ΔΥΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ Στο βιβλίο του «Ο Δήμιος του Έρωτα», ο Irvin Yalom περιγράφει με μοναδική ευαισθησία μια αλήθεια που συναντά ξανά και ξανά μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο. Πολλές φορές ο...
ΔΥΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ Στο βιβλίο του «Ο Δήμιος του Έρωτα», ο Irvin Yalom περιγράφει με μοναδική ευαισθησία μια αλήθεια που συναντά ξανά και ξανά μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο.
Πολλές φορές ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται μόνο έναν άλλο άνθρωπο.
Ερωτεύεται την ελπίδα ότι, μέσα από αυτή τη σχέση, θα θεραπεύσει μια πολύ παλιά πληγή.
Σαν να πιστεύει, χωρίς να το γνωρίζει, ότι αυτή τη φορά η ιστορία θα έχει διαφορετική κατάληξη.
Ότι αυτή τη φορά θα αγαπηθεί όπως δεν αγαπήθηκε τότε.
Ότι αυτή τη φορά δεν θα εγκαταλειφθεί.
Νομίζω όμως πως μπορούμε να προχωρήσουμε τη σκέψη αυτή ένα βήμα παραπέρα.
Ίσως δεν αναζητούμε μόνο κάποιον που θα θεραπεύσει τις πληγές μας.
Αναζητούμε και κάποιον του οποίου οι πληγές μπορούν να συνομιλήσουν με τις δικές μας.
Αναζητούμε κάποιον του οποίου η ιστορία ενεργοποιεί τη δική μας ιστορία.
Αναζητούμε κάποιον του οποίου οι πληγές αφυπνίζουν τις δικές μας – όχι επειδή αυτό μας κάνει ευτυχισμένους, αλλά επειδή αυτό μας είναι οικείο.
Γιατί, νομίζω πως η αλήθεια είναι ότι, στον έρωτα δεν συναντιούνται μόνο δύο άνθρωποι.
Συναντιούνται και οι ιστορίες τους.
Και πολλές φορές, πριν ακόμη γνωριστούν οι άνθρωποι, έχουν ήδη αναγνωριστεί τα τραύματά τους.
Θέλω να πω δεν ερωτευόμαστε μονάχα με την καρδιά, ούτε με το μόνο σώμα, ούτε μόνο με το μυαλό.
Ερωτευόμαστε και με τη μη συνειδητή μας μνήμη.
Μ' εκείνη τη βαθιά, σωματική μνήμη που κουβαλά μέσα της τις πρώτες μας σχέσεις.
Ερωτευόμαστε και με βάση τον τρόπο που αγαπηθήκαμε, τον τρόπο που μας εγκατέλειψαν, τον τρόπο που μας παραμέλεισαν, τον τρόπο που μας κοίταξαν ή δεν μας κοίταξαν ποτέ.
Πολλές φορές οι άνθρωποι λένε: «Δεν ξέρω γιατί, αλλά από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι τον ήξερα.» Και είναι ίσως ότι δεν αναγνώρισαν τον άνθρωπο, αλλά αναγνώρισαν το "γνωστό", οικείο, συναίσθημα.
Ή καλύτερα αναγνώρισαν την γνωστή μνήμη του συναισθήματος εκείνου.
Για παράδειγμα, ο άνθρωπος που μεγάλωσε φοβούμενος την εγκατάλειψη συγκινείται συχνά από κάποιον που μοιάζει απρόσιτος.
Εκείνος που στερήθηκε την επιβεβαίωση γοητεύεται από κάποιον που στην αρχή τον θαυμάζει αδιάκοπα.
Εκείνος που μεγάλωσε προσπαθώντας να κερδίσει την αγάπη, συχνά ερωτεύεται ανθρώπους που η αγάπη τους πρέπει να κατακτηθεί.
Εκείνος που έμαθε από μικρός ότι η αγάπη συνοδεύεται από δράμα, ένταση ή απρόβλεπτες εναλλαγές, δυσκολεύεται πολλές φορές να αναγνωρίσει την ηρεμία ως αγάπη και την εκλαμβάνει ως αδιαφορία.
Εκείνος που μεγάλωσε μέσα στην υπερβολική κριτική μπορεί να ελκύεται από ανθρώπους που παραμένουν διαρκώς δύσκολοι να ευχαριστηθούν, σαν να προσπαθεί ασυνείδητα να κερδίσει, αυτή τη φορά, την αποδοχή που κάποτε του έλειψε.
Εκείνος που έμαθε να φροντίζει τους άλλους για να αξίζει την αγάπη τους, συχνά ερωτεύεται ανθρώπους βαθιά τραυματισμένους ή συναισθηματικά ασταθείς ή ψυχρούς, γιατί εκεί νιώθει ότι επιτέλους γνωρίζει τον ρόλο του.
Δεν αγαπά μόνο τον άνθρωπο· αγαπά και την αποστολή να τον σώσει.
Και εκείνος που μεγάλωσε χωρίς σταθερότητα ή προβλεψιμότητα, δεν είναι σπάνιο να βιώνει τη συναισθηματική αστάθεια ως πάθος.
Οι συνεχείς απομακρύνσεις και επιστροφές, αντί να τον απομακρύνουν, μπορεί να του δημιουργούν την αίσθηση ότι "επιτέλους ερωτεύτηκε". Δηλαδή, δεν είναι ότι το τραύμα αναζητά τον πόνο, αλλά ψάχνει αγωνιωδώς την οικειότητα.
Και δυστυχώς, πολλές φορές η οικειότητα και ο πόνος έχουν μάθει να φορούν το ίδιο πρόσωπο.
Γι' αυτό και είναι τόσο εύκολο να μπερδέψουμε τη συγκίνηση με το πεπρωμένο.
Να πούμε: «Αυτός είναι ο άνθρωπός μου.», ενώ ίσως αυτό που στην πραγματικότητα λέμε είναι: «Αυτό το συναίσθημα το έχω ξαναζήσει.» Το ξέρουμε πια, ότι το τραύμα δεν αναζητά απαραίτητα την ευτυχία, αναζητά την ολοκλήρωση, τη διόρθωση, μιας παλιάς ιστορίας.
Σαν να πιστεύει ότι αυτή τη φορά το τέλος θα είναι διαφορετικό.
Ότι αυτή τη φορά ο άνθρωπος που θα φύγει θα μείνει.
Ότι αυτή τη φορά εκείνος που δεν με είδε θα με δει.
Ότι αυτή τη φορά θα αγαπηθώ αρκετά ώστε να σβήσει το παλιό τραύμα.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, ο σύντροφός μας παύει να είναι μόνο ο εαυτός του και γίνεται ο φορέας μιας αποστολής που ποτέ δεν επέλεξε.
Γιατί είναι σαν να καλείται να διορθώσει μια παιδική ιστορία που δεν έζησε.
Να επανορθώσει μια εγκατάλειψη που δεν προκάλεσε, να θεραπεύσει μια πληγή που δημιουργήθηκε πολλά χρόνια πριν εμφανιστεί στη ζωή μας.
Και εδώ αρχίζει η τραγωδία.
Γιατί προφανώς ο άλλος αποτυγχάνει, όχι επειδή δεν αγαπά, αλλά επειδή κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ο θεραπευτής της παιδικής ιστορίας ενός άλλου.
Κάπου εδώ, όμως, υπάρχει μια δεύτερη αλήθεια.
Προφανώς, δεν κουβαλά μόνο ο ένας τραύματα, αλλά κουβαλά και ο άλλος.
Κι έτσι, πολλές φορές, δεν ερωτεύονται μόνο δύο άνθρωποι, αλλά συναντιούνται δύο πληγωμένα παιδιά που μιλούν με ενήλικες λέξεις.
Αν το καλοσκεφτείς οι περισσότεροι καβγάδες των ζευγαριών δεν γίνονται ανάμεσα σε δύο ώριμους ενήλικες, αλλά ανάμεσα σε δυο πιτσιρίκια, σε δύο παλιές πληγές που ξυπνούν ταυτόχρονα.
Η μία φωνάζει, για παράδειγμα, «Μη με εγκαταλείψεις.» κι η άλλη απαντά: «Μη με φυλακίσεις.» Η μία λέει: «Δείξε μου ότι αξίζω.» και η άλλη «Άφησέ με να αναπνεύσω.». Και οι δύο νομίζουν ότι μιλούν για το παρόν, αλλά στην πραγματικότητα συνομιλούν με το παρελθόν.
Αυτό είναι που σήμερα ονομάζουμε συχνά trauma bonding.
Όμως χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί.
Ασφαλώς, τίποτε από αυτά δεν αποτελεί κανόνα.
Οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές που επαναλαμβάνουν υποχρεωτικά την παιδική τους ιστορία.
Το τραύμα αυξάνει ορισμένες πιθανότητες, αλλά δεν καθορίζει το πεπρωμένο μας.
Και πολλές φορές, μέσα από την ψυχοθεραπεία, την αυτογνωσία ή μια πραγματικά ασφαλή σχέση, ο άνθρωπος παύει να επιλέγει με κριτήριο την οικειότητα του τραύματος και αρχίζει να επιλέγει με κριτήριο την ελευθερία της αγάπης.
Που πάει να πει ότι δεν είναι κάθε έντονος έρωτας προϊόν τραύματος.
Ούτε κάθε δύσκολη σχέση είναι "trauma bond". Υπάρχουν σχέσεις όπου δύο άνθρωποι πραγματικά αγαπιούνται.
Υπάρχουν όμως και σχέσεις όπου ο ένας γίνεται ο καθρέφτης της πιο παλιάς πληγής του άλλου.
Και τότε η ένταση γεννιέται από την -τελείως παλαβή- ελπίδα ότι αυτή τη φορά η ιστορία θα διορθωθεί.
Και βέβαια, η θεραπεία δεν αρχίζει όταν βρίσκουμε τον «σωστό άνθρωπο». Αρχίζει όταν σταματάμε να ζητάμε από τον άλλον να επισκευάσει την παιδική μας ιστορία.
Όταν παύουμε να τον βλέπουμε ως σωτήρα, ως μητέρα, ως πατέρα, ως αποκατάσταση της χαμένης μας ασφάλειας.
Και αρχίζουμε να τον βλέπουμε ως αυτό που πραγματικά είναι.
Έναν ελεύθερο άνθρωπο, με τις δικές του πληγές, τις δικές του ελλείψεις, τη δική του ιστορία.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη ωρίμανση του έρωτα να συμβαίνει τη στιγμή που ο άλλος παύει να είναι η απάντηση στο τραύμα μας και γίνεται ένα πρόσωπο, που δεν θα μας σώσει, αλλά που μπορούμε αγαπήσουμε χωρίς να του ζητάμε να ξαναγράψει το παρελθόν μας. Γιατί τότε συναντιούνται δύο άνθρωποι και όχι δυο τραύματα. Via Antonia androulakis
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους