[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Τι γίνεται με την αποκεντρώση; Παρακολουθούμε καθημερινά, καθώς έχουμε μπει σε μια μακριά προεκλογική περίοδο, μια πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης σε θέματα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Τι γίνεται με την αποκεντρώση; Παρακολουθούμε καθημερινά, καθώς έχουμε μπει σε μια μακριά προεκλογική περίοδο, μια πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης σε θέματα όπως η διαφθορά, οι παρακολουθήσεις καθώς και μια διελκυστίνδα παροχολογίας ανάμεσα τους.

Τελικά σε αυτή τη χώρα νιώθεις πως ζεις τη μέρα της Μαρμότας.

Η πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων παραμένει η ίδια εδώ και δεκαετίες όσον αφορά τη θεματολογία.

Και αναρωτιέται κάποιος, πόσο πολιτικά υποβαθμισμένος έχει καταντήσει ο πολιτικός διάλογος, αλλά και η θεματολογία του, όταν ασχολείται με το πορτοφόλι και το καλάθι της νοικοκυράς ή του νοικοκύρη.

Λες και όλα είναι κομμάτι του ελάσσονος και όχι ενός μείζονος προβλήματος που αντανακλά με άσχημο τρόπο πάνω τους.

Λες και το έρμο πορτοφόλι είναι ασύνδετο με τη μεγάλη εικόνα μιας χώρας που πάσχει από τον αστικό υδροκεφαλισμό και παράλληλα τον πληθυσμιακό μαρασμό.

Η αλήθεια είναι πως στην Ελλάδα η ιστορική μνήμη και βραχεία είναι αλλά και στρεβλή.

Πόσες φορές τις τελευταίες δεκαετίες περιδιαβαίνουν την αρθρογραφία, άρθρα περί αποκέντρωσης και ενίσχυσης της επαρχίας, σε σημείο που οι ίδιες λέξεις έχουν χάσει τη νοηματοδότηση αλλά και την πολιτική βαρύτητά τους.

Θα μου πείτε είναι οι μόνες οι οποίες διασύρονται και κακοποιούνται καθημερινώς από τις πολιτικές μετριότητες που έχουμε αναδείξει σε αρχηγούς κομμάτων και τους ακολουθητισμένους τους; Και όμως, η εξέλιξη του πληθυσμού της Ελλάδας από το 1960 έως σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά κοινωνικοοικονομικά/εθνικά ζητήματα της σύγχρονης ιστορίας της χώρας, τέτοια που αν κάποια πολιτική δύναμη δεν ασχολείται μαζί της δεν έχει καμία μα καμία οραματική πολιτική γι’ αυτόν τον τόπο.

Η μεταπολεμική περίοδος σηματοδοτήθηκε από μια πρωτοφανή μετακίνηση του ανθρώπινου δυναμικού από την επαρχία προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, μια διαδικασία γνωστή ως αστυφιλία.

Το φαινόμενο αυτό αναδιαμόρφωσε πλήρως τον κοινωνικό, οικονομικό και γεωγραφικό ιστό της χώρας, μετατρέποντας μια κατεξοχήν αγροτική κοινωνία σε μια έντονα, σήμερα, αστικοποιημένη οικονομία υπηρεσιών.

Η σταδιακή ανατροπή των ισορροπιών ανάμεσα στον αστικό και τον αγροτικό πληθυσμό αποτυπώνεται ανά δεκαετία στα επίσημα στοιχεία των απογραφών και των διεθνών οργανισμών.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει την ποσοστιαία κατανομή του πληθυσμού και τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε περιόδου. (σχήμα 1) (Γράφημα) Το 1961, ο πληθυσμός της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας ανερχόταν σε περίπου 1,8 εκατομμύρια κατοίκους.

Στην πρόσφατη απογραφή, η Περιφέρεια Αττικής κατέγραψε περίπου 3,8 εκατομμύρια κατοίκους, πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν το 40% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας βρίσκεται συγκεντρωμένο σε μία μόνο περιφέρεια. Η Θεσσαλονίκη σταθεροποιήθηκε ομοίως ως το δεύτερο μεγάλο μητροπολιτικό κέντρο, ξεπερνώντας το 1 εκατομμύριο κατοίκους στο πολεοδομικό της συγκρότημα, εντείνοντας το φαινόμενο του υδροκεφαλισμού του κράτους.

Η μαζική φυγή του πιο παραγωγικού και νεανικού πληθυσμού κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στέρησε από την ελληνική επαρχία τη βάση της αναπαραγωγής της.

Στις μέρες μας, οι αγροτικές και ημιαστικές περιοχές έρχονται αντιμέτωπες με ένα οξύτατο πρόβλημα δημογραφικής γήρανσης.

Οι γεννήσεις στην ύπαιθρο είναι πλέον σταθερά λιγότερες από τους θανάτους, οδηγώντας σε μια μη αναστρέψιμη φυσική μείωση του πληθυσμού, η οποία αποτυπώθηκε ανάγλυφα στην απογραφή, με ορισμένες περιφέρειες της κεντρικής και βόρειας Ελλάδας να καταγράφουν απώλειες έως και 10%. Μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση στη γενική συρρίκνωση της περιφέρειας αποτελεί η ανάπτυξη των μεσαίων επαρχιακών πόλεων μετά το 1980.

Πόλεις όπως η Λάρισα, το Ηράκλειο, η Πάτρα και τα Ιωάννινα κατάφεραν όχι μόνο να συγκρατήσουν τον πληθυσμό τους, αλλά και να τον αυξήσουν.

Αυτό επιτεύχθηκε κυρίως χάρη στην ίδρυση και επέκταση των περιφερειακών Πανεπιστημίων, την ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα και του τουρισμού, καθώς και τη διοικητική αποκέντρωση, μετατρέποντάς τες σε ισχυρά τοπικά αστικά κέντρα.

Η τεράστια πληθυσμιακή ανισορροπία ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κέντρα και την ελληνική επαρχία προκαλεί ένα σύνθετο πλέγμα προβλημάτων, με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη να πιέζονται ασφυκτικά από τον κορεσμό, ενώ η ύπαιθρος έρχεται αντιμέτωπη με την ερήμωση.

Στις πόλεις, η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή στεγαστική κρίση.

Η υπερβολική ζήτηση για κατοικία, σε συνδυασμό με την άνοδο των βραχυχρόνιων μισθώσεων, έχει εκτινάξει τα ενοίκια και τις τιμές αγοράς ακινήτων σε επίπεδα δυσπρόσιτα για τον μέσο μισθωτό.

Παράλληλα, οι συγκοινωνιακές υποδομές, οι οποίες σχεδιάστηκαν για πολύ μικρότερα πληθυσμιακά μεγέθη, αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις σύγχρονες ανάγκες, με αποτέλεσμα την καθημερινή κυκλοφοριακή ασφυξία, την απώλεια παραγωγικών ωρών στους δρόμους και την έντονη περιβαλλοντική επιβάρυνση μέσω του νέφους και της ηχορύπανσης.

Η ποιότητα ζωής υποβαθμίζεται περαιτέρω από την άναρχη τσιμεντοποίηση και την έλλειψη ελεύθερων πράσινων χώρων, γεγονός που εντείνει το άγχος και την κοινωνική αποξένωση των κατοίκων.

Την ίδια ώρα που τα αστικά κέντρα δοκιμάζονται από την υπερσυγκέντρωση, η ελληνική περιφέρεια μαραζώνει στερούμενη το πιο παραγωγικό της δυναμικό.

Η δημογραφική γήρανση της υπαίθρου οδηγεί σε μια σταδιακή αλλά σταθερή υποβάθμιση των βασικών υπηρεσιών υγείας και παιδείας.

Λόγω των πληθυσμιακών κριτηρίων, πολλά σχολεία και κέντρα υγείας κλείνουν ή υποστελεχώνονται, αναγκάζοντας τους εναπομείναντες κατοίκους να ταξιδεύουν μεγάλες αποστάσεις ακόμη και για βασικές ανάγκες.

Η οικονομική δραστηριότητα στην επαρχία χαρακτηρίζεται συχνά από μια επικίνδυνη μονοκαλλιέργεια, καθώς πολλές περιοχές εξαρτώνται αποκλειστικά από τον εποχικό τουρισμό ή από έναν φθίνοντα πρωτογενή τομέα.

Χωρίς επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες ή τη μεταποίηση, οι νέοι άνθρωποι δεν βρίσκουν κίνητρα παραμονής και αναγκάζονται να μετακομίσουν στις πόλεις ή να φύγουν στο εξωτερικό, γεγονός που αποδυναμώνει έτι περαιτέρω την πολιτική και οικονομική επιρροή της περιφέρειας, η οποία χάνει βουλευτικές έδρες και κρατικές χρηματοδοτήσεις.

Σε μακροοικονομικό και εθνικό επίπεδο, αυτή η αντίθεση δημιουργεί δομικές αδυναμίες που απειλούν τη συνολική ευστάθεια της χώρας.

Η ελληνική οικονομία πάσχει από έναν έντονο υδροκεφαλισμό, καθώς εξαρτάται υπερβολικά από την οικονομική δραστηριότητα της Αττικής, πράγμα που σημαίνει ότι οποιοδήποτε σοκ πλήξει την πρωτεύουσα μεταφέρεται άμεσα σε ολόκληρο το εθνικό ΑΕΠ.

Εκτός από την οικονομική διάσταση, το φαινόμενο λαμβάνει και γεωπολιτικές προεκτάσεις.

Η δημογραφική κατάρρευση ακριτικών περιοχών, όπως τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, η Θράκη και τα παραμεθόρια χωριά της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δημιουργεί επικίνδυνα πληθυσμιακά κενά σε ζώνες υψηλής γεωστρατηγικής σημασίας.

Έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με το οξύμωρο σχήμα να διαχειρίζεται ταυτόχρονα δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κρίσεις: τη στενότητα χώρου και πόρων στα μεγάλα αστικά κέντρα και την πλήρη εγκατάλειψη της επαρχίας της.

Τα προβλήματα που δημιουργούνται από αυτή τη μεγάλη παραφωνία είναι πολλαπλά και αναρίθμητα.

Δεν θα επιμείνουμε σε αυτά διότι θα χρειαστούμε χιλιάδες λέξεις να τα καταγράψουμε και μόνο.

Οι κοινωνικές ανάγκες που σύσσωμη η, ανεπαρκής και χαώδης, αντιπολίτευση αναφέρει, διαφοροποιούνται ανάμεσα στον άνθρωπο της επαρχίας με αυτόν των αστικών μεγάλων κέντρων.

Είναι ανάγκες άλλης τάξης και άλλης ποιότητας που οποιαδήποτε οικονομικίστικη προσέγγιση αποτυγχάνει να λύσει το πρόβλημα ή έχει ελλιπή αποτελέσματα.

Από την άλλη, δεν έχει την ίδια βαρύτητα ο λόγος ενός επαρχιώτη βουλευτή εκλεγμένου από μερικές χιλιάδες ή και εκατοντάδες μερικές φορές ψηφοφόρους έναντι αυτού που εκπροσωπεί μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες, εκλεγμένου στη Α Αθηνών, με τα συμπαρομαρτούντα συμφέροντα που τον ακολουθούν ή του ασκούν πίεση.

Αυτόματα δημιουργείται ανισορροπία εκπροσωπούμενων αναγκών οι οποίες δεν έχουν να κάνουν κατ’ ανάγκην με την ποιότητα, τη γεωγραφική έκταση και την εθνική βαρύτητα της ανάγκης αλλά με την ποσότητα των ψηφοφόρων.

Έτσι μπαίνουμε σε ένα φαύλο κύκλο όπου το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται και σταδιακά να διογκώνεται.

Το γεγονός της διαφοροποιημένης ισχύος του θεσμού του βουλευτή θέτει σημαντικά ζητήματα της ποιότητας της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης.

Πολλές φορές μάλιστα παράγονται ανάγκες από τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις που ασκεί ένα αστικό βεβαρημένο περιβάλλον στους κατοίκους του.

Ας αναλογιστούμε τις δεκάδες ψυχοτρόπα που καταναλώνονται στις μεγαλουπόλεις, την εγκληματικότητα, την κοινωνική αποσύνθεση, την ανθρωπολογική κρίση και τόσες μα τόσες άλλες.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο άνθρωπος ο οποίος χάνει την οργανική σύνδεση με τη γη και το φυσικό περιβάλλον αποκόβεται σταδιακά και σταθερά από το πολιτισμικό και αξιακό βάρος που εγγράφει ένας τόπος πάνω του.

Κανείς άνθρωπος δεν αγάπησε την άσφαλτο και τα τσιμέντα.

Αν εν τέλει η πολιτική αυτοσυστήνεται ως η τέχνη του εφικτού, τότε το μόνο σίγουρο είναι πως βρισκόμαστε σε μια προεκλογική περίοδο των ελαχίστων που η αυτονόητη αλήθεια της αποκέντρωσης των εξουσιών και υπηρεσιών αναζητείται.

Ίσως μια βόλτα στην ερημωμένη επαρχία και στα εγκαταλελειμμένα χωριά μας βοηθήσει να καθαρίσει λίγο το μυαλό.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences