Σήμερα η αγαπημένη Σοφία Φιλιππίδου δημοσίευσε ένα κείμενο που, με την πρώτη ματιά, μοιάζει με προσωπική εξομολόγηση. Θυμήθηκε ανθρώπους που της είπαν ότι δεν προφέρει σωστά το «ρ», ότι η μύτη της...
Σήμερα η αγαπημένη Σοφία Φιλιππίδου δημοσίευσε ένα κείμενο που, με την πρώτη ματιά, μοιάζει με προσωπική εξομολόγηση.
Θυμήθηκε ανθρώπους που της είπαν ότι δεν προφέρει σωστά το «ρ», ότι η μύτη της δεν κάνει για κινηματογράφο, ότι το σώμα της δεν αντιστοιχεί στις απαιτήσεις ενός πρωταγωνιστικού ρόλου, ότι δεν ξέρει να γράφει, ότι είναι υπερβολικά αιχμηρή, υπερβολικά δύσκολη, υπερβολικά απείθαρχη για να χωρέσει άνετα στις κατηγορίες που της είχαν επιφυλάξει.
Περιέγραψε μια ζωή μέσα στο θέατρο όπου η περιφρόνηση δεν εμφανιζόταν ως ευθεία απόρριψη, αλλά ως διαρκής υπόδειξη: γίνε λίγο διαφορετική, λίγο πιο βολική, λίγο πιο ακίνδυνη, λίγο πιο προβλέψιμη.
Και ύστερα, σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, κατέγραψε κάτι που ακούγεται απλό αλλά είναι βαθιά πολιτικό: ότι επέζησε.
Όποιος διαβάσει αυτή την ανάρτηση ως μια προσωπική αφήγηση αδικίας χάνει το ουσιώδες.
Γιατί το κείμενο της Φιλιππίδου δεν αφορά τελικά μόνο τη Φιλιππίδου.
Αφορά έναν ολόκληρο μηχανισμό πολιτιστικής νομιμοποίησης που λειτούργησε μεταπολιτευτικά στο ελληνικό θέατρο και ευρύτερα στον ελληνικό πολιτισμό.
Έναν μηχανισμό που δεν απέκλειε απαραίτητα τους ανθρώπους με θεαματικές απαγορεύσεις.
Κάτι πολύ πιο σύνθετο συνέβαινε.
Τους ταξινομούσε.
Αποφάσιζε ποιος δικαιούται να θεωρείται «σοβαρός», ποιος «εμπορικός», ποιος «ποιοτικός», ποιος «λαϊκός», ποιος «στρατευμένος», ποιος «γραφικός», ποιος «δύσκολος». Και όταν κάποιος αρνιόταν να κατοικήσει την κατηγορία που του είχαν αποδώσει, δεν τον κατέστρεφαν.
Έκαναν κάτι αποτελεσματικότερο: τον άφηναν έξω από την επίσημη αφήγηση.
Ο μηχανισμός αυτός δεν συγκροτείται μόνο από σκηνοθέτες, πρωταγωνιστές και θιάσους.
Συγκροτείται και από τους δημοσιογράφους που αποφασίζουν ποιος θα γίνει είδηση και ποιος θα παραμείνει υποσημείωση.
Από τους κριτικούς που βαφτίζουν «σημαντικό» ό,τι ήδη κινείται κοντά στα κέντρα κύρους.
Από τους παράγοντες των φεστιβάλ που μετατρέπουν την επιλογή σε κλειστή γλώσσα πρόσβασης.
Από τους διευθυντές σχολών που δεν διδάσκουν μόνο τεχνική, αλλά συχνά εγκαθιστούν από νωρίς μέσα στους νέους ηθοποιούς την αίσθηση του επιτρεπτού και του ανεπίτρεπτου σώματος, της επιτρεπτής και της ανεπίτρεπτης φωνής.
Κανένας αποκλεισμός δεν γίνεται μόνος του.
Χρειάζεται τον σκηνοθέτη που υποδεικνύει, τον δάσκαλο που τραυματίζει, τον κριτικό που αποσιωπά, τον δημοσιογράφο που προβάλλει τους ίδιους και τους ίδιους, τον παράγοντα φεστιβάλ που συγχέει την αισθητική κρίση με το δίκτυο, τον θεσμικό διαχειριστή που βαφτίζει «πολιτιστική πολιτική» την ανακύκλωση οικείων προσώπων.
Αυτή είναι ίσως η μεγάλη ανομολόγητη ιστορία του ελληνικού θεάτρου των τελευταίων δεκαετιών.
Δεν πρόκειται για την ιστορία των μεγάλων πρωταγωνιστών ούτε για την ιστορία των κρατικών σκηνών.
Πρόκειται για την ιστορία δεκάδων ανθρώπων που εργάστηκαν σε μια μόνιμη ζώνη μειωμένης ακρόασης.
Ανθρώπων αρκετά ταλαντούχων ώστε να καλούνται όταν τους χρειάζονταν, αλλά όχι αρκετά συμβατών ώστε να ενσωματωθούν πλήρως στους μηχανισμούς κύρους.
Ανθρώπων που έβλεπαν συνεχώς άλλους να εκπροσωπούν το θέατρο ενώ εκείνοι το υπηρετούσαν καθημερινά.
Ανθρώπων που βρέθηκαν να κατοικούν ένα παράδοξο πολιτιστικό υπόγειο: αρκετά γνωστοί για να μην θεωρούνται άγνωστοι, αρκετά παραμερισμένοι για να μη θεωρούνται ποτέ κεντρικοί.
Η ανάρτηση της Φιλιππίδου ξεπερνά κατά πολύ το βιογραφικό της βάρος.
Αναδεικνύει ένα ερώτημα που ο σύγχρονος πολιτισμός αποφεύγει συστηματικά να θέσει στον εαυτό του: πόσοι άνθρωποι έμειναν έξω όχι επειδή απέτυχαν αλλά επειδή δεν προσαρμόστηκαν; Πόσοι δημιουργοί κρίθηκαν όχι για το έργο τους αλλά για τη φωνή τους, το σώμα τους, την ιδιοσυγκρασία τους, την πολιτική τους θέση, την απροθυμία τους να συμμετάσχουν σε δίκτυα αμοιβαίων εξυπηρετήσεων; Και πόσες φορές η λέξη «αξιολόγηση» λειτούργησε ως ευγενικό προσωπείο μιας πολύ πιο πεζής διαδικασίας κατανομής συμβολικού κεφαλαίου; Κάθε πολιτιστικό σύστημα παράγει μια επίσημη αφήγηση για τον εαυτό του.
Παράγει τους ήρωές του, τα πρόσωπα που προβάλλει, τις διαδρομές που αναγνωρίζει ως υποδειγματικές.
Παράγει όμως και τις σιωπές του.
Και πολλές φορές η αλήθεια ενός πολιτισμού δεν βρίσκεται σε αυτούς που βραβεύει αλλά σε αυτούς που αναγκάζονται να επιβιώσουν χωρίς τα βραβεία του.
Δεν βρίσκεται σε αυτούς που κατοικούν τα κέντρα της αναγνώρισης αλλά σε αυτούς που συνεχίζουν να εργάζονται στις παρυφές της.
Η σημερινή ανάρτηση της Σοφίας Φιλιππίδου δεν είναι μια αναδρομή στο παρελθόν.
Είναι μια πολιτιστική μαρτυρία για το παρόν.
Είναι η υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε επίσημη ιστορία επιτυχίας κρύβονται δεκάδες διαδρομές που δεν απέτυχαν ποτέ, αλλά δεν συγχωρήθηκε ποτέ το γεγονός ότι παρέμειναν ελεύθερες.
Ενα μεγάλο μέρος του ελληνικού θεάτρου δεν διασώθηκε χάρη στους μηχανισμούς αναγνώρισης, αλλά παρά αυτούς.
Η πραγματική του ζωτικότητα γεννήθηκε συχνά εκεί όπου οι θεσμοί, οι επιτροπές, οι πολιτιστικές αυλές και οι επαγγελματίες της επιρροής είχαν ήδη αποφασίσει να στρέψουν αλλού το βλέμμα τους.
Το πιο ανησυχητικό είναι βέβαια ότι όσα περιγράφει η Σοφία Φιλιππίδου δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν.
Το «ρ», η μύτη, το σώμα, η αιχμή, η γραφή, όλα εκείνα τα σημεία πάνω στα οποία χαράχθηκε κάποτε η απόφαση του επιτρεπτού και του ανεπίτρεπτου, δεν εξαφανίστηκαν.
Απλώς άλλαξαν γλώσσα.
Σήμερα ο νεότερος δημιουργός δεν ακούει πάντοτε με τον ίδιο ωμό τρόπο ότι δεν χωρά.
Μαθαίνει όμως πολύ νωρίς ότι πρέπει να είναι επικοινωνιακά αναγνωρίσιμος, αισθητικά χρήσιμος, δικτυωμένος, διαθέσιμος, φωτογενής, εξηγήσιμος, καταναλώσιμος.
Ο παλιός δάσκαλος που τραυμάτιζε με μια φράση έχει αντικατασταθεί από έναν ακόμη πιο διάχυτο μηχανισμό: την αγορά της εικόνας, τις μικρές αυλές της επιρροής, τις δημοσιογραφικές επαναλήψεις, τις φεστιβαλικές επιλογές, τα social media, την απαίτηση να μετατραπεί ο καλλιτέχνης σε διαρκές προϊόν του εαυτού του.
Η κατάθεση της Φιλιππίδου είναι προειδοποίηση για μια βία που έγινε πιο ευγενική στην επιφάνεια και πιο άγρια στον πυρήνα της.
Και το ερώτημα παραμένει το ίδιο: ποιος έχει το δικαίωμα να παραμένει δύσκολος, ιδιόρρυθμος, απείθαρχος, μη ταξινομήσιμος, χωρίς να πληρώνει διαρκώς το τίμημα της απομάκρυνσης από την επίσημη κυκλοφορία του κύρους;
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους