[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

"Για την ημέρα του πατέρα, Κώστα, Λευτέρη, Δημήτρη και εσύ ανώνυμε πατέρα" Σε λίγες ώρες στην μεριά μας ξημερώνει η ημέρα του πατέρα. Κοντοστάθηκα και είδα το παιδί μου, του χαμογέλασα και έφυγα για...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

"Για την ημέρα του πατέρα, Κώστα, Λευτέρη, Δημήτρη και εσύ ανώνυμε πατέρα" Σε λίγες ώρες στην μεριά μας ξημερώνει η ημέρα του πατέρα.

Κοντοστάθηκα και είδα το παιδί μου, του χαμογέλασα και έφυγα για να πάω να δω τι κάνουν οι μέλισσες με το πειραματικό σκεύασμα έναντι της βαρρόας.

Εξάλλου, για τα παιδιά μας τα κάνουμε και αυτά, ώστε να μην κινδυνέψει το δικό τους μέλλον και για τα αγέννητα παιδιά τους.

Καθώς κοιτώ τον κόσμο γύρω μου όσο οδηγώ, δεν σκέφτομαι ούτε γιορτές ούτε επετείους.

Σκέφτομαι ανθρώπους, σκέφτομαι χέρια.

Χέρια ροζιασμένα από τη δουλειά, χέρια που μύριζαν χώμα, πετρέλαιο, αλάτι, σίδερο και ιδρώτα.

Χέρια που κάποτε μας κράτησαν σφικτά όταν δεν μπορούσαμε να σταθούμε όρθιοι.

Χέρια που μας έμαθαν να περπατάμε και αργότερα μας άφησαν για να μάθουμε να προχωράμε μόνοι μας.

Κάποτε νόμιζα με τα αφελή μάτια μου πως οι πατέρες είναι δυνατοί.

Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι οι πατέρες δεν είναι δυνατοί αλλά εύθραυστοι άνθρωποι που αποφασίζουν καθημερινά να συνεχίσουν να προσπαθούν παρά τον φόβο τους.

Ίσως εκεί βρίσκεται το μεγαλείο τους, στο ότι λυγίζουν και συνεχίζουν.

Στη ζωή μου συνάντησα πολλούς ανθρώπους.

Σε νοσοκομεία, σε πολέμους, σε τροχαία, σε φτωχικά σπίτια, σε εργαστήρια, σε χωριά ξεχασμένα από τον χρόνο, σε τόπους όπου η ανθρώπινη ψυχή φαίνεται γυμνή, χωρίς εφήμερους τίτλους, χωρίς ευφάνταστα αξιώματα, χωρίς κάλπικο προσωπείο.

Εκεί γνώρισα τους πατέρες, απογυμνωμένους από κοινωνικό ρόλο, χωρίς θεσμικά πλαίσια.

Ως ανθρώπους.

Ένας πατέρας μου είπε κάποτε πως αν μπορούσε να δώσει το ένα του μάτι για να βλέπει το παιδί του, θα το έδινε τώρα.

Δεν μου το είπε δραματικά, ούτε για να συγκινήσει.

Το εξέφρασε όπως κάποιος λέει με φυσικότητα ότι αύριο θα ξημερώσει, αυτονόητα.

Τότε σκέφτηκα πως η πραγματική αγάπη δεν μπορεί να περιγραφεί ως συναίσθημα μα ως προσφορά, ως ετοιμότητα να δώσεις κομμάτι από τον εαυτό σου χωρίς να ζητήσεις τίποτα πίσω.

Θυμάμαι, όσο οδηγώ, έναν άλλον, έναν άνδρα που πνιγόταν από την κατάθλιψη.

Δεν είχε χρεοκοπήσει, δεν ήταν βιολογικά άρρωστος, δεν τον άφηναν να δει το παιδί του επειδή ήταν άντρας.

Καθόταν απέναντί μου και κάθε τόσο η φωνή του έσπαγε, ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που έχουν μάθει στη ζωή τους να αντέχουν και όμως η απουσία του παιδιού του είχε γκρεμίσει ό,τι δεν κατάφεραν να του γκρεμίσουν οι δυσκολίες μιας ολόκληρης ζωής.

Είδα κάτι που πολλοί αρνούνται να δουν διότι δεν τους βολεύει στο φαντασιακό αφήγημα που έχουν χτίσει.

Ένας πατέρας δεν παύει να πονά επειδή είναι άνδρας, η καρδιά δεν γνωρίζει φύλο όσο και να θέλουμε να κάνουμε τέτοιες διακρίσεις.

Η αγάπη δεν έχει χρωμοσώματα.

Θυμάμαι έναν τρίτο που σύρθηκε στα δικαστήρια, διαπομπεύθηκε, κατηγορήθηκε, εξευτελίστηκε δημόσια.

Το έγκλημά του; Αποκοιμήθηκε δίπλα στο παιδί του και η πρώην γυναίκα του με άρρωστη εγωιστική ματιά τον κατηγόρησε.

Χρόνια ολόκληρα πάλευε να αποδείξει ότι η πατρική στοργή δεν είναι αδίκημα, ότι η τρυφερότητα δεν είναι ύποπτη, ότι η αγάπη ενός πατέρα δεν χρειάζεται απολογία.

Τελικά αθωώθηκε, όμως ποιος θα του επιστρέψει τα χρόνια της ταπείνωσης, ποιος θα του επιστρέψει τις νύχτες που αναρωτιόταν γιατί η αγάπη του προς το παιδί του βρέθηκε στο εδώλιο; Όσο πλησιάζω στα μελίσσια μου έρχονται οι εικόνες της Σερβίας, οι σειρήνες, οι βόμβες, οι φλόγες, τα παιδιά.

Πάντα τα παιδιά.

Θυμάμαι έναν πατέρα να κρατά στην αγκαλιά του το νεκρό παιδί του και να με εκλιπαρεί να βοηθήσω, δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βλέμμα.

Δεν ήταν θρήνος, δεν ήταν κλάμα αλλά κάτι βαθύτερο.

Σαν να είχε σπάσει ο άξονας της γης, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος, σαν να είχε αρνηθεί το ίδιο το σύμπαν να συνεχίσει να περιστρέφεται.

Εκεί κατάλαβα πως δεν υπάρχει βαρύτερο φορτίο στον κόσμο από ένα παιδί στα χέρια του πατέρα του όταν η ζωή έχει ήδη φύγει από μέσα του.

Χρόνια αργότερα άκουσα μια άλλη ιστορία, ένα τροχαίο με μία οικογένεια Ρώσων.

Σπασμένα σίδερα παντού διάσπαρτα, φωτιά και καπνός.

Ένας πατέρας θανάσιμα τραυματισμένος και όμως βρήκε μέσα του μια τελευταία δεξαμενή δύναμης.

Έσωσε το πρώτο παιδί του, έσωσε το δεύτερο, έσωσε το τρίτο, έσωσε τη γυναίκα του, τους είδε ζωντανούς, ασφαλείς και μόνο τότε άφησε την τελευταία του πνοή.

Σαν να είπε στον θάνατο "περίμενε λίγο ακόμη, δεν τελείωσα" και ο θάνατος περίμενε, όσο χρειαζόταν.

Δυσκολεύομαι να καταλάβω τον κόσμο που χτίζουμε, έναν κόσμο που μιλά ασταμάτητα για δικαιώματα αλλά όλο και λιγότερο για καθήκον, που υμνεί το εγώ και ξεχνά το εμείς, που θεωρεί την αυτοθυσία αφέλεια και τον ναρκισσισμό αρετή, που πολλές φορές αντιμετωπίζει με καχυποψία καθετί που θυμίζει οικογένεια, πατρότητα, μητρότητα, ρίζα, συνέχεια.

Έναν κόσμο όπου μια δημοσιογράφος μπορεί να αναρωτηθεί δημόσια γιατί ένας ποδοσφαιριστής να εγκαταλείψει το Μουντιάλ για να βρεθεί στη γέννηση του παιδιού του.

Αναρωτιέμαι το αντίθετο, πώς γίνεται να μη φύγει, πώς γίνεται να χάσει εκείνη τη στιγμή; Ποιο γαμημένο κύπελλο; Ποιο άψυχο μετάλλιο; Ποια ηλίθια δόξα; Ποια ανούσια φωτογραφία με ένα τρόπαιο μπορεί να συγκριθεί με το πρώτο κλάμα του παιδιού σου; Ποιο στάδιο μπορεί να χωρέσει τόση συγκίνηση όση ένα μαιευτήριο; Ποιο χειροκρότημα μπορεί να συγκριθεί με ένα μικρό χέρι που κάποτε θα πιάσει το δικό σου; Οι άνθρωποι μπερδέψαμε τη φήμη με το νόημα, το θέαμα με την ουσία, το χειροκρότημα με την αγάπη.

Στο τέλος της ζωής τίποτε από αυτά δεν μένει, μένουν μόνο οι άνθρωποι, μένουν μόνο οι σχέσεις, μένει μόνο η αγάπη που δόθηκε.

Όσο μεγαλώνω το καταλαβαίνω όλο και περισσότερο.

Οι πιο σημαντικοί άνθρωποι αυτού του κόσμου δεν ήταν ποτέ οι πιο ισχυροί, δεν ήταν οι πιο πλούσιοι, δεν ήταν οι πιο διάσημοι μα εκείνοι που σήκωσαν άλλους ανθρώπους στους ώμους τους, οι μητέρες, οι πατέρες, οι αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.

Οι άνθρωποι που έκοβαν κομμάτια από τη δική τους ζωή για να μεγαλώσει η ζωή κάποιου άλλου.

Ίσως τελικά αυτό να είναι η πατρότητα, μια μορφή αθανασίας, δεν νικά τον θάνατο αλλά δέχεται να θυσιαστεί για κάτι που θα συνεχίσει να ζει όταν ο ίδιος δεν θα υπάρχει πια.

Ξαναθυμάμαι εκείνα τα χέρια, τα χέρια που κάποτε θεωρούσα παντοδύναμα.

Τώρα ξέρω, δεν ήταν παντοδύναμα, ήταν κουρασμένα, πονεμένα, ταλαιπωρημένα, ανθρώπινα αλλά μέσα τους έκρυβαν κάτι μεγαλύτερο από τη δύναμη.

Έκρυβαν αγάπη και ίσως τελικά η αγάπη να είναι η μεγαλύτερη δύναμη που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος.

Χρόνια πολλά στους πατέρες.

Στους παρόντες, στους απόντες, στους αδικημένους, στους λησμονημένους, στους ζωντανούς, στους αλησμόνητους.

Σε εκείνους που δεν έμαθαν ποτέ να μιλούν για την αγάπη τους, αλλά πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους αποδεικνύοντάς την. Δημήτρης Ποντίκας (απλά ένας άνθρωπος)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences