Τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης, στις 20 Ιουνίου του 2009, συνιστούσαν μια σπάνια στιγμή κατά την οποία το ελληνικό κράτος, η αρχαιολογία, η αρχιτεκτονική και η πολιτική συναντήθηκαν πάνω...
Τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης, στις 20 Ιουνίου του 2009, συνιστούσαν μια σπάνια στιγμή κατά την οποία το ελληνικό κράτος, η αρχαιολογία, η αρχιτεκτονική και η πολιτική συναντήθηκαν πάνω σε ένα κοινό συμβολικό έδαφος.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες αμηχανίας, καθυστερήσεων και αμφισβητήσεων, η Ελλάδα έδειχνε ότι μπορούσε να παράγει όχι μόνο παρελθόν αλλά και σύγχρονο πολιτισμικό λόγο.
Το κτίριο του Μπερνάρ Τσουμί δεν κατασκευάστηκε για να στεγάσει αρχαιότητες.
Κατασκευάστηκε για να στεγάσει ένα επιχείρημα.
Κάθε γυάλινη επιφάνεια, κάθε άξονας θέασης προς τον Ιερό Βράχο, κάθε κενό που άφηναν τα απόντα γλυπτά του Παρθενώνα λειτουργούσε ως μια δημόσια υπενθύμιση ότι ο ακρωτηριασμός ενός μνημείου δεν μπορεί να μετατραπεί σε κανονικότητα μόνο και μόνο επειδή πέρασαν δύο αιώνες.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αντώνης Σαμαράς, ως Υπουργός Πολιτισμού, επέλεξε να αναδείξει το Μουσείο όχι ως θησαυροφυλάκιο αλλά ως «καταλύτη». Η λέξη είχε ιδιαίτερο βάρος.
Γιατί το αίτημα επιστροφής των Γλυπτών έπαυε πλέον να στηρίζεται αποκλειστικά σε ιστορικά ή ηθικά επιχειρήματα και αποκτούσε υλική υπόσταση. Η Ελλάδα δεν ζητούσε πια να επιστραφεί κάτι σε μια συμβολική διεκδίκηση ιστορικής δικαίωσης.
Έδειχνε τον ακριβή τόπο όπου αυτά τα γλυπτά ανήκαν.
Η ίδια η αίθουσα του Παρθενώνα, στραμμένη προς το μνημείο και κατασκευασμένη στις διαστάσεις του σηκού, λειτουργούσε ως αρχιτεκτονική απόδειξη ότι η έννοια της ενότητας δεν είναι εθνική φαντασίωση αλλά αισθητικό και ιστορικό δεδομένο.
Το μουσείο μετατρεπόταν έτσι σε έναν ήσυχο αλλά αμείλικτο διπλωματικό μηχανισμό.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι εκείνη η βραδιά συνέπεσε με μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα βρισκόταν στο μεταίχμιο δύο εποχών.
Λίγους μόλις μήνες πριν από την οικονομική κατάρρευση που θα ακολουθούσε, το Μουσείο της Ακρόπολης εμφανιζόταν σαν η τελευταία μεγάλη δημόσια αφήγηση αυτοπεποίθησης.
Όχι της εύκολης αυτοπεποίθησης των αριθμών και της κατανάλωσης, αλλά της βαθύτερης αυτοπεποίθησης ενός πολιτισμού που μπορούσε ακόμη να συνομιλεί με τον κόσμο μέσα από τα έργα του.
Σε μια Ευρώπη που αντιμετώπιζε ολοένα και περισσότερο τον πολιτισμό ως τουριστικό προϊόν και διαχειριστικό αντικείμενο, η Αθήνα πρόβαλλε ένα διαφορετικό υπόδειγμα: ότι η πολιτιστική κληρονομιά παραμένει πεδίο πολιτικής, ιστορίας και διεθνούς δικαιοσύνης.
Ακριβώς για αυτό η τελετή των εγκαινίων διατηρεί μέχρι σήμερα μια υψηλή πολιτισμική διάσταση.
Οι ομιλίες, οι πορείες των επισήμων μέσα στο μουσείο, οι Καρυάτιδες, η αίθουσα του Παρθενώνα, ακόμη και η συμβολική τοποθέτηση του τελευταίου αντικειμένου στη γυάλινη προθήκη, συγκροτούσαν μια μορφή δημόσιας δραματουργίας.
Δεν παρακολουθούσαμε απλώς την έναρξη λειτουργίας ενός μουσείου.
Παρακολουθούσαμε μια τελετουργία επανένωσης ανάμεσα στην πόλη και το μνημείο της, ανάμεσα στο παρόν και σε ένα παρελθόν που εξακολουθεί να διεκδικεί πολιτικό λόγο. Το Μουσείο της Ακρόπολης λειτούργησε εκείνο το βράδυ ως σκηνή όπου η Ιστορία δεν παρουσιαζόταν ως νεκρό αντικείμενο αλλά ως ενεργό σώμα.
Και όμως, η πιο τολμηρή στιγμή εκείνης της βραδιάς δεν βρισκόταν στις ομιλίες ούτε στις διπλωματικές παρουσίες.
Βρισκόταν στην εικαστική παρέμβαση της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη. Οι Καρυάτιδες που εγκατέλειπαν συμβολικά το Ερέχθειο και περιπλανιούνταν στους τοίχους της σύγχρονης Αθήνας, τα αρχαία ζώα, τα αντικείμενα και οι μορφές που προβάλλονταν πάνω στις πολυκατοικίες της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, συγκροτούσαν μια σπάνια πράξη πολιτιστικής δημοκρατίας.
Η αρχαιότητα έπαυε να είναι εγκλωβισμένη στις προθήκες και επέστρεφε στην πόλη από την οποία γεννήθηκε.
Είναι πραγματικά κρίμα που αυτή η οπτική εμπειρία παρέμεινε συνδεδεμένη σχεδόν αποκλειστικά με τα εγκαίνια.
Σε μια εποχή κατά την οποία η Αθήνα αναζητεί νέους τρόπους να συνομιλήσει με τους κατοίκους και τους επισκέπτες της, οι προβολές αυτές θα μπορούσαν να επανέρχονται κάθε άνοιξη και καλοκαίρι ως ένα ζωντανό τελετουργικό της πόλης.
Όχι ως τουριστικό θέαμα, αλλά ως υπενθύμιση ότι ο πολιτισμός δεν κατοικεί μόνο μέσα στα μουσεία.
Αναπνέει όταν διαχέεται στο δημόσιο χώρο, όταν αγγίζει τους τοίχους, τα πεζοδρόμια και τα πρόσωπα των ανθρώπων, όταν η ίδια η πόλη γίνεται για λίγο προέκταση του μουσείου της. https://youtu.be/IaGdJrbOKes?is=0ba5e2n3nJcJ-3xz
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους