[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μπαμπά, Πέντε χρόνια. Κι ακόμη δεν ξέρω πώς να μιλήσω για την απουσία σου χωρίς να προδώσω κάτι από την αλήθεια της. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε πως ο χρόνος συμφιλιώνει, πως τα τραύματα αποκτούν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μπαμπά, Πέντε χρόνια. Κι ακόμη δεν ξέρω πώς να μιλήσω για την απουσία σου χωρίς να προδώσω κάτι από την αλήθεια της.

Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε πως ο χρόνος συμφιλιώνει, πως τα τραύματα αποκτούν σιγά σιγά ένα περίγραμμα και πως κάποτε μαθαίνουμε να ζούμε με όσα χάσαμε.

Δεν ξέρω αν συμβαίνει πράγματι αυτό.

Εκείνο που ξέρω είναι πως ο θάνατός σου δεν έγινε ποτέ παρελθόν.

Δεν πήρε ποτέ τη θέση ενός γεγονότος που συνέβη και ολοκληρώθηκε.

Παραμένει κάτι ανοιχτό.

Μια συνομιλία που διακόπηκε.

Μια πρόταση που δεν τελείωσε.

Ένα ερώτημα που δεν έπαψε να ζητά απάντηση.

Κάθε χρόνο έρχεται η Ημέρα του Πατέρα και αισθάνομαι πως το ημερολόγιο σκαλώνει πάνω στο ίδιο σημείο.

Οι άνθρωποι γιορτάζουν. Θυμούνται.

Αναρτούν φωτογραφίες.

Γράφουν ευχές.

Κι εγώ κοιτάζω τη λέξη «μπαμπά» και δυσκολεύομαι να την τοποθετήσω μέσα στον χρόνο.

Δεν είσαι μια ανάμνηση.

Οι αναμνήσεις ανήκουν στο παρελθόν.

Εσύ όχι.

Εσύ εξακολουθείς να κατοικείς σε μια περιοχή της ζωής όπου το χθες και το σήμερα δεν ξεχωρίζουν εύκολα.

Καμιά φορά περνούν ημέρες χωρίς να σε σκεφτώ συνειδητά.

Και ύστερα κάτι ασήμαντο αρκεί για να επιστρέψεις ολόκληρος.

Μια λέξη.

Μια μυρωδιά.

Ένα τραγούδι.

Η κίνηση ενός χεριού.

Ένας τρόπος να ανοίγει κάποιος μια πόρτα.

Και τότε, για λίγα δευτερόλεπτα, ξεχνώ ότι έχεις πεθάνει.

Ύστερα το θυμάμαι ξανά.

Και κάθε φορά είναι σαν να συμβαίνει από την αρχή.

Όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω κάτι που δεν μπορούσα να δω όταν ήσουν εδώ.

Τότε έβλεπα μόνο τον μπαμπά μου.

Σήμερα αρχίζω να διακρίνω και τον άνθρωπο.

Τις αγωνίες που δεν ομολογούσες.

Τις ήττες που έκρυβες.

Τις σιωπές που κουβαλούσαν περισσότερο βάρος από τις λέξεις.

Και μαζί με αυτή τη γνώση έρχεται μια παράξενη ενοχή.

Μήπως δεν ρώτησα αρκετά; Μήπως δεν άκουσα αρκετά; Μήπως πίστεψα, όπως κάνουν όλα τα παιδιά, ότι οι μπαμπάδες θα υπάρχουν για πάντα; Και ξέρεις τι μου λείπει περισσότερο; Μου λείπουν εκείνες οι κούτες.

Ακούγεται σχεδόν αστείο να το γράφω.

Κι όμως, πέντε χρόνια μετά, αυτό επιστρέφει πιο επίμονα από οτιδήποτε άλλο.

Εκείνα τα δέματα που έφταναν από το Ηράκλειο.

Εκείνο το χαρτόκουτο που εμφανιζόταν ξαφνικά στην πόρτα και μετέφερε μέσα του μια μικρή αναστάτωση χαράς.

Ένα κουτί γεμάτο καλιτσούνια.

Κι εγώ να τα κοιτάζω σαν θησαυρό.

Άλλοτε να τα μοιράζω.

Άλλοτε να τα τρώω όλα μαζί σχεδόν με λαιμαργία, σαν να φοβόμουν ότι η χαρά θα τελείωνε αν δεν την προλάβαινα.

Μια φορά ήταν η κούτα με την τηλεόραση.

Μια άλλη το στερεοφωνικό.

Μια άλλη κάτι μικρότερο, σχεδόν ασήμαντο.

Δεν είχε σημασία τι περιείχε.

Σημασία είχε ότι ερχόταν.

Σημασία είχε πως κάπου υπήρχε ένας άνθρωπος που σκεφτόταν τι θα με έκανε να χαρώ.

Ένας άνθρωπος που, χωρίς να το λέει, έστελνε μαζί με το δέμα μια φράση: «Σε σκέφτηκα.» Τώρα καταλαβαίνω πως δεν μου λείπουν τα πράγματα.

Δεν μου λείπει η τηλεόραση.

Δεν μου λείπει το στερεοφωνικό.

Δεν μου λείπουν ούτε τα καλιτσούνια.

Μου λείπει η βεβαιότητα πως κάπου στον κόσμο υπήρχε ακόμη ένας άνθρωπος που ετοίμαζε μια έκπληξη για μένα.

Μου λείπει η αναμονή.

Γιατί τελικά οι μπαμπάδες δεν μας χαρίζουν μόνο αντικείμενα.

Μας χαρίζουν την αίσθηση ότι η ζωή μπορεί ακόμη να μας αιφνιδιάσει με καλοσύνη.

Και από τότε που έφυγες, καμιά κούτα δεν έφτασε ξανά στην πόρτα μου με τον ίδιο τρόπο. Καμιά.

Όχι γιατί δεν ήρθαν άλλα δώρα.

Αλλά γιατί κανένα δεν κουβαλούσε εκείνο το βλέμμα που βρισκόταν πίσω από το χαρτόνι, πίσω από το περιτύλιγμα, πίσω από το αντικείμενο.

Το βλέμμα σου.

Γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια σκέφτομαι όλο και περισσότερο κάτι που παλιότερα φοβόμουν να αρθρώσω.

Θα ξανασυναντηθούμε; Θα ξανασυναντηθούμε εμείς; Δεν θέλω να συνεχίσεις ως ανάμνηση.

Θέλω εσένα.

Το πρόσωπό σου.

Τη φωνή σου.

Το χαμόγελό σου.

Τον τρόπο που έλεγες το όνομά μου.

Γιατί αν η Ανάσταση σημαίνει κάτι, σημαίνει ακριβώς αυτό: ότι η αγάπη δεν χάνει το πρόσωπο που αγαπά.

Ότι ο θάνατος δεν έχει την τελευταία λέξη.

Ότι τα πρόσωπα δεν διαλύονται μέσα στο σκοτάδι αλλά επιστρέφονται το ένα στο άλλο.

Κι έτσι, όσο περνούν τα χρόνια, πιάνω τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει μια φράση σχεδόν παιδική.

Περίμενέ με. Απλώς περίμενέ με. Γιατί βαθιά μέσα μου δεν πιστεύω πως η τελευταία εικόνα που κράτησα από εσένα ήταν αποχαιρετισμός.

Πιστεύω πως ήταν αναβολή.

Πιστεύω πως ήταν μια συνομιλία που έμεινε ανοιχτή.

Και ότι κάποτε, όταν ο Θεός το θελήσει, δεν θα συναντήσω έναν νεκρό.

Θα συναντήσω τον μπαμπά μου.

Και τότε, ίσως, καταλάβω γιατί τόσα χρόνια δεν κατάφερα ποτέ να σε αποχαιρετήσω πραγματικά.

Γιατί ένα μέρος μου συνέχιζε να περιμένει.

Όπως περίμενα κάποτε εκείνες τις κούτες.

Όπως περίμενα το κουδούνι της πόρτας.

Όπως περίμενα να δω τι έκρυβαν μέσα τους.

Και μου αρέσει να φαντάζομαι πως όταν ανοίξει η τελευταία πόρτα του χρόνου, θα στέκεσαι εκεί. Με το ίδιο χαμόγελο. Με την ίδια τρυφερή αμηχανία. Κρατώντας, όπως πάντα, κάτι που δεν περίμενα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences