[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Από το Γεφύρι του Δρίνου στο Γεφύρι της Άρτας Θυσία, ηθικός πανικός και η εγκληματολογία των αφηγήσεων νομίζω ότι απόψε βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και υψηλού επιπέδου βραδιά. Έχουμε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Από το Γεφύρι του Δρίνου στο Γεφύρι της Άρτας Θυσία, ηθικός πανικός και η εγκληματολογία των αφηγήσεων νομίζω ότι απόψε βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και υψηλού επιπέδου βραδιά.

Έχουμε ένα βιβλίο που μας ταξιδεύει από τον Ίβο Άντριτς μέχρι το Γεφύρι της Άρτας, έχουμε την τιμή να βρισκόμαστε στη Δημοτική Πινακοθήκη «Γιάννης Μόραλης», θα ακούσουμε τον Μανώλη Καλομοίρη, έχουμε εκπροσώπους των γραμμάτων, της μουσικής, της ιστορίας και της παιδείας.

Και μέσα σε όλη αυτή τη σοβαρότητα, κάπου ανάμεσα στον ιστορικό χρόνο, τη λογοτεχνία και τη μουσική, βρέθηκα και εγώ.

Και ομολογώ ότι όλη αυτή η εικόνα μού θυμίζει λίγο ένα ανέκδοτο.

Ήταν, λοιπόν, κάποτε σε μια πινακοθήκη ένας ερευνητής, ένας φιλόλογος, και ένας Πόντιος και άρχισαν να μιλάνε για το περιεχόμενο του βιβλίου.

Ο φιλόλογος είπε: «Εδώ έχουμε ένα εξαιρετικό παράδειγμα βαλκανικής λογοτεχνίας, ιστορίας και συλλογικής μνήμης». Ο ερευνητής απάντησε: «Όλα αυτά είναι πολύ ωραία, αλλά ας είμαστε προσεκτικοί.

Άλλο ο μύθος και άλλο τα ευρήματα». Και τότε ο Πόντιος, πρόσεξε ότι εδώ υπάρχει ένα ανθρώπινο πτώμα, ένα έγκλημα και αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό…: «Λέμε για όλα τα άλλα και δεν βλέπετε το πτώμα; Τι θα το κάνουμε το πτώμα;». Και κάπως έτσι κατάλαβα ότι ο ρόλος μου απόψε είναι μάλλον ο ρόλος του εγκληματολόγου της παρέας.

Γιατί η Κατερίνα Σχισμένου, με το βιβλίο της, μας έφερε από το Γεφύρι του Δρίνου του Ίβο Άντριτς μέχρι το Γεφύρι της Άρτας.

Και εγώ, αποφάσισα να ακολουθήσω μια λίγο πιο παράξενη διαδρομή.

Μια διαδρομή που περνά από τη λαογραφία στην ανθρωπολογία, από την ανθρωπολογία στην εγκληματολογία, από τα Βαλκάνια στην Ασία, από την Ινδονησία και το Βόρνεο στην Ουγκάντα και τη Γκάνα, και από τους μύθους των παραλογών μέχρι τη σύγχρονη ποινική νομοθεσία.

Κυρίες και κύριοι, υπάρχουν ορισμένα έργα που δεν κατασκευάζονται μόνο με πέτρα.

Υπάρχουν έργα που χτίζονται και με μνήμη.

Και ίσως κανένα άλλο ανθρώπινο δημιούργημα δεν συμπυκνώνει καλύτερα αυτή τη συνάντηση της ύλης με την αφήγηση όσο ένα γεφύρι.

Γι' αυτό και ο τίτλος της αποψινής εκδήλωσης δεν αποτελεί απλώς μια λογοτεχνική αναφορά. «Από το Γεφύρι του Δρίνου του Ίβο Άντριτς στο Γεφύρι της Άρτας» σημαίνει, στην πραγματικότητα, μια διαδρομή μέσα στον χρόνο, στις μνήμες των λαών, στις παραδόσεις, στους φόβους και, τελικά, στις ίδιες τις ανθρώπινες ανάγκες.

Όταν ο Ίβο Άντριτς έγραφε το αριστουργηματικό «Γεφύρι του Δρίνου», δεν έγραφε για μια γέφυρα.

Έγραφε για τον χρόνο.

Για τις αυτοκρατορίες που ανεβαίνουν και πέφτουν.

Για τις θρησκείες που συγκρούονται.

Για τις ζωές που περνούν και χάνονται.

Και στη μέση όλων αυτών, σχεδόν ατάραχο, στέκει το γεφύρι, σαν ένας σιωπηλός μάρτυρας της ανθρώπινης περιπέτειας.

Το γεφύρι του Δρίνου δεν είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου.

Είναι η μνήμη του.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και εδώ, στην Άρτα.

Και αυτό ίσως είναι το πρώτο παράδοξο.

Κανείς δεν θυμάται τον πρωτομάστορα.

Κανείς δεν τραγούδησε τη στατική του επάρκεια.

Κανείς δεν εξύμνησε την τεχνική του.

Η συλλογική μνήμη επέλεξε να διατηρήσει κάτι άλλο.

Τη θυσία.

Η γυναίκα του πρωτομάστορα αποδείχθηκε ισχυρότερη από τον ίδιο τον δημιουργό.

Και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Οι κοινωνίες δεν θυμούνται πάντοτε εκείνα που συνέβησαν.

Θυμούνται εκείνα που έχουν ανάγκη να θυμούνται.

Η παραλογή του Γιοφυριού της Άρτας δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα.

Ο μεγάλος λαογράφος Alan Dundes, στο έργο του The Walled-Up Wife, (η κτισμένη γυναίκα) έδειξε ότι το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται στη Σερβία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία, στην Αλβανία και σε ολόκληρο τον βαλκανικό χώρο.

Ο θρύλος του Μανόλε στη Ρουμανία παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με το ελληνικό δημοτικό τραγούδι.

Σαν όλοι οι λαοί της Βαλκανικής να αποφάσισαν να αφηγηθούν την ίδια ιστορία χρησιμοποιώντας διαφορετικές γλώσσες.

Και εδώ αρχίζει μια δεύτερη ιστορία, εξίσου ενδιαφέρουσα.

Για περισσότερο από έναν αιώνα, κάθε βαλκανικό έθνος προσπάθησε να οικειοποιηθεί αυτόν τον μύθο. Οι Έλληνες λόγιοι αναζητούσαν την ελληνική πρωτοκαθεδρία. Οι Ρουμάνοι μελετητές υποστήριζαν ότι ο Μανόλε ήταν η αρχαιότερη μορφή του θρύλου. Οι Σέρβοι και οι Αλβανοί διεκδικούσαν τις δικές τους παραλλαγές.

Το ερώτημα δεν ήταν πλέον γιατί εμφανίζεται η θυσία, αλλά ποιος λαός είχε το δικαίωμα να την αποκαλεί δική του.

Ήταν η εποχή κατά την οποία τα έθνη δεν αναζητούσαν μόνο σύνορα αλλά και παρελθόν.

Και το παρελθόν, όπως συμβαίνει συχνά, μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού.

Εκεί όπου οι λαοί μοιράζονταν έναν κοινό φόβο, οι εθνικές σχολές έβλεπαν αποδείξεις μοναδικότητας.

Εκεί όπου υπήρχε κοινή βαλκανική κληρονομιά, αναζητούσαν αποκλειστικότητες.

Η σύγχρονη έρευνα, όμως, ανέτρεψε αυτή την εικόνα. Ο Dorian Jurić έδειξε ότι οι παλαιότερες θεωρίες είχαν παραμορφωθεί από εθνικιστικές αναγνώσεις και από την αγωνία κάθε λαού να αποδείξει ότι η δική του παράδοση ήταν η αυθεντική.

Όσο όμως προχωρούσε η συγκριτική έρευνα, τόσο γινόταν φανερό ότι οι μύθοι δεν έχουν διαβατήρια.

Τα τραγούδια περνούν τα σύνορα ευκολότερα από τους στρατούς.

Οι φόβοι μας είναι πολύ πιο κοινοί από τις σημαίες μας.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα των Βαλκανίων: εκεί που οι πολιτικοί έβλεπαν σύνορα, οι παραλογές έχτιζαν γέφυρες.

Αλλά η ιστορία γίνεται ακόμη πιο παράξενη.

Γιατί το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται πολύ μακριά από τα Βαλκάνια. Ο James Frazer, στη μνημειώδη «Χρυσή Βίβλο», συγκέντρωσε δεκάδες παραδόσεις από την Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Οι ανθρωπολόγοι Robert Wessing και Roy Jordaan χρησιμοποίησαν τον όρο construction sacrifice ή foundation sacrifice για να περιγράψουν την πεποίθηση ότι τα μεγάλα έργα χρειάζονται μια ζωή, μια ψυχή, μια θυσία, για να αποκτήσουν δύναμη και διάρκεια.

Από την πρώτη στιγμή, όμως, η επιστήμη αντιμετώπισε ένα δύσκολο ερώτημα.

Συνέβησαν πραγματικά όλα αυτά ή πρόκειται για συμβολικές αφηγήσεις; Οι αρχαιολόγοι σήμερα είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί από ό,τι ήταν πριν από έναν αιώνα. Ο Glenn Schwartz υπενθυμίζει ότι η παρουσία ανθρώπινων καταλοίπων στα θεμέλια ενός κτίσματος δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ανθρωποθυσίας.

Μπορεί να πρόκειται για ταφή, για τελετουργική εναπόθεση ή ακόμη και για μεταγενέστερη χρήση του χώρου.

Εκεί όπου οι μελετητές του 19ου αιώνα έβλεπαν βεβαιότητες, η σύγχρονη επιστήμη βλέπει ερωτήματα.

Και ίσως αυτό να αποτελεί τη μεγαλύτερη αρετή της επιστήμης: η αμφιβολία.

Όμως για την εγκληματολογία το πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν υπήρξαν πράγματι ανθρωποθυσίες.

Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι γιατί οι άνθρωποι πίστεψαν ότι υπήρξαν.

Γιατί διαφορετικοί πολιτισμοί, απομακρυσμένοι μεταξύ τους, παράγουν την ίδια σχεδόν ιστορία; Γιατί οι άνθρωποι συνδέουν την πρόοδο με το αίμα και τη δημιουργία με το τίμημα; Εδώ ακριβώς εισέρχεται η θεωρία του ηθικού πανικού του Stanley Cohen. Ο Cohen μας δίδαξε ότι οι κοινωνίες δεν παράγουν μόνο νόμους.

Παράγουν και φόβους.

Δημιουργούν αφηγήσεις, οι οποίες πολλές φορές αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ από τα ίδια τα γεγονότα.

Η φήμη μετατρέπεται σε βεβαιότητα και η βεβαιότητα σε κοινωνική αλήθεια.

Αυτό ακριβώς συνέβη στη Νοτιοανατολική Ασία. Στο Βόρνεο, στην Ινδονησία και στην περιοχή της Φλόρες, ακόμη και κατά τον εικοστό αιώνα, κυκλοφορούσαν φήμες ότι για να κατασκευαστούν γέφυρες και δρόμοι χρειάζονταν ανθρώπινα κεφάλια.

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι παιδιά απάγονταν για να εντοιχιστούν στα θεμέλια μεγάλων έργων.

Οι μελέτες των Richard Allen Drake και Stefan Danerek έδειξαν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχαν αποδείξεις.

Υπήρχε όμως κάτι ισχυρότερο από τις αποδείξεις: ο φόβος.

Και ο φόβος, όταν γίνεται συλλογικός, αποκτά δική του πραγματικότητα.

Οι φήμες αυτές δεν ήταν απλώς ιστορίες τρόμου.

Ήταν εκφράσεις δυσπιστίας απέναντι στο κράτος, απέναντι στους εργολάβους, απέναντι στον εκσυγχρονισμό.

Οι κοινωνίες προτιμούσαν μια τρομακτική εξήγηση από την απουσία εξήγησης.

Γιατί το χάος είναι δυσβάσταχτο.

Και ο άνθρωπος, από τη φύση του, προτιμά ένα σκοτεινό νόημα από την έλλειψη νοήματος.

Και σαν να παίζει η Ιστορία με τις βεβαιότητές μας, η Αφρική έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι ορισμένες φορές ο μύθος επιστρέφει στην πραγματικότητα. Στην Ουγκάντα, στη Γκάνα και σε άλλες αφρικανικές χώρες, η σύγχρονη εγκληματολογική έρευνα καταγράφει πραγματικά περιστατικά τελετουργικών ανθρωποκτονιών. Ο Emmanuel Sarpong Owusu και άλλοι μελετητές περιγράφουν εγκλήματα που συνδέονται με πεποιθήσεις περί πλούτου, δύναμης και υπερφυσικής προστασίας.

Παιδιά και ευάλωτα πρόσωπα μετατρέπονται σε θύματα μιας σκοτεινής οικονομίας πίστης και φόβου.

Το φαινόμενο υπήρξε τόσο σοβαρό ώστε η Ουγκάντα προχώρησε στη θέσπιση ειδικών νομοθετικών ρυθμίσεων.

Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία, η έννοια της ανθρωποθυσίας πέρασε από τη λαογραφία και την ανθρωπολογία στην ποινική πολιτική και στη νομοθεσία.

Σαν να βγήκε ξαφνικά το παραμύθι από τα βιβλία και να εμφανίστηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Και ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη σύνδεση ανάμεσα στον Ίβο Άντριτς και στον ανώνυμο ποιητή του Γιοφυριού της Άρτας.

Γιατί ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ενδιαφέρονται πραγματικά για τις πέτρες.

Τους ενδιαφέρει ο άνθρωπος.

Τους ενδιαφέρει η αγωνία του να νικήσει τον χρόνο.

Η ανάγκη του να δώσει νόημα στο χάος.

Η ανάγκη του να εξηγήσει το ανεξήγητο.

Ίσως, τελικά, τα γεφύρια να μην ενώνουν μόνο δύο όχθες.

Ίσως να ενώνουν εποχές, φόβους, πολιτισμούς και μνήμες.

Ίσως να ενώνουν τον μύθο με την Ιστορία.

Και ίσως το πιο ανθεκτικό γεφύρι που κατασκεύασε ποτέ η ανθρωπότητα να μην είναι εκείνο του Δρίνου ούτε εκείνο της Άρτας.

Ίσως να είναι η αόρατη γέφυρα που ενώνει τον φόβο με την αφήγηση, την αφήγηση με τη μνήμη και τη μνήμη με την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση. Και αυτό, τελικά, είναι που ονομάζουμε πολιτισμό. Σας ευχαριστώ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences