Συνήθως δεν κάνω κριτικές φαγητού. Έχουμε ήδη αρκετούς κριτικούς γεύσης και αρκετούς επίδοξους κριτικούς γεύσης που γυρνάνε από μαγαζί σε μαγαζί, τρώνε τζάμπα και μετά ανακαλύπτουν ξαφνικά τη...
Συνήθως δεν κάνω κριτικές φαγητού. Έχουμε ήδη αρκετούς κριτικούς γεύσης και αρκετούς επίδοξους κριτικούς γεύσης που γυρνάνε από μαγαζί σε μαγαζί, τρώνε τζάμπα και μετά ανακαλύπτουν ξαφνικά τη βαθύτερη έννοια της γαστρονομίας μέσα από ένα Instagram story.
Και για να είμαι ειλικρινής, πάντα ένιωθα ότι ως μάγειρας δεν είναι σωστό να κρίνω τη δουλειά άλλων μαγείρων.
Αυτός είναι ίσως ο πρώτος και ο τελευταίος άνθρωπος για τον οποίο θα γράψω κάτι τέτοιο.
Δεν έχω σκοπό να γίνω άτυπος υπουργός της λέσχης γευσιγνωσίας.
Παίζουν ήδη πολλοί τέτοιοι εκεί έξω και, απ’ ό,τι φαίνεται, κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους… Γιατί εδώ δεν μιλάμε για κριτική.
Μιλάμε για εκείνες τις ελάχιστες φορές που τρως κάτι και η πρώτη σου αντίδραση είναι: "Τι στο διάολο έγινε τώρα;" Γνωρίζω τον Γιάννη Παπακωνσταντίνου περίπου δύο χρόνια.
Μιλάμε καθημερινά.
Για παιδιά.
Για ζωές.
Για αεροφιλοσοφίες.
Για όλα εκείνα τα πράγματα που συζητούν δύο άνθρωποι όταν η κουβέντα έχει φύγει πολύ πέρα από τις κατσαρόλες.
Και εδώ που τα λέμε, με τον Γιάννη δεν μιλάμε και πολύ για φαγητό.
Μόνο στην αρχή, όταν πρωτογνωριστήκαμε.
Και όμως.
Μέχρι φέτος το καλοκαίρι δεν είχα φάει ποτέ το φαγητό του.
Και ο ίδιος δεν ξέρει καν ότι γράφω αυτό το κείμενο.
Δεν μου το ζήτησε.
Δεν το περιμένει. εξάλλου δεν πολύ γουστάρει το μάρκετινγκ Αλλά όπως η χαρά και η λύπη είναι δύο βαριά πράγματα που θέλεις να τα μοιραστείς με τον κόσμο, έτσι είναι και το καλό φαγητό.
Πρέπει να το μοιραστείς.
Πρέπει να το μάθει ο κόσμος ότι υπάρχει.
Γιατί κάθε φορά που τρώω πραγματικά καλό φαγητό, και όταν λέω καλό εννοώ φαγητό που σε κάνει να σταματάς για λίγα δευτερόλεπτα και να λες από μέσα σου: «Ω ρε πούστη μου… τι ήταν αυτό που έφαγα τώρα;» θεωρώ ότι αξίζει να γράφεται.
Βρέθηκα λοιπόν στην Κω. Με υποδέχτηκαν ο Γιάννης και ο Μάνος.
Σεφ ο Γιάννης.
Maitre ο Μάνος.
Και από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι δεν είχα πάει απλώς για ενα φαγητό.
Είχα πάει να δω τι συμβαίνει όταν ένας μάγειρας έχει αποφασίσει να ακολουθήσει τη δική του διαδρομή.
Ξεκινήσαμε με μια ελληνική σαλάτα.
Μόνο που αυτή δεν ήταν η ελληνική σαλάτα που ξέρεις.
Ντομάτες του νησιού. Φράουλα.
Κρέμα τυριού. Καρπούζι.
Καραμελωμένο κρασοτύρι. Εκπληκτικό.
Ένα πιάτο που μύριζε Κω χωρίς να χρειάζεται να σου το φωνάζει.
Τόσο δροσερό που η γεύση έμενε στον ουρανίσκο και απλώς ήθελες να το φας μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Μετά ήρθε μια γεμιστή πιπεριά.
Η ταπεινή ελληνική γεμιστή πιπεριά κέρατο που έχουμε φάει όλοι.
Μόνο που εδώ είχε μεταμορφωθεί σε κάτι σχεδόν εξωφρενικό. Τραγανή.
Βαθιά τηγανισμένη.
Με ένα γλάσο από πιπεριά Φλωρίνης που έστελνε το πιάτο κατευθείαν σε άλλη κατηγορία.
Σε κατηγορία Michelin.
Και μετά ήρθαν τα γιουβαρλάκια.
Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ.
Γιατί αυτά τα γιουβαρλάκια με το λαδολέμονο λάχανου ήταν κυριολεκτικά μια γροθιά στο σαγόνι.
Από εκείνες που δεν τις περιμένεις.
Σαν την μπουνιά που έφαγε ο Jake Paul.
Ούτε εκείνος την περίμενε.
Κάπως έτσι ήτανε.
Δεν περίμενα από κάτι τόσο απλό όσο τα γιουβαρλάκια να πω: «Τι έγινε τώρα; Τι είναι αυτό;» Η οξύτητα.
Η λιπαρότητα.
Η βαθιά γεύση του λάχανου.
Και από πάνω ένα αφυδατωμένο ανθάκι κολοκυθιού που δεν βρισκόταν εκεί για διακόσμηση αλλά για λόγο.
Όπως όλα στα πιάτα του.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Μετά ήρθε το ωμό λαβράκι.
Σταφύλια κομμένα σε λεπτές φέτες.
Καραμελωμένο φύλλο shiso. Γλύκα. Οξύτητα. Θάλασσα.
Ενα πιάτο που ισορροπούσε πάνω σε τεντωμένο σχοινί και δεν έπεφτε ούτε χιλιοστό.
Και μετά ο μπακαλιάρος.
Με ένα αμύγδαλο που είχε μεταμορφωθεί σε κάτι που θύμιζε αμαρέτο.
Και κάπου εκεί θυμήθηκα ότι ο Γιάννης δεν είναι απλώς μάγειρας.
Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν αρκούνται ποτέ στο αποτέλεσμα.
Θέλουν να καταλάβουν γιατί συμβαίνει.
Και μετά να το διαλύσουν.
Και να το ξαναχτίσουν από την αρχή.
Σαν επιστήμονας με ποδιά και μπλουζάκι Clement.
Το γεύμα έκλεισε με ένα μήλο γεμάτο namelaka στο κέντρο που εξαφανίστηκε πιο γρήγορα κι από τον Usain Bolt στα 100 μέτρα.
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι.
Ότι όλα αυτά συμβαίνουν στην Κω. Σε ένα νησί γεμάτο Άγγλους, Γερμανούς, all inclusive βραχιολάκια, ξαπλώστρες και πρόχειρες λύσεις.
Και κάπου εκεί υπάρχει ένας μικρός γαστρονομικός θησαυρός.
Ένας μάγειρας που αν έπαιζε στην Αθήνα είμαι βέβαιος ότι θα συζητούσαμε πολύ περισσότερο γι’ αυτόν.
Αλλά ίσως αυτό είναι και το ωραίο.
Τα πραγματικά διαμάντια δεν βρίσκονται πάντα εκεί που κοιτάζουν όλοι.
Μερικές φορές είναι κρυμμένα σε ένα νησί του Αιγαίου.
Και περιμένουν απλώς να καθίσεις στο τραπέζι τους.
Γιάννη και Μάνο.
Σας εκτιμούσα ήδη ως ανθρώπους.
Μετά από αυτό το γεύμα σας εκτιμώ ακόμα περισσότερο ως μάγειρα και maitre. Και αυτό, πιστέψτε με, δεν το λέω συχνά..keep going ma men
!!!!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους