Τότε μου είπες: «» Έχεις κάνει συμβόλαιο με τον χάρο πώς Θα ζήσεις τόσα χρόνια πού θέλεις, για νά καλοπεράσεις ατά γερατειά σου;». Σου λέγω εγώ: «Θα δεις πόσο χρόνο Θα πάγω! Τώρα είμαι εβδομηνταπέντε.
Θα περάσω τά εκατό. ‘Έχω εξασφαλίσει τά παιδιά μου, ο γιος μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ’ έναν πλούσιο από την ‘Αβησσυνία, εγώ κι ή γυναίκα μου έχουμε και παραέχουμε. Όχι Σαν κι εσένα, πού ακούς αυτά πού λεν οί παπάδες Χριστιανικά τά τέλη της ζωής ημών. Τι Θα βγάλεις από τά Χριστιανικά τά τέλη;. Παρά νά ‘χεις στην τσέπη σου, και μη σε μέλει. ‘Εγώ νά δώσω ελεημοσύνη; και γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; για νά τούς θρέφω εγώ; ‘Άμ βάζουνε εσάς και ταΐζεται τούς τεμπέληδες, για νά πάτε στο Παράδεισο! ‘Ακούς εκεί Παράδεισο; ‘Εγώ ξέρεις πώς είμαι γιος παπα, και τά γνωρίζω καλά αυτά τά κόλπα. μα νά τα πιστεύουνε αυτά οί μικρόμυαλοι.
Όχι όμως κι εσύ, πού έχεις τέτοια σπουδή, και νά πας χαμένος. ‘Εσύ, όπως πας, Θα πεθάνεις πριν από μένα, Θα πάρεις και στο λαιμό σου την οικογένειά σου. μα εγώ, σου λέγω και σου υπογράφω, Σαν γιατρός, που είμαι, πως θα ζήσω εκατό δέκα χρόνια ». Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δω κι από κει, σαν νά Ψηνότανε απάνω σε καμιά σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από το στόμα του: «»Αχ! Ούχ! Ού! Ού! Ού! Χού!» Ησύχασε για λίγο και ξαναείπε: «Αυτά έλεγα, μα σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι έχασα το στοίχημα! Τι ταραχή! Τι τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μία βούλιαζα και μία ανέβαινα απάνω, και φώναζα: «Έλεος! μα κανένας δεν μ’ άκουγε.
Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε Σαν νά ‘μου να κανένα ψόφιο ποντίκι.
Τι τράβηξα ως τά τώρα, και Τι τραβώ.
Τι αγωνία εΙναι αυτή! Όλα όσα έλεγες βγήκανε αληθινά. το κέρδισες το στοίχημα. ‘Εγώ, τότε πού βρισκόμουνα στο κόσμο πού ζεις, ήμουνα ο έξυπνος.
Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει να μιλώ και νά μ’ ακούνε, νά κοροϊδεύω Τη θρησκεία, νά συζητώ για χειροπιαστά πράγματα.
Τώρα όμως βλέπω πώς χειροπιαστά εΙναι εκείνα πού τά έλεγα παραμύθια και χαρτοφάναρα.
Χειροπιαστή εΙναι ή αγωνία πού βρίσκουμε. Αχ! Τούτος Θα εΙναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θα εΙναι ο βρυγμός των οδόντων!». Απάνω σ’ αυτά, χάθηκε από τά μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τά βογκητά του, πού και κείνα σβήσανε σιγά-σιγά. με πήρε λίγο ο ύπνος, μα σε μία στιγμή, κατάλαβα νά με σπρώχνει Ένα παγωμένο χέρι.
Άνοιξα τά μάτια μου, και τον βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη Τη φορά ήτανε ακόμα πιο φριχτός και πιο μικρόσωμος.
Είχε γίνει ίσαμε Ένα βυζανιάρικο παιδάκι, μ’ Ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, πού το κουνούσε από δω κι από κει Άνοιξε το στόμα του και μου είπε: «σε λίγη ώρα Θα ξημερώσει και Θα ‘ έρθουνε νά με πάρουνε εκείνοι πού με στείλανε!» του λέω: « Ποιοι σε στείλανε;». Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νά καταλάβω τίποτα.
Ύστερα μου λέγει: «’Εκεί πού βρίσκομαι εΙναι κι άλλοι πολλοί από κείνους πού σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πώς οι εξυπνάδες δεν περνούνε παραπέρα από το νεκροταφείο.
ΕΙναι και κάποιοι άλλοι πού τούς έκανες καλό, κι αυτοί σε κακολογούσανε.
Κι όσο τούς συχωρούσες, τόσο αυτοί γινότανε χειρότεροι.
Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί νά τον κάνει ή καλοσύνη νά χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τον κάνει νά νοιώθει τον εαυτό του νικημένο.
Τούτοι βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από μένα, και δέ μπορούνε νά βγούνε από τη σκοτεινή φυλακή τους για νά ‘ρθουνε νά σε βρούνε, όπως έκανα εγώ.
Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται με τη μάστιγα της αγάπης, όπως είπε ένας άγιος.
Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος απ’ ο, τι τον βλέπαμε! Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψή μας.
Τώρα καταλάβαμε πώς ή εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας Ψευτιά και απάτη. ‘Εσείς πού έχετε στην καρδιά σας το Χριστό, και πού για σας ο λόγος του ειναι αλήθεια, ή μονάχη αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, πού μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς και στους απίστους, αυτό το στοίχημα πού το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δε βρίσκω ησυχία. :Αληθινά, στο Άδη δεν υπάρχει πια μετάνοια.
Αλίμονο σ’ όσους πορεύονται όπως πορευθήκαμε εμείς, τον καιρό πού είμαστε απάνω στη γη. Η σάρκα μας είχε μεθύσει, και εμπαίξαμε εκείνους πού πιστεύανε στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή, κι ο πολύς κόσμος μας χειροκροτούσε.
Σας λέγαμε ανόητους, σας κάναμε περίπαιγμα, κι όσο εσείς δεχόσαστε με καλοσύνη τά πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε ή δική μας ή κακία.
Βλέπω και τώρα πόσο θλιβόσαστε από το φέρσιμο των κακών ανθρώπων, αλλά πώς δεχόσαστε με υπομονή τις φαρμακερές σαΐτες πού βγάζουνε από το στόμα τους, λέγοντάς σας υποκριτές, θεομπαίχτες και λαοπλάνους.
Αν βρισκότανε, οι δυστυχείς στη θέση πού βρίσκομαι τώρα, και βλέπανε από δω πού βλέπω, Θα τρομάζανε για ο,τι κάνουνε.
Θέλω νά φανερωθώ σ’ αυτούς και νά τούς πω ν’ αλλάξουνε δρόμο, μα δεν έχω την άδεια, όπως δεν την είχε κι εκείνος ο πλούσιας και για τούτο παρακαλούσε τον Πατριάρχη Αβραάμ νά στείλει το φτωχό το Λάζαρο. μα και εκείνον δεν τον έστειλε, και τούτο, για νά γίνουνε ίδια άξιοι της καταδίκης όσοι αμαρτάνουνε, κι άξιοι της σωτηρίας όσοι πορεύονται τη στράτα του Θεού. «Ο αδικών αδικησάτω έτι, και ο ρυπαρός ρυπαρευθέτω έτι, και ο δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω έτι, και ο άγιος άγιασθήτω έτι». Μ` αυτά τά λόγια, τον έχασα από μπροστά μου. Βιβλιογραφία. Τα Μυστικά Άνθη , εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1973. «Απίστευτα και όμως αληθινά» εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη. Θεσσαλονίκη Πηγή: amartolon-sotiria.blogspot.ca diakonima.gr
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους