Χρήστος Χωμενίδης Το σημερινό μου, στα «Νέα». ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΝΟΣ Άκουσα προ ημερών μια ιστορία γυναικοκτονίας από τα μέσα. Από κάποιον που γνώριζε προσωπικά, ως γείτονας, και τον φονιά και το...
Χρήστος Χωμενίδης Το σημερινό μου, στα «Νέα». ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΝΟΣ Άκουσα προ ημερών μια ιστορία γυναικοκτονίας από τα μέσα.
Από κάποιον που γνώριζε προσωπικά, ως γείτονας, και τον φονιά και το θύμα. «Δυό δυστυχισμένοι άνθρωποι ήταν, χρόνια τώρα.
Τον είχε η δόλια παντρευτεί στα πρώτα νιάτα της για να ξεφύγει από το λούμπεν περιβάλλον των γονιών της.
Κι έπεσε σε ακόμα χειρότερο…» «Ήταν ο άντρας της βίαιος; Την ταπείνωνε, την έδερνε;» «Το ακριβώς αντίθετο! Απόλυτα υποταγμένος έμοιαζε.
Όλα της τα καπρίτσια τα ικανοποιούσε - όσο βεβαίως άντεχε το πορτοφόλι του.
Δυό μέρες πριν από το έγκλημα, είχαν βγει βόλτα στην προκυμαία. “Αχ, δεν μου αρέσουν τα παπούτσια που φοράω!” του κάνει ξάφνου.
Έσπευσε εκείνος αυθωρεί στο σπίτι -δυό χιλιόμετρα πήγαινε, δυό χιλιόμετρα έλα- για να της φέρει άλλο ζευγάρι.» «Έπαιζε, θες να πεις, μαζί του;» «Μαύρο παιχνίδι.
Ασφυκτιούσε η κοπέλα, σπαρταρούσε.
Τι ήλπιζε κατά βάθος; Να τον κάνει να μπουχτίσει, να μην την αντέχει άλλο.
Όχι βεβαίως για να τη σκοτώσει.
Για να τη χωρίσει…» «Γιατί δεν τον χώριζε εκείνη;» «Εύκολο να το λες.
Είχε λεφτά; Είχε δουλειά; Παιδάκια μόνο είχε κι έτρεμε πώς θα μεγαλώσουν αν εκδιδόταν ένα διαζύγιο με δική της υπαιτιότητα.
Την είχαν κάποτε προσλάβει πωλήτρια σε κατάστημα.
Την έστηνε εκείνος με τις ώρες έξω απ’τη βιτρίνα και την κατασκόπευε, μην τυχόν και της κάνει τα γλυκά μάτια κανένας πελάτης.
Ο μαγαζάτορας, όπως καταλαβαίνεις, δυσανασχετούσε.
Με τα πολλά, για να τον ξεφορτωθεί, την απέλυσε.
Ο τύπος ζούσε με τον εφιάλτη ότι θα τον εγκατέλειπε.
Όπως είχε παρατήσει η μάνα του τον πατέρα του.
Και μόλις το είδε να’ρχεται -είχε η κοπέλα μισανοίξει κάποια πόρτα διαφυγής-, μόλις κατάλαβε πως θα επέστρεφε ταπεινωμένος στην παλιά του μοναξιά -δεν είχε πάει, λένε, ποτέ με άλλη γυναίκα- την έσφαξε!» Γυναικοκτόνοι άρα καταντούν μονάχα οι στερημένοι, οι ανέραστοι, οι βουτηγμένοι στη μιζέρια; Η ζωή το διαψεύδει.
Κάποτε, πολλές δεκαετίες πριν, ένας μεγιστάνας συνελήφθη για φόνο «εξ’ αμελείας» της συζύγου του.
Η κατηγορία απεσύρθη άρον-άρον, χάρη και στην καλή διάθεση του ιατροδικαστή.
Ίσως να επρόκειτο όντως για ατύχημα.
Έλα που και η επόμενη γυναίκα του κροίσου πέθανε με τον ίδιο τρόπο; Γιατί σκοτώνω; Διότι πιστεύω ανομολόγητα πως έχω εξουσία πάνω στην άλλη.
Να την εκμεταλλεύομαι, να την ελέγχω, να την κρατώ -έστω και δια της βίας, έστω και νεκρή- κοντά μου.
Ότι το ταίρι μου, η «αγάπη μου», είναι προέκταση μου. «Ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω» - πόσο επικίνδυνη φράση - η Εκκλησία θα έπρεπε να την κόψει από τη γαμήλια ακολουθία.
Μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από την ολέθρια πλάνη της ιδιοκτησίας των «δικών του»; Ο Μενέλαος, όπως τον έπλασα στο μυθιστόρημά του «Ο Βασιλιάς της», το πιστεύει ολόθερμα.
Ακούστε τον! «… Αν πέθαινε η Ελένη, θα θαβόταν η καρδιά μου.
Όταν την είδα απ’την ταράτσα του ανακτόρου να σαλπάρει με τον Πάρη, φρέσκος αέρας, δροσερός, φύσηξε εντός μου. “Σού άρπαξε τη γυναίκα το κωλόπαιδο!” εξανίστασθε. Καγχάζω.
Μού ανήκε η Ελένη; Από πού κι ως πού; Δεν μάς ανήκει τίποτα – το παρελθόν; Το μέλλον; Ό,τι μπορούμε να αγκαλιάσουμε ή να κουβαλήσουμε στην πλάτη μας ; Όχι! Τίποτα, τίποτα! Τη στιγμή μόνο έχουμε.
Και από αγωνία μη μάς φύγει, την πνίγουμε μες στην παλάμη μας.
Εγώ δεν την έπνιξα τη στιγμή.
Την άφησα να φτερουγίσει.
Μακριά μου.
Ως βασιλιάς τής Ελένης σάς συστήθηκα.
Πράγματι εκείνη ήταν το βασίλειό μου.
Κι από το να το δω να καταντάει συντρίμια και αποκαϊδια, διάλεξα να το παραδώσω στον επόμενο.
Ένδοξος, το πιστεύω ακράδαντα, δεν είναι αυτός που κατακτά.
Αλλά εκείνος που απελευθερώνει.» Αυτά είπε ο Μενέλαος, γέρος πιά, στους Σπαρτιάτες.
Πώς χάθηκε η κληρονομιά του μέσα στους αιώνες; «Ουδενός εχόμενος, ουδένα έχων» - αυτή τη φράση θα έπρεπε να διδάσκουμε στα παιδιά μας. Κανείς δεν είναι κανενός.-
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους