[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Είμαστε στο έτος 1730. Σε μια τούρκικη συνοικία της Ρόδου κατοικούσε ο Μεϊμέτης, ένα χαριτωμένο και ζωηρό αγόρι. Ζούσε με τους γονείς του και τ´αδέλφια του. Συχνά έβγαινε στη γειτονιά κι έπαιζε με τ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Είμαστε στο έτος 1730. Σε μια τούρκικη συνοικία της Ρόδου κατοικούσε ο Μεϊμέτης, ένα χαριτωμένο και ζωηρό αγόρι.

Ζούσε με τους γονείς του και τ´αδέλφια του.

Συχνά έβγαινε στη γειτονιά κι έπαιζε με τ´άλλα Τουρκόπουλα της ηλικίας του τα τρελά τους παιχνίδια.

Κατά τις τακτές ώρες προσευχής μαζί με τους δικούς του ερχόταν στο τζαμί και προσκυνούσε τον Αλλάχ.

Όλα κυλούσαν ήσυχα ώσπου μάλωσε με ένα Τουρκόπουλο τον Μουχτάρ.

Η μητέρα του Μουχτάρ κόκκινη από θυμό του είπε: «Είσαι μουρτάρης» ένας, δηλαδή, άπιστος γκιαούρης.

Τα λόγια της πρόσβαλαν πολύ το φιλότιμο του μικρού παιδιού και με κλάματα έτρεξε και ρίχτηκε στην αγκαλιά της μητέρας του. «Γιατί με είπε μουρτάρη; Γιατί με είπε άπιστο», έλεγε και ξανάλεγε με αναφιλητά.

Και τότε το παιδί έμαθε το μεγάλο μυστικό.

Η μητέρα του ανάμεσα από πολλά δάκρυα, του αποκάλυψε τη φοβερή τραγωδία της οικογένειάς τους. «Αγόρι μου», του είπε κλαίγοντας, «είχε δίκιο η μητέρα του Μουχτάρ που σε είπε έτσι.

Εμείς είμαστε άπιστοι. Είμαστε Ρωμιοί και Χριστιανοί.

Θυμάσαι τότε που φύγαμε από το νησί μας, την όμορφη Νίσυρο;». Το παιδί άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και με τη φαντασία του προσπαθεί να θυμηθεί.

Καθώς το παιδί ξαναθυμάται τα περασμένα και καθώς ξυπνούν και αναδύονται στη σκέψη τα παιχνίδια, τα γλυκά στ´αρχοντικό, περίεργο … το όνομα Μεϊμέτης δεν το συναντά πουθενά. «Μάνα, πώς με λέγανε τότε που ήμουν Ρωμιός;», ρώτησε το παιδί. «Νικήτα σε έλεγαν αγόρι μου, γιατί είσαι βαφτισμένος Χριστιανός.

Τα βάσανα παιδί μου», συνέχισε η μάνα, «το μαρτύριο, οι φοβέρες και άλλα πολλά που εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις μας ανάγκασαν ν´αλλάξουμε τη πίστη μας.

Ο πατέρας σου ήταν άρχοντας στη Νίσυρο, τον τράβηξαν οι Τούρκοι στα δικαστήρια της Ρόδου.

Και για να μας γλιτώσει από το θάνατο προτίμησε να μας τουρκέψει». Έβαλε το πρόσωπό της στις παλάμες και ξέσπασε σε αναφιλητά.

Κοίταξε το γυιό της ίσα στα μάτια και σαν για εξιλέωση, πρόσθεσε: «Σου τα είπα όλα.

Θέλω να τα ξέρεις, γιατί δεν είσαι πια μικρό παιδί.

Από εκείνη τη στιγμή το 14χρονο αγόρι έπαψε να αισθάνεται άνετα.

Δεν ήταν μέσα του ούτε Μεϊμέτης, ούτε Νικήτας.

Όπως εξιστορεί ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:«εσυγχίσθη και ελυπήθη λύπην μεγάλην.

Γιατί να χάσει τη προγονική του πίστη και να ευρίσκεται εις Τούρκικην τη ξένη, υβριζόμενος και ονειδιζόμενος ως άπιστος;». Από τότε στο μυαλό του σφηνώθηκε η ιδέα πώς θα κατορθώσει να γυρίσει στην αληθινή πίστη του Χριστού.

Σιγά, σιγά, κατέστρωσε το σχέδιό του.

Έφυγε κρυφά κι με ένα καΐκι ήρθε στη Χίο.

Πήρε τον πρώτο δρόμο που βρήκε μπροστά του και μέσα του έλεγε με πίστη: «Ο σκοπός μου είναι ιερός, γί αυτό ο Θεός θα με βοηθήσει.

Και ο Θεός «ο ποιών το θέλημα των φοβουμένων αυτόν», τον οδήγησε στη Νέα Μονή Χίου. Ο Νικήτας κτύπησε δειλά τη πόρτα.

Σε λίγο, κάτω από τους βυζαντινούς θόλους με τα αυτοκρατορικά ψηφιδωτά ο ηγούμενος δεχόταν στη χούφτα της αγάπης του τα καυτά δάκρυα της καρδιάς του πονεμένου παιδιού.

Κατηχήθηκε και μυρώθηκε με το Άγιον Μύρον κι έμεινε εδώ να υπηρετεί το μοναστήρι.

Μέρα με τη Μέρα πρόκοβε στην αρετή, ώσπου έμαθε ότι οι εξομώσαντες πρέπει να κηρύξουν με παρρησία τη πίστη εκεί όπου την αρνήθηκαν και να χύσουν το αίμα τους για τον Χριστό.

Τότε κάτι ένιωσε να συγκλονίζει την ύπαρξή του.

Μία πρωτόγνωρη και δυνατή χαρά που τον έκανε με δάκρυα να φωνάξει: «Χριστέ μου Εσταυρωμένε, έμαθα τί πρέπει να κάνω.

Βοήθησέ με να μαρτυρήσω για την αγάπη Σου!». Πήρε την απόφαση και με την ευλογία του ηγουμένου έρχεται στη πόλη της Χίου με σκοπό να ομολογήσει τον Χριστό.

Τον συνέλαβε όμως αμέσως ο φοροεισπράκτορας, επειδή δεν είχε χρήματα να πληρώσει το χαράτσι.

Εκεί, όμως τον αναγνώρισε ένας ιερέας από τη Ρόδο και άθελά του τον αποκάλυψε στους Τούρκους.

Αμέσως μαζεύτηκαν γύρω του πολλοί Τούρκοι και άρχισαν να τον ανακρίνουν και όταν ανακάλυψαν την αλήθεια, τότε άρχισαν να τον υβρίζουν και να τον κτυπούν. «Με κάνατε Τούρκο», έλεγε ο νέος, «χωρίς τη θέλησή μού, Χριστιανός είμαι και Νικήτας ονομάζομαι». Τα βασανιστήρια της φυλακής ήταν η απάντηση. «Για τον Χριστό μου είμαι έτοιμος να υποστώ τα πάντα», απαντά με αγαλλίαση ο Μάρτυς.

Και τα υπέμενε με τέτοια καρτερία που κατέπληξε κι αυτούς ακόμα τους Τούρκους βασανιστές του.

Ο γενναίος εν Μαρτύσι Νικήτας ο μεγαλόψυχος και χαριτωμένος, όχι μόνο δεν φοβήθηκε το θάνατο, αλλά και τον πεθυμούσε κι έλεγε στους Αγαρινούς: «Γιατί αργοπορείτε, θανατώστε με να πάω γρηγορότερα στην αιώνια ζωή». Τότε ο Κριμλής όρμησε με μεγάλη μανία και του έκοψε το κεφάλι.

Ήταν 21 Ιουνίου του 1732. Ο Νεομάρτυρας Νικήτας ήταν μόλις 16 ετών. Οι Τούρκοι, για να μη πάρουν οι Χριστιανοί κάτι από το Ιερό του λείψανο, αφού το άλειψαν με ακαθαρσίες το πέταξαν στη θάλασσα.

Σήμερα στη γενέτειρα του Αγίου, το Μανδράκι της Νισύρου, υψώνεται βυζαντινός ναός, πού τιμάται στη μνήμη του Αγίου Νικήτα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences