Η πρόσφατη αντιπαράθεση μεταξύ της Αφροδίτης Λατινοπούλου και του Παναγιώτη Παιτέρη, με τα εκατέρωθεν σχόλια που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα. Είναι απλώς το...
Η πρόσφατη αντιπαράθεση μεταξύ της Αφροδίτης Λατινοπούλου και του Παναγιώτη Παιτέρη, με τα εκατέρωθεν σχόλια που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Είναι απλώς το σύμπτωμα.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η δημόσια σφαίρα στην Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με πεζοδρόμιο, όπου η ένταση, η προσβολή και η εύκολη ατάκα θεωρούνται πλέον υποκατάστατο του επιχειρήματος.
Η συζήτηση δεν περιστρέφεται γύρω από ιδέες, αξίες ή πολιτικές προτάσεις.
Περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα προσβάλει πιο εύστοχα τον αντίπαλό του, ποιος θα γίνει viral και ποιος θα συγκεντρώσει τα περισσότερα χειροκροτήματα από το δικό του ακροατήριο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ακόμη και ζητήματα που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα καταλήγουν να γίνονται υλικό για τηλεοπτικούς καβγάδες και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα.
Εξίσου ανησυχητική είναι η επιλεκτική ευαισθησία που επιδεικνύεται από διάφορους πολιτικούς χώρους.
Η αποστασιοποίηση ή η αμηχανία της Αριστεράς απέναντι σε σχόλια που υπό άλλες συνθήκες θα καταδίκαζε χωρίς δεύτερη σκέψη δείχνει ότι πολλές φορές οι αρχές υποχωρούν μπροστά στις πολιτικές συμπάθειες και αντιπάθειες.
Όμως η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός και η απόρριψη των διακρίσεων δεν μπορούν να εφαρμόζονται ανάλογα με το ποιος βρίσκεται κάθε φορά στο στόχαστρο.
Το ίδιο μοτίβο το έχουμε δει αμέτρητες φορές και στο ανώτατο επίπεδο της πολιτικής ζωής.
Από τις προσωπικές αντεγκλήσεις μέχρι χαρακτηρισμούς όπως το περίφημο «τζάμπα μάγκας» στην αντιπαράθεση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα, η πολιτική συχνά διολισθαίνει σε μια λογική εντυπώσεων που μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη, αλλά μακροπρόθεσμα διαβρώνει την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι ως κοινωνία έχουμε αρχίσει να το θεωρούμε φυσιολογικό.
Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τον πολιτικό λόγο ως καβγά καφενείου και τη δημόσια αντιπαράθεση ως θέαμα.
Αντί να απαιτούμε σοβαρότητα, τεκμηρίωση και σεβασμό, επιβραβεύουμε συχνά την υπερβολή, την ειρωνεία και την προσβολή.
Η πολιτική παιδεία μας δεν αντιστέκεται σε αυτή την παρακμή, σε μεγάλο βαθμό τη νομιμοποιεί.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα από όλα.
Όχι ότι υπάρχουν πρόσωπα που εκστομίζουν ακραίες κουβέντες, αλλά ότι ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας ζωής έχει πλέον αποδεχθεί ως κανονικότητα ένα επίπεδο διαλόγου που κάποτε θα θεωρούνταν απαράδεκτο.
Όταν η δημόσια σφαίρα λειτουργεί με τους όρους του πεζοδρομίου, δεν υποβαθμίζονται μόνο οι πολιτικοί και οι δημόσιες προσωπικότητες.
Υποβαθμίζεται η ίδια η δημοκρατική μας κουλτούρα.
Και χωρίς ουσιαστικό διάλογο, καμία δημοκρατία δεν μπορεί να γίνει καλύτερη από τον θόρυβο που απλώς παράγει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους